Σε κατάσταση αυξημένης επιφυλακής βρίσκεται η κυβέρνηση απέναντι στο νέο κύμα ανατιμήσεων που διαμορφώνεται στην ενέργεια, με τις διεθνείς εξελίξεις να ανεβάζουν τόσο τις τιμές των καυσίμων όσο και το κόστος ηλεκτροπαραγωγής. Παρότι η χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας κινείται εκ νέου ανοδικά, πληροφορίες του Liberal αναφέρουν ότι αυτή τη στιγμή δεν εξετάζεται νέο σχήμα επιδότησης των λογαριασμών ρεύματος, καθώς το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας αξιολογεί καθημερινά τα δεδομένα και εκτιμά ότι είναι ακόμη πρόωρο να ληφθούν σχετικές αποφάσεις.
Αντίθετα, στο μέτωπο των καυσίμων παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο πρόσθετων παρεμβάσεων, εφόσον οι διεθνείς πιέσεις αποκτήσουν μεγαλύτερη διάρκεια. Με δημοσιονομικό «μαξιλάρι» περίπου 200 εκατ. ευρώ, η κυβέρνηση παρακολουθεί στενά την αναζωπύρωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή, καθώς η γεωπολιτική ένταση τροφοδοτεί νέο ανοδικό κύμα στις τιμές του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και, κατ' επέκταση, των υγρών καυσίμων στην ελληνική αγορά.
Στο επίκεντρο του προβληματισμού βρίσκεται κυρίως το πετρέλαιο κίνησης, καθώς η αύξηση της τιμής του δεν επηρεάζει μόνο το κόστος μεταφοράς, αλλά διαχέεται σε ολόκληρη την οικονομία, επιβαρύνοντας την παραγωγή, τις μεταφορές και τελικά τον πληθωρισμό. Κυβερνητικά στελέχη επισημαίνουν στο Liberal ότι οι εξελίξεις αξιολογούνται σε καθημερινή βάση, με γνώμονα τόσο την πορεία των διεθνών αγορών όσο και τις επιπτώσεις που καταγράφονται στην εγχώρια αγορά ενέργειας.
Ανοδικές πιέσεις και στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας
Το μέτωπο του ηλεκτρισμού εξακολουθεί να προκαλεί έντονο προβληματισμό, καθώς η χονδρεμπορική αγορά έχει επιστρέψει σε ανοδική τροχιά. Η μέση τιμή του Ιουλίου διαμορφώνεται μέχρι στιγμής στα 113 ευρώ ανά μεγαβατώρα, καταγράφοντας αύξηση περίπου 22% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, ενώ οι ημερήσιες διακυμάνσεις παραμένουν ιδιαίτερα έντονες.
Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η αυξημένη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας λόγω του παρατεταμένου καύσωνα, η οποία σε συνδυασμό με τη χαμηλή αιολική παραγωγή και το υψηλό κόστος του φυσικού αερίου δημιουργεί ένα πιο απαιτητικό περιβάλλον για την ηλεκτροπαραγωγή.
Την ίδια στιγμή, το φυσικό αέριο εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό παράγοντα διαμόρφωσης της χονδρεμπορικής τιμής του ρεύματος στην Ελλάδα. Οι τιμές στον ολλανδικό κόμβο TTF κινούνται εκ νέου σε υψηλά επίπεδα, επιστρέφοντας κοντά στα 60 ευρώ ανά μεγαβατώρα, μετά την αναζωπύρωση της έντασης στη Μέση Ανατολή. Η εξέλιξη αυτή διατηρεί αυξημένο το κόστος ηλεκτροπαραγωγής, ενώ περιορίζει και τα κίνητρα για την ταχύτερη πλήρωση των ευρωπαϊκών αποθηκών φυσικού αερίου ενόψει του χειμώνα.
Παρά τις πιέσεις αυτές, σύμφωνα με πληροφορίες του Liberal, στο υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας δεν θεωρούν ότι έχουν διαμορφωθεί μέχρι στιγμής οι προϋποθέσεις για επαναφορά επιδοτήσεων στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας. Όπως επισημαίνουν αρμόδιες πηγές, οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται αποκλειστικά με βάση τη μέση τιμή της χονδρεμπορικής αγοράς, αλλά συνεκτιμώνται η διάρκεια των υψηλών τιμών, οι ενδοημερήσιες διακυμάνσεις, η συμμετοχή του φυσικού αερίου στο ενεργειακό μείγμα και κυρίως ο βαθμός στον οποίο οι αυξήσεις μεταφέρονται τελικά στη λιανική αγορά.
