Μία εκκωφαντική σύγκρουση αντίρροπων δυνάμεων καταγράφεται τελευταία στην παγκόσμια αγορά χρυσού. Από τη μία οι βραχυπρόθεσμες πιέσεις εξαιτίας των προσδοκιών για άνοδο του πληθωρισμού και αυξήσεις των επιτοκίων και από την άλλη οι μακροπρόθεσμοι ανοδικοί καταλύτες, όπως η αγοραστική μανία των κεντρικών τραπεζών, η βιομηχανική ζήτηση και η σταδιακή αποδολαριοποίηση.
Ο χρυσός διανύει ένα από τα χειρότερα τρίμηνα της τελευταίας δεκαετίας, παρά το γεγονός ότι η γεωπολιτική αβεβαιότητα – που παραδοσιακά ευνοεί τα ασφαλή καταφύγια - παραμένει στα ύψη, με τους αναλυτές να εμφανίζονται διχασμένοι για τη συνέχεια.
Το παράδοξο στην τρέχουσα συγκυρία είναι ότι σχεδόν όλοι οι μεγάλοι επενδυτικοί οίκοι παραμένουν bullish για τον χρυσό σε ορίζοντα 12-18 μηνών, αλλά ταυτόχρονα προειδοποιούν για τις πτωτικές πιέσεις που ενδέχεται να ασκηθούν από τις αυξήσεις επιτοκίων και την ανακύκλωση κεφαλαίων.
Ειδικά με φόντο τις IPOs όπως της SpaceX, οι αναλυτές πιστεύουν ότι όπως συμβαίνει και με τα crypto, οι επενδυτές θέλουν να ποντάρουν στο επόμενο success story που δεν είναι άλλο από την τεχνολογία, με αποτέλεσμα να εγκαταλείπουν άλλα assets.
Την περασμένη Δευτέρα, η JPMorgan προέβλεψε ότι ο χρυσός θα σκαρφαλώσει στα 6.000 δολάρια/ουγγιά στο τέλος του 2026, που συνεπάγεται περιθώριο ανόδου της τάξης του 40% από το τρέχον επίπεδο, ενώ δεν αποκλείει το ενδεχόμενο περαιτέρω ανόδου στα 6.300 δολάρια το 2027.
Ωστόσο, ο οίκος αναγνωρίζει ότι η μελλοντική ζήτηση και σταθερότητα των τιμών θα εξαρτηθεί από δύο παράγοντες που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα: την εξέλιξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή και από την πολιτική της Fed.
Το «διάβασμα» των αγορών σήμερα είναι ξεκάθαρο: οι επενδυτές θεωρούν ότι η άνοδος των ενεργειακών τιμών θα αναθερμάνει τον πληθωρισμό και η Fed θα αναγκαστεί να… σφίξει τα λουριά της νομισματικής πολιτικής, αυξάνοντας – αντί να μειώσει όπως αναμενόταν πριν τον πόλεμο – τα επιτόκια.
Οι προσδοκίες ακόμα και για διαδοχικές αυξήσεις επιτοκίων θα ασκήσουν πιέσεις, με την ΕΚΤ να κάνει ήδη την αρχή χθες, αυξάνοντας τα επιτόκια κατά 25 μονάδες βάσης για πρώτη φορά από τον Σεπτέμβριο του 2023.
Αυτή είναι η βασική αιτία που οδήγησε τον χρυσό στα 4.090 δολάρια στις συναλλαγές της Τετάρτης, με πτώση της τάξης του 16% στο τελευταίο τρίμηνο. Υπενθυμίζεται ότι η τιμή του χρυσού είχε ξεπεράσει τα 5.600 δολάρια στα τέλη Ιανουαρίου, που σημαίνει ότι έχει υποχωρήσει από τα ιστορικά υψηλά κατά περίπου 28%.
Την ίδια ώρα, οι ιστορικών διαστάσεων IPOs και οι συνολικές ανάγκες άντλησης κεφαλαίων στο β’ εξάμηνο του 2026, διαμορφώνουν ένα σκηνικό που θα μπορούσε να πυροδοτήσει ένα τσουνάμι ανακύκλωσης κεφαλαίων (περισσότερα εδώ https://www.liberal.gr/agores/megalytero-test-anakyklosis-kefalaion-stin-istoria-tis-wall) και να αναγκάσει επενδυτές να πουλήσουν assets που έχουν δώσει κέρδη τον τελευταίο χρόνο για να ποντάρουν σε επιθετικές επιλογές.
