Την ανάγκη η Ευρώπη να επενδύσει αποφασιστικά στις διασυνοριακές ηλεκτρικές διασυνδέσεις ανέδειξε ο επικεφαλής της ΔΕΗ, Γιώργος Στάσσης, προειδοποιώντας ότι χωρίς νέα δίκτυα και υποδομές η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να αποδώσει τα οφέλη που υπόσχεται για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Μιλώντας στο Growthfund Summit, ο κ. Στάσσης χαρακτήρισε τις διασυνδέσεις «ολικής σημασίας» για την ανταγωνιστικότητα και την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης.
«Η αγορά ενέργειας αλλάζει διαρκώς και τα τελευταία χρόνια βιώσαμε δύο μεγάλες ενεργειακές κρίσεις, οι οποίες είχαν ως κοινό χαρακτηριστικό την εκτόξευση του κόστους ηλεκτρισμού», σημείωσε, επισημαίνοντας ότι η Ευρώπη εξακολουθεί να παραμένει ευάλωτη καθώς εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενα καύσιμα.
Ενίσχυση των ΑΠΕ
Σύμφωνα με τον κ. Στάσση, η ενίσχυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας αποτελεί τον πιο αποτελεσματικό δρόμο για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας, καθώς πρόκειται πλέον για την οικονομικότερη μορφή παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
Ωστόσο, όπως εξήγησε, η ταχεία ανάπτυξη αιολικών και φωτοβολταϊκών μονάδων από μόνη της δεν αρκεί.
«Η Ευρώπη λειτουργεί ως ενιαία αγορά. Η Ελλάδα διαθέτει από τα υψηλότερα επίπεδα ηλιοφάνειας, ενώ οι βόρειες χώρες έχουν σημαντικά πλεονεκτήματα στην αιολική ενέργεια. Για να αξιοποιηθούν αυτά τα συγκριτικά πλεονεκτήματα απαιτούνται ισχυρές διασυνοριακές διασυνδέσεις», ανέφερε.
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι το ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα εξακολουθεί να παρουσιάζει σημαντικές ελλείψεις σε επίπεδο δικτύων, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα μεταφοράς φθηνής πράσινης ενέργειας μεταξύ των κρατών-μελών.
Σε αυτό το πλαίσιο, έκανε λόγο για ένα επενδυτικό κενό που πρέπει να καλυφθεί άμεσα, επισημαίνοντας ότι κατά την ενεργειακή κρίση του 2022 οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις διέθεσαν περίπου 650 δισ. ευρώ για τη στήριξη επιχειρήσεων και καταναλωτών, όταν οι επενδύσεις που απαιτούνται για την ενίσχυση των διασυνδέσεων υπολογίζονται σε περίπου 150 δισ. ευρώ.
Η νέα πρόκληση λέγεται τεχνητή νοημοσύνη - Το εμβληματικό data center στην Κοζάνη
Σημαντικό μέρος της παρέμβασής του αφιερώθηκε στις επιπτώσεις που έχει ήδη η τεχνητή νοημοσύνη και η ψηφιακή οικονομία στη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας.
Όπως ανέφερε, η ενεργειακή μετάβαση εξελίσσεται ταυτόχρονα με μια δεύτερη, εξίσου σημαντική μετάβαση, αυτή της ψηφιοποίησης των οικονομιών.
«Η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί τεράστιες ανάγκες σε υπολογιστική ισχύ και κατ’ επέκταση σε ενέργεια. Ο ψηφιακός και ο ενεργειακός μετασχηματισμός πρέπει να προχωρήσουν παράλληλα», τόνισε.
Σε αυτό το πλαίσιο ενέταξε και το σχέδιο της ΔΕΗ για την ανάπτυξη μεγάλων υποδομών δεδομένων στη Δυτική Μακεδονία, μια περιοχή που επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει τον αναπτυξιακό της ρόλο μετά την απολιγνιτοποίηση.
Ο κ. Στάσσης υποστήριξε ότι η Κοζάνη συγκεντρώνει μοναδικά πλεονεκτήματα, καθώς διαθέτει ισχυρές ενεργειακές υποδομές και σημαντική διαθέσιμη ισχύ, στοιχεία που μπορούν να υποστηρίξουν μεγάλης κλίμακας επενδύσεις σε data centers.
«Δημιουργείται μια νέα ευκαιρία για την περιοχή. Δεν μιλάμε μόνο για ένα έργο υποδομής αλλά για τη δημιουργία ενός σύγχρονου τεχνολογικού οικοσυστήματος που θα συνδυάζει ενέργεια, αποθήκευση, ψηφιακές υπηρεσίες και καινοτομία», ανέφερε.
Η Ελλάδα ως ενεργειακή πύλη της ΝΑ Ευρώπης
Από την πλευρά του, ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, Γιάννης Τσακίρης, υπογράμμισε ότι η χώρα διαθέτει πλέον τις προϋποθέσεις για να διεκδικήσει μεγαλύτερο ρόλο στον ευρωπαϊκό επενδυτικό χάρτη.
Όπως ανέφερε, η δημοσιονομική σταθερότητα και η βελτίωση του επενδυτικού περιβάλλοντος αποτελούν σημαντικά εφόδια για την προσέλκυση ξένων κεφαλαίων, ενώ χαρακτήρισε τις επενδύσεις σε δίκτυα, διασυνδέσεις και αποθήκευση ενέργειας ως κρίσιμες για την επόμενη φάση ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.
Παράλληλα, επισήμανε ότι η γεωγραφική θέση της Ελλάδας της επιτρέπει να λειτουργήσει ως ενεργειακή και εμπορική πύλη προς τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, υπό την προϋπόθεση ότι θα επιταχυνθούν οι επενδύσεις σε υποδομές και διεθνείς διασυνδέσεις.
Νέες αγορές και επενδύσεις 24 δισ. ευρώ
Υπενθυμίζεται ότι κατά την πρόσφατη Γενική Συνέλευση των μετόχων της ΔΕΗ, παρουσιάστηκε το επικαιροποιημένο στρατηγικό σχέδιο που προβλέπει επενδύσεις ύψους 24 δισ. ευρώ έως το 2030, με επίκεντρο τις ΑΠΕ, τα δίκτυα και τις νέες ψηφιακές υποδομές.
Παράλληλα, η διοίκηση της ΔΕΗ τόνισε πως επιδιώκει να ενισχύσει περαιτέρω τη γεωγραφική της επέκταση, εξετάζοντας ευκαιρίες σε αγορές όπως η Πολωνία και η Σλοβακία, στο πλαίσιο της στρατηγικής για ενίσχυση της παρουσίας της στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Η κατεύθυνση αυτή αποτυπώνει τη φιλοδοξία της επιχείρησης να εξελιχθεί από έναν παραδοσιακό πάροχο ηλεκτρικής ενέργειας σε έναν περιφερειακό όμιλο υποδομών, συνδέοντας την πράσινη μετάβαση με τη νέα ψηφιακή οικονομία.
