Δημογραφική κατάρρευση: Η Ελλάδα μπροστά σε μια ιστορική πρόκληση

Δημογραφική κατάρρευση: Η Ελλάδα μπροστά σε μια ιστορική πρόκληση

Η δημογραφική εικόνα της χώρας μας σήμερα διαφέρει σημαντικά από αυτήν της πρώτης μεταπολεμικής δεκαετίας. Συνοψίζοντας τα βασικά χαρακτηριστικά της, και στη συνέχεια κάποιες από τις προκλήσεις που τίθενται, θα αναφέρουμε: 

1)την υπερ-συγκέντρωση του πληθυσμού σε ένα εξαιρετικά περιορισμένο τμήμα της επικράτειας (το 2021το 50% συγκεντρώνεται στο 1,6% της επιφάνειας σε 277 από τις 1036 Δημ. Ενότητες έναντι του 13,4% το 1951, το δε 80% στο 14,4% της επιφάνειας -42,1 % το 1951- σε 277 από τις 1036 Δ.Ε και σε 710 μόνον από τους 12,5 χιλιάδες οικισμούς που κατοικούνται), άμεση συνέπεια   της εσωτερικής -και δευτερευόντως της εξωτερικής μετανάστευσης-,  απόρροια του μεταπολεμικού μοντέλου ανάπτυξης,

2) την σημαντική μεν αύξηση του προσδόκιμου ζωής μας αλλά και την μεγαλύτερη  επιβράδυνση των κερδών της μετά το 1990 σε σχέση με άλλες  -εκτός των πρώην σοσιαλιστικών- χώρες της ΕΕ, 

3) την ταχύτατη μείωση  της γονιμότητας, του αριθμού δηλ. των παιδιών που απέκτησαν οι γενεές που γεννήθηκαν μετά το 1960, και την συνεχή αύξηση της μέσης ηλικίας στην απόκτησή τους, εξ’ ου και η μετά το 1980 ταχύτατη μείωση των γεννήσεων, μια μείωση που θα ήταν πολύ μεγαλύτερη χωρίς την συνεισφορά των αλλοδαπών (μια σχεδόν στις 7 γεννήσεις το 2004-2024 προήλθαν από αλλοδαπές γυναίκες), 

4) Την αναστροφή του πρόσημού των φυσικών ισοζυγίων μετά το 2010, καθώς ενώ οι γεννήσεις -αν εξαιρέσουμε το  1998-2003 που ήταν λίγο λιγότερες- μέχρι και το έτος αυτό ήταν περισσότερες από τους θανάτους, στη συνέχεια η σχέση αυτή αντιστράφηκε, 

5) την συνεχή αύξηση του ειδικού βάρους των 65 ετών και άνω (από το 6,8% το 1951 στο 23,5% σήμερα), άμεση επίπτωση της αύξησης του προσδόκιμου ζωής και της μείωσης της γονιμότητας (μια αύξηση που συνοδεύτηκε και από  και τη σημαντική μείωση του πλήθους και του ειδικού βάρους των νέων 0-19 ετών, από το 38,5% το 1951 στο 18,5% σήμερα),

6) Τις αλλαγές της σύνθεσης του πληθυσμού μας καθώς από   «εθνικά ομοιογενής» μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο (οι μη έχοντες την ελληνική υπηκοότητα το 1951 ήταν λίγες δεκάδες χιλιάδων) συμπεριλαμβάνει σήμερα περίπου 800 χιλ. άτομα μη έχοντα την ελληνική υπηκοότητα, η μεγάλη πλειοψηφία των οποίων προέρχεται από τις πρώην σοσιαλιστικές και τις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες του πλανήτη μας 

7) Την αναστροφή την τελευταία δεκαπενταετία των μεταναστευτικών ισοζυγίων καθώς οι έξοδοι από την χώρα μας ήταν συνολικά  περισσότεροι από τις εισόδους σε αυτήν  με αποτέλεσμα, σε συνδυασμό με τα αρνητικά φυσικά ισοζύγια (560 χιλ. περισσότεροι θάνατοι από γεννήσεις το 2011-24)  να έχουμε μια μείωση του πληθυσμού μας κατά 715 χιλ. την τελευταία δεκαπενταετία