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι τελευταία αρκετοί αναλυτές έχουν αρχίζει να εστιάζουν περισσότερο στον πληθωρισμό και στα επιτόκια και λιγότερο στις γεωπολιτικές εντάσεις. Παρ όλα αυτά, η εικόνα δεν είναι αποκλειστικά αρνητική.
Ο γεωπολιτικός παράγοντας δεν θα πρέπει να αγνοηθεί, απλά στην τρέχουσα συγκυρία ο ίδιος παράγοντας προκαλεί πληθωριστικό σοκ και οδηγεί σε αυξήσεις επιτοκίων. Μην ξεχνάμε ότι ιστορικά, κάθε σημαντική κλιμάκωση της γεωπολιτικής αβεβαιότητας έχει λειτουργήσει υποστηρικτικά για το πολύτιμο μέταλλο, αν και η αντίδραση των αγορών κατά τη διάρκεια του πολέμου στον Περσικό Κόλπο δεν ήταν η αναμενόμενη.
Πέρα από την πετρελαϊκή κρίση, ο χρυσός θα μπορούσε να δεχθεί σημαντική ώθηση στο σενάριο που συνεχιστούν οι εντάσεις στη Μέση Ανατολή, αυξηθεί η αβεβαιότητα γύρω από τις σχέσεις των μεγαλύτερων παγκόσμιων δυνάμεων (ΗΠΑ, Κίνα κλπ) και ενισχυθούν οι φόβοι για νέες αναταράξεις στο παγκόσμιο εμπόριο και παγκόσμια ύφεση.
Ο ρόλος των κεντρικών τραπεζών
Ένας από τους ισχυρότερους καταλύτες που συντηρούσαν το αισιόδοξο σενάριο για τις τιμές του χρυσού ήταν οι αγορές των κεντρικών τραπεζών ανά την υφήλιο. Από το 2021 έως το 2025 οι κεντρικές τράπεζες αγόραζαν κατά μέσο όρο 225 τόνους χρυσό ανά τρίμηνο, με ρυθμό δηλαδή σχεδόν διπλάσιο από την περίοδο 2016-2020.
Μέσα στο 2026 ο ρυθμός δείχνει να έχει υποχωρήσει, με τις κεντρικές τράπεζες να πωλούν 129 τόνους χρυσού στο α’ τρίμηνο και να ξεχωρίζει η ρευστοποίηση 60 τόνων από την Τουρκία τον Μάρτιο. Οι καθαρές αγορές χρυσού διαμορφώθηκαν μόλις στις 16 τόνους στο α’ τρίμηνο, υποδηλώνοντας ότι το momentum έχει περιοριστεί.
Όμως επειδή πολλές αγορές χρυσού δεν αναφέρονται επισήμως, το Παγκόσμιο Συμβούλιο Χρυσού εκτιμά ότι οι πραγματικές αγορές από κεντρικές τράπεζες αυξήθηκαν σε σύγκριση με το δ’ τρίμηνο του 2025. Αυτός είναι μάλιστα ο λόγος που η Goldman Sachs συνεχίζει να πιστεύει ότι ο χρυσός θα φτάσει στα 5.400 δολάρια έως το τέλος του 2026.
Εκτός από τις κεντρικές τράπεζες, η JPMorgan σημειώνει ότι υπάρχουν και άλλες πηγές ζήτησης που μπορεί να υποστηρίξουν τις τιμές. Στις αρχές του 2025 οι 10 κορυφαίες ασφαλιστικές εταιρείες της Κίνας έλαβαν ρυθμιστική έγκριση να κατανείμουν το 1% των κεφαλαίων που διαχειρίζονται σε φυσικό χρυσό, που τότε αντιστοιχούσε σε 200 τόνους του πολύτιμου μετάλλου. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι το 1% μπορεί σύντομα να γίνει 5% δίνοντας μεγάλη ώθηση στην αγορά.
Τέλος, η βιομηχανική ζήτηση αναμένεται να λειτουργήσει υποστηρικτικά για τις τιμές του χρυσού. Αν και είναι μικρότερη από την επενδυτική ζήτηση και τη ζήτηση για κοσμήματα, ο χρυσός χρησιμοποιείται ολοένα και περισσότερο σε ημιαγωγούς, data centers, εξοπλισμό τηλεπικοινωνιών και προηγμένα συστήματα τεχνολογίας.