Οι διεθνείς αγορές συνεχίζουν να ανεβάζουν το κόστος των καυσίμων
Το διεθνές περιβάλλον εξακολουθεί να τροφοδοτεί την αβεβαιότητα. Οι τιμές του πετρελαίου κινούνται στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων μηνών, καθώς οι αγορές αποτιμούν τον αυξημένο γεωπολιτικό κίνδυνο και τις πιθανές επιπτώσεις στην παγκόσμια προσφορά. Μέσα σε διάστημα περίπου ενός μήνα, οι διεθνείς τιμές έχουν ενισχυθεί σημαντικά, με το Brent να προσεγγίζει τα 95 δολάρια ανά βαρέλι και το αμερικανικό WTI να κινείται κοντά στα 87 δολάρια.
Παράλληλα, ανησυχία προκαλούν και οι εκτιμήσεις του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, σύμφωνα με τις οποίες οι πολεμικές συγκρούσεις αυξάνουν τον κίνδυνο διαταραχών στην προμήθεια προϊόντων διύλισης, όπως η βενζίνη και το πετρέλαιο κίνησης, εντείνοντας τις πιέσεις στις διεθνείς αγορές καυσίμων.
Οι αυξήσεις περνούν ήδη στην αντλία
Οι διεθνείς ανατιμήσεις έχουν ήδη αρχίσει να αποτυπώνονται και στην ελληνική αγορά. Η μέση πανελλαδική τιμή της αμόλυβδης πλησιάζει πλέον τα 2 ευρώ ανά λίτρο, ενώ αντίστοιχη είναι η εικόνα και στο πετρέλαιο κίνησης, με τη διαφορά μεταξύ των δύο καυσίμων να έχει περιοριστεί αισθητά μέσα σε λίγες εβδομάδες.
Μεγαλύτερες επιβαρύνσεις εξακολουθούν να καταγράφονται στις νησιωτικές περιοχές, όπου το αυξημένο μεταφορικό κόστος διατηρεί τις τιμές σημαντικά υψηλότερα από τον πανελλαδικό μέσο όρο. Σε αρκετές περιπτώσεις, η αμόλυβδη ξεπερνά πλέον τα 2,30 ευρώ ανά λίτρο.
Την ίδια ώρα, εξακολουθεί να εφαρμόζεται η συμφωνία της κυβέρνησης με τα δύο ελληνικά διυλιστήρια για συγκράτηση των τιμών λιανικής έως το τέλος Αυγούστου. Σύμφωνα με την κυβερνητική εκτίμηση, χωρίς τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία η αμόλυβδη θα ήταν αισθητά ακριβότερη, ενώ ακόμη μεγαλύτερη θα ήταν και η επιβάρυνση στο πετρέλαιο κίνησης.
Στο κυβερνητικό επιτελείο εκτιμούν ότι η εικόνα θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια της γεωπολιτικής κρίσης και την πορεία των διεθνών τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου. Αν οι πιέσεις αποδειχθούν επίμονες και συνεχίσουν να περνούν στην ελληνική αγορά, δεν αποκλείεται να ενεργοποιηθούν πρόσθετα μέτρα στήριξης, με βασικό πεδίο παρέμβασης τα υγρά καύσιμα και ιδιαίτερα το πετρέλαιο κίνησης, λόγω της άμεσης επίδρασής του στο κόστος παραγωγής, στις μεταφορές και στον πληθωρισμό.
Το διαθέσιμο δημοσιονομικό περιθώριο των περίπου 200 εκατ. ευρώ παραμένει, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, η βασική «εφεδρεία» για την αντιμετώπιση ενδεχόμενης περαιτέρω επιδείνωσης της ενεργειακής κρίσης, ενώ οι τελικές αποφάσεις θα ληφθούν με βάση την εξέλιξη των διεθνών αγορών και την ένταση με την οποία οι αυξήσεις θα συνεχίσουν να επηρεάζουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