8) Την μείωση των γάμων, την αύξηση των διαζυγίων και των συμφώνων συμβίωσης με αποτέλεσμα την αλλαγή της σύνθεσης και δομής των νοικοκυριών και των οικογενειών και την ανάδυση νέων οικογενειακών μοντέλων 

Τα προαναφερθέντα που αναφέρονται σε  επίπεδο χώρας προκύπτουν όμως από εξαιρετικά διαφοροποιημένες μέχρι σήμερα πορείες σε χαμηλότερα διοικητικά επίπεδα όπως προκύπτει από τις αναλύσεις του Ινστιτούτου Δημογραφικών Μελετών και Ερευνών καθώς: 

· Ενώ στην Ελλάδα  η μεταβολή (αρνητική) του πληθυσμού μας ανάμεσα στις δύο τελευταίες απογραφές ανέρχεται στο -3,1%, στις Περ. Ενότητες κυμαίνεται από -14 έως +11%, στους Δήμους από  -33 έως +18%  και στις Δημοτικές Ενότητες από -82  έως >50%;  

·Όταν στην απογραφή του 2021  σε επίπεδο χώρας το 29,5% του πληθυσμού είναι 60 ετών και άνω, το ποσοστό αυτό στην Π.Ε. Ευρυτανίας είναι 43% ενώ σε αυτή της Μυκόνου είναι  μικρότερο του 18%. Σε επίπεδο δε Δήμων, η διαφορά ανάμεσα στον Δ. Μυκόνου και στους δυο Δήμους των Τζουμέρκων είναι τεράστια, καθώς στον πρώτο οι 60 και άνω αποτελούν λιγότερο του 18% ενώ στους δυο τελευταίους υπερβαίνουν το 58%·

· Στην ίδια απογραφή όταν τα άτομα αναπαραγωγικών ηλικιών 25-44 ετών αποτελούν σε εθνικό επίπεδο το 25%, το % αυτό στις Περ. Ενότητες κυμαίνεται από 31 % (Μύκονος) έως 19% (Ευρυτανία), ενώ ο Δ. Θήρας έχει υπερδιπλάσιο πληθυσμό 25-44 ετών (31,5%) από αυτόν του Δήμου Κεντρικών Τζουμέρκων (14%)

· Tο 2023 ο ετήσιος δείκτης γονιμότητας (1,25 παιδιά/γυναίκα σε εθνικό επίπεδο) κυμαινόταν από <1,1  (Φωκίδα, Ευρυτανία, Σέρρες) έως 1,8-1,9 (Δ. Αττική και Κυκλάδες) 

· Όταν την περίοδο 1980-2024 (45 χρόνια) στην Ελλάδα οι γεννήσεις είναι για 20 χρόνια λιγότερες από τους θανάτους, σε 10 Περ. Ενότητες  οι γεννήσεις είναι λιγότερες για 40 ή και περισσότερα ακόμη έτη, ενώ  στον αντίποδα σε  3  υπολείπονται των θανάτων για λιγότερα από 5 ετη 

· Το 2024 στο 6% των Δημ. Ενοτήτων (66,  εκ των οποίων 6 μικρά νησιά) δεν κατεγράφησαν γεννήσεις αλλά μόνον θάνατοι ενώ σε 190 άλλες (μια σχεδόν στις έξι Δ.Ε  εκ των οποίων οι  16 είναι νησιωτικές) είχαμε 5 ή ακόμη και λιγότερες γεννήσεις αλλά πολύ περισσότερους θανάτους 

· Την ίδια δε χρονιά  ενώ αναλογούν σε εθνικό επίπεδο 185 θάνατοι σε 100 γεννήσεις, υπάρχουν 3 νομοί  όπου η αναλογία είναι 1/1 και 13 όπου αυτή είναι >250 θάνατοι/100 γεννήσεις (ακραία περίπτωση τα Γρεβενά και η Ευρυτανία με 374-376 θ/100 Γ). Σε χαμηλότερο δε επίπεδο μόνον 1 στους 10 από τους 325 Δήμους είχε  σχετικά ισορροπημένα φυσικά ισοζύγια  (λιγότερους θανάτους από γεννήσεις έως και ένα  θάνατο/ γέννηση), ενώ σε 1 στους 5 καταγράφηκαν τέσσερεις ή και περισσότεροι ακόμη θάνατοι ανά μια γέννηση.  

