Το στίγμα της νέας φάσης των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, με αιχμή την ενεργειακή συνεργασία και την αμυντική σύμπραξη, έδωσε η πρέσβειρα των ΗΠΑ στην Ελλάδα, Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, από το βήμα της επετειακής εκδήλωσης για τα 250 χρόνια από την Αμερικανική Ανεξαρτησία.
Η ομιλία της εστίασε σε συγκεκριμένα στρατηγικά πεδία, αποτυπώνοντας τη βούληση της αμερικανικής πλευράς να εμβαθύνει τη συνεργασία με την Ελλάδα σε κρίσιμους τομείς που συνδέονται με την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, την Ανατολική Μεσόγειο και τη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.
Τον τόνο είχε δώσει νωρίτερα ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Κωστής Χατζηδάκης, ο οποίος υπογράμμισε ότι η συνεργασία Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών βρίσκεται σε ιστορικά υψηλό επίπεδο, επισημαίνοντας ότι «our partnership is stronger than ever», με ιδιαίτερη αναφορά στην κοινή πορεία στον ενεργειακό τομέα και ειδικότερα στις έρευνες υδρογονανθράκων.
Η σύνθεση των προσκεκλημένων επιβεβαίωσε τη βαρύτητα που αποδίδεται στον ενεργειακό σχεδιασμό. Στην εκδήλωση συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, ο διευθύνων σύμβουλος της HELLENiQ Energy, Ανδρέας Σιάμισιης, ο επικεφαλής της Energean, Μαθιός Ρήγας, καθώς και ο CEO της ΕΔΕΥΕΠ, Αριστοφάνης Στεφάτος, μαζί με στελέχη του κλάδου που εμπλέκονται στις έρευνες και την αξιοποίηση των ελληνικών κοιτασμάτων.
Το μήνυμα για τους υδρογονάνθρακες
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχαν οι αναφορές της Αμερικανίδας πρέσβειρας στον ενεργειακό τομέα, καθώς συνέδεσε ευθέως την ενεργειακή πολιτική με τη γεωπολιτική σταθερότητα της περιοχής.
Η κ. Γκίλφοϊλ έκανε ειδική μνεία στην ενίσχυση της συνεργασίας της ExxonMobil με τη HELLENiQ Energy και την Energean στις παραχωρήσεις του Ιονίου, καθώς και στις συμφωνίες της Chevron για υπεράκτιες έρευνες, επισημαίνοντας ότι οι συγκεκριμένες πρωτοβουλίες ανοίγουν τον δρόμο για τις πρώτες offshore ερευνητικές γεωτρήσεις στην Ελλάδα μετά από περισσότερα από σαράντα χρόνια.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στη διεύρυνση των συμφωνιών για την προμήθεια αμερικανικού LNG προς την ευρύτερη περιοχή, παρουσιάζοντας την Ελλάδα ως βασικό κρίκο της ευρωπαϊκής ενεργειακής αρχιτεκτονικής.
Σύμφωνα με την ίδια, η κοινή στρατηγική δημιουργεί ένα πιο ανθεκτικό ενεργειακό σύστημα, ενισχύει τις επενδύσεις και συμβάλλει στη σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου.
Η αμυντική διάσταση
Σημαντικό μέρος της παρέμβασής της αφιερώθηκε και στην αμυντική συνεργασία. Η πρέσβειρα των ΗΠΑ χαρακτήρισε τη Σούδα και την Αλεξανδρούπολη κρίσιμους κόμβους της συμμαχικής παρουσίας στην περιοχή, ενώ αναφέρθηκε στη συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα State Partnership με την Πολιτεία της Φλόριντα, το οποίο διευρύνει τη συνεργασία σε τομείς όπως η στρατιωτική εκπαίδευση, η κυβερνοασφάλεια, η προστασία κρίσιμων υποδομών και η αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών.
Ξεχωριστή ήταν και η αναφορά της στην απόκτηση των μαχητικών F-35, σημειώνοντας ότι η ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα δεν αποτελεί απλώς μια εξοπλιστική επιλογή αλλά μέρος ενός ευρύτερου μετασχηματισμού που ενισχύει τη διαλειτουργικότητα των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων με τις αμερικανικές και τις υπόλοιπες δυνάμεις του ΝΑΤΟ.
Το γεωπολιτικό αποτύπωμα
Πέρα από τον επετειακό χαρακτήρα της εκδήλωσης, το μήνυμα που εξέπεμψε η αμερικανική πλευρά ήταν ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζεται ως στρατηγικός εταίρος σε μια περίοδο κατά την οποία η ενέργεια, οι επενδύσεις και η ασφάλεια συγκροτούν ενιαία γεωπολιτική ατζέντα.
Οι αναφορές στους υδρογονάνθρακες, στις ενεργειακές υποδομές, στη ναυπηγική βιομηχανία και στη διεύρυνση της αμυντικής συνεργασίας αποτυπώνουν την πρόθεση της Ουάσιγκτον να επενδύσει περαιτέρω στη στρατηγική σχέση με την Αθήνα, ενισχύοντας τον ρόλο της Ελλάδας ως πυλώνα σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο και ως βασικού ενεργειακού και αμυντικού εταίρου των Ηνωμένων Πολιτειών.