Οι δημογραφικές εξελίξεις σε εθνικό επίπεδο -πολύ λιγότερο όμως σε χαμηλότερο από αυτό επίπεδα- μας προβληματίζουν όλο και περισσότερο. Ο προβληματισμός μας δεν περιορίζεται μόνον στο παρόν, καθώς όλες οι προβολές, τόσο αυτές των διεθνών οργανισμών, όσο και αυτές του Ινστιτούτου Δημογραφικών Μελετών και Ερευνών (ΙΔΕΜ), αφήνουν να διαφανεί  ότι, σε επίπεδο χωρας:

1) τις αμέσως επόμενες δεκαετίες οι θάνατοι θα αυξηθούν ελαφρώς (θα εγγίξουν τις 130 χιλ. κατά μέσο όριο ετησίως το 2025-59)  και θα συνεχίσουν να είναι περισσότεροι από τις γεννήσεις που θα είναι κατά πολύ λιγότερες από τις 92 χιλ. -μέσος όρος- της δεκαετίας 2011-20. Αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα να καταγράφουμε  κάθε χρονιά έντονα αρνητικά φυσικά ισοζύγια και, αν το μεταναστευτικό μας ισοζύγιο είναι ουδέτερο,  μια συνεχή μείωση του πληθυσμού μας, 

3) η δημογραφική γήρανση δεν πρόκειται να ανακοπεί, 

4) η υπερ-συγκέντρωσή του πληθυσμού σε ένα εξαιρετικά περιορισμένο τμήμα της επικράτειας δεν αναμένεται να ανακοπεί αν δεν υπάρξει μια εθνική  στρατηγική για την περιφερειακή ανάπτυξη  και 

5)  Ο συνολικός πληθυσμός μας, στην υπόθεση πάντοτε ενός μηδενικού την επόμενη τριακονταπενατετία μεταναστευτικού ισοζυγίου,  θα μειωθεί από 1,95 έως και 2,45 εκατομμύρια το 2060 σε σχέση με σήμερα, ενώ οι 65 ετών και άνω θα αυξηθούν κατά 700 σχεδόν χιλ. Θα επανέλθει δηλαδή στο ευνοϊκότερο σενάριο στα επίπεδα του 1963 -8,45 εκατομ -, στο δυσμενέστερο δε σε αυτά του 1955 -7,95  εκατομ -. Και στα δυο όμως αυτά σενάρια  η κατανομή του ανά ηλικία  θα διαφοροποιείται σημαντικά αυτής  του 1960  καθώς οι 65 ετών και άνω θα αποτελούν το 30 -38 % του συνόλου έναντι του 6-7% έναν αιώνα πριν.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Στη χώρα μας δεν φαίνεται να έχει γίνει ακόμη πλήρως κατανοητό από τους προτείνοντες ή τους επιφορτισμένους με τη λήψη μέτρων πολιτικής ότι: 

ι. Ο πληθυσμός διέπεται από αδράνεια, ενώ οι κύριες δημογραφικές συνιστώσες (γονιμότητα, θνησιμότητα, μετανάστευση [εσωτερική και εξωτερική] συνδέονται με αμφίδρομες σχέσεις, επηρεάζονται από πλήθος εξωγενών της δημογραφίας μεταβλητών ενώ, ταυτόχρονα, επηρεάζουν και τις μεταβλητές αυτές,

ιι. Απαιτείται η δημιουργία όχι απλά και μόνον ενός ευνοϊκού περιβάλλοντος για την οικογένεια και το παιδί, αλλά ενός εξαιρετικά ευνοϊκού  τέτοιου περιβάλλοντος (βλ. και POPNEWS 3, 2026 «Είναι δυνατόν να αυξηθούν οι γεννήσεις και η γονιμότητα των γενεών τις επόμενες δεκαετίες στην Ελλάδα; οι προσήκουσες πολιτικές και τα όριά τους», https://indemography.gr/category/enimerosi/deltia/). Αν αυτό δημιουργηθεί θα επιτρέψει στις νεότερες γενεές να αποκτήσουν τον αριθμό των παιδιών που επιθυμούν αυξάνοντας τον αριθμό αυτό από 1,45 στις γενεές που γεννήθηκαν γύρω από το 1985 στα 1,7-1,8 παιδιά σε αυτές που γεννήθηκαν μετά τα τέλη του 2010. Οφείλουμε δε να  τονίσουμε το  «εξαιρετικό» καθώς η επιβράδυνση της μείωσης των γεννήσεων, και, στη συνέχεια, η όποια προοδευτική αύξησή τους από το χαμηλότερο επίπεδο που θα φθάσουν (αναγκαία προϋπόθεση για να μειωθεί μελλοντικά η διαφορά ανάμεσα σε αυτές και τους θανάτους) είναι αδύνατον να επιτευχθεί  χωρίς την δημιουργία του περιβάλλοντος αυτού καθώς οι  γυναίκες 25-44 ετών από τις οποίες προέρχεται σχεδόν το 90% των γεννήσεων κάθε χρονιάς αναμένεται, εν απουσία μετανάστευσης -εξ ου και ο σημαντικός ρόλος της συνιστώσας αυτής στο μέλλον- να μειωθούν ανάμεσα στο 2025 και το 2060 κατά 35% περίπου (από 770 χιλ. σήμερα σε 505 χιλ. το 2060), 

ιιι. Πρέπει άμεσα να αμβλυνθούν οι έντονες διαφοροποιήσεις γύρω από τους μέσους εθνικούς όρους. Υπενθυμίζουμε δε ότι η εξαιρετικά άνιση κατανομή του πληθυσμού στον ελλαδικό χώρο,  συνοδεύεται σήμερα συχνά όχι μόνον από την άνιση κατανομή στο χώρο του εργατικού δυναμικού, των οικονομικών δραστηριοτήτων και του παραγομένου πλούτου αλλά και από εξαιρετικά διαφοροποιημένους δημογραφικούς δείκτες. Οι έντονες αυτές  ανισότητες σε περιφερειακό και ενδοπεριφερειακό επίπεδο υποθηκεύουν, εκτός των άλλων, την ανάπτυξη και την εδαφική συνοχή της χώρας μας έχοντας ήδη επηρεάσει σημαντικά  τον δυναμισμό πλήθους περιοχών της ηπειρωτικής -και, σε μικρότερο βαθμό- της νησιωτικής Ελλάδας. Στις περιοχές αυτές  καταγράφονται πλέον ετησίως υψηλές αναλογίες θανάτων/ γέννηση και υψηλοί ρυθμοί μείωσης και γήρανσης του πληθυσμού, οδηγώντας τες, αν δεν υπάρξουν ενεργά μετρά και πολιτικές όχι μόνον σε εθνικό αλλά και σε περιφερειακό επίπεδο, στη δημογραφική τους κατάρρευση. 

Για την άμβλυνσή των ανισοτήτων αυτών απαιτείται μια μεσο-μακροπρόθεσμη στρατηγική. Ειδικότερα, εκτός του ότι οι πολιτικές για τη στήριξη της οικογένειας και του παιδιού θα πρέπει να σχεδιάζονται λαμβάνοντάς υπόψη και τις περιφερειακές ανισότητες, θα πρέπει να αξιοποιηθεί, μετά και τις αλλαγές που επέφερε και ο covid  (τηλεργασία), και η τάση τμήματος των νεότερων γενεών στα μεγάλα κέντρα που επιθυμούν, με δεδομένες τις υφιστάμενες δυσμενείς συνθήκες διαβίωσης, στέγασης και εργασίας – και σε συνδυασμό και με την αλλαγή της σχέσης τους με το περιβάλλον και την φύση-,  την μετέγκαταστασή τους εκτός των κέντρων αυτών. Η προαναφερθείσα όμως επιθυμία για την εγκατάλειψη των κορεσμένων σήμερα αυτών αστικών κέντρων για να μετουσιωθεί μαζικά σε πράξη απαιτεί και ενεργές πολιτικές σε συνεργασία με την Τ.Α που θα στοχεύουν στην αποκέντρωση (και, προφανώς, ένα εθνικό σχέδιο περιφερειακής ανάπτυξης).


*O Καθ. Βύρων Κοτζαμάνης είναι Δ/της Ερευνών-Ινστιτούτο Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ)

 [email protected],  https://indemography.gr