Τι προβλέπει το εγχειρίδιο των Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ αν αποτύχουν οι διαπραγματεύσεις με το Ιράν
Fox News

Τι προβλέπει το εγχειρίδιο των Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ αν αποτύχουν οι διαπραγματεύσεις με το Ιράν

Αν οι διαπραγματεύσεις με το Ιράν καταρρεύσουν, οι ΗΠΑ πιθανότατα θα κινηθούν άμεσα για να υποβαθμίσουν τις στρατιωτικές δυνατότητες της Τεχεράνης - κάτι που, σύμφωνα με αναλυτές, θα ξεκινήσει με πλήγματα σε πυραυλικά συστήματα, ναυτικά μέσα και δίκτυα διοίκησης, πριν επεκταθεί σε πιο αμφιλεγόμενους στόχους, σύμφωνα με το Fox News.

Όπως ανέφερε υψηλόβαθμος αξιωματικός στο αμερικανικό δίκτυο, οι βασικοί στόχοι θα περιλαμβάνουν βαλλιστικούς πυραύλους, πυραύλους κρουζ, συστήματα αεράμυνας, ναυτικές πλατφόρμες κρούσης, δίκτυα διοίκησης και ελέγχου, εγκαταστάσεις των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC), δίκτυα υποστήριξης μέσω συμμαχικών και παραστρατιωτικών οργανώσεων, καθώς και υποδομές που σχετίζονται με το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας.

Ιδιαίτερη βαρύτητα φαίνεται πως θα δοθεί στο Στενό του Ορμούζ, όπου το Ιράν διατηρεί έναν εκτεταμένο στόλο ταχέων επιθετικών σκαφών. Πρόκειται για ένα από τα βασικά εργαλεία της ασύμμετρης ναυτικής στρατηγικής της Τεχεράνης, καθώς τα μικρά και ευέλικτα αυτά σκάφη μπορούν να παρενοχλούν εμπορικά δεξαμενόπλοια, να απειλούν αμερικανικές ναυτικές μονάδες και να προκαλούν σοβαρή αναστάτωση σε έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους του πλανήτη. Σε περίπτωση κλιμάκωσης, εκτιμάται ότι θα αποτελέσουν από τους πρώτους στόχους αμερικανικών επιχειρήσεων.

Παράλληλα, σημαντικό τμήμα της στρατιωτικής ισχύος του Ιράν παραμένει ανέπαφο. Σύμφωνα με στρατιωτικούς αναλυτές, οι μέχρι τώρα αμερικανικές επιχειρήσεις έχουν πλήξει λιγότερο από το 1% των δυνάμεων των IRGC, γεγονός που σημαίνει ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος του στρατιωτικού μηχανισμού της χώρας εξακολουθεί να διαθέτει επιχειρησιακή ικανότητα και δυνατότητα διεξαγωγής συντονισμένων επιθέσεων.

Ανάλυση της CIA εκτιμά ότι η Τεχεράνη μπορεί να αντέξει τις οικονομικές και στρατιωτικές πιέσεις για ακόμη τρεις έως τέσσερις μήνες, προτού βρεθεί αντιμέτωπη με ιδιαίτερα σοβαρές οικονομικές συνέπειες. Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα αφορά μέχρι πού θα ήταν διατεθειμένες να φτάσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες σε ένα τέτοιο σενάριο.

Οι διαπραγματευτές εξακολουθούν να εργάζονται προς μια προκαταρκτική συμφωνία - πλαίσιο, την οποία αξιωματούχοι περιγράφουν ως αφετηρία για ευρύτερες συνομιλίες σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και την πιθανή άρση των κυρώσεων. Ωστόσο, η βαθιά δυσπιστία και από τις δύο πλευρές καθιστά τη διαδικασία ιδιαίτερα εύθραυστη, αυξάνοντας τα διακυβεύματα σε περίπτωση αποτυχίας της διπλωματίας.

«Δεν ξεκινάμε από το μηδέν», δήλωσε στο Fox News Digital ο απόστρατος αντισυνταγματάρχης Σεθ Κρούμριχ, πρώην σχεδιαστής του Επιτελείου Στρατού και νυν αναλυτής παγκόσμιου κινδύνου. «Ξεκινάμε από το μείον 1.000, επειδή καμία πλευρά δεν εμπιστεύεται την άλλη. Αυτή θα είναι μια εξαιρετικά δύσκολη διαδικασία».

Η προοπτική τερματισμού του πολέμου παραμένει εξαιρετικά περίπλοκη

Ο Τραμπ έχει ήδη δείξει πρόθεση περαιτέρω κλιμάκωσης, προειδοποιώντας πριν από την εφαρμογή της εκεχειρίας ότι η Ουάσινγκτον θα μπορούσε να «εξαλείψει πλήρως» κρίσιμες ενεργειακές εγκαταστάσεις του Ιράν, συμπεριλαμβανομένων σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, πετρελαϊκών υποδομών και βασικών εξαγωγικών κόμβων, όπως το νησί Kharg, εφόσον δεν υπάρξει συμφωνία, σημειώνει το Fox News.

Η ένταση αυτή έγινε εμφανής την Πέμπτη, όταν ανώτερος Αμερικανός αξιωματούχος επιβεβαίωσε ότι αμερικανικές δυνάμεις έπληξαν το λιμάνι Κεσμ και το Μπαντάρ Αμπάς, στρατηγικές τοποθεσίες κοντά στα Στενά του Ορμούζ, επιμένοντας ωστόσο ότι η επιχείρηση δεν σηματοδοτεί επανέναρξη του πολέμου ούτε τερματισμό της εκεχειρίας.

Η επίθεση σε ιρανικό πετρελαϊκό λιμάνι σημειώθηκε δύο ημέρες μετά την εκτόξευση 15 βαλλιστικών πυραύλων και πυραύλων κρουζ από το Ιράν προς το λιμάνι Φουτζέιρα των ΗΑΕ, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις στους συμμάχους του Κόλπου.

Ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγσεθ και ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, στρατηγός Νταν Κέιν, υποστήριξαν ότι η επίθεση δεν συνιστούσε παραβίαση της εκεχειρίας, χαρακτηρίζοντάς την «χτύπημα χαμηλής έντασης».

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ  έχει επανειλημμένα προειδοποιήσει ότι, σε περίπτωση κατάρρευσης των διαπραγματεύσεων, η Ουάσινγκτον θα μπορούσε να επαναλάβει τους βομβαρδισμούς κατά του Ιράν. Πριν από την εφαρμογή της πρόσφατης εκεχειρίας, είχε αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο στοχοποίησης ενεργειακών υποδομών και βασικών οικονομικών εγκαταστάσεων της χώρας.

Παρά ταύτα, η στοχοποίηση υποδομών διπλής χρήσης - δηλαδή εγκαταστάσεων με τόσο στρατιωτικό όσο και πολιτικό χαρακτήρα - συνοδεύεται από σοβαρές νομικές, πολιτικές και επιχειρησιακές δυσκολίες. Μια τέτοια επιλογή ενδέχεται να προκαλέσει έντονες διεθνείς αντιδράσεις και να θέσει τις ΗΠΑ αντιμέτωπες με αυξημένο διπλωματικό και νομικό κόστος.

Επιπλέον, εκτεταμένα πλήγματα σε κρίσιμες υποδομές θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε βαθύτερη αποσταθεροποίηση, ακόμη και σε εσωτερική κατάρρευση του Ιράν, δημιουργώντας ένα νέο και εξαιρετικά επικίνδυνο περιφερειακό κενό ισχύος.

Συνολικά, η προοπτική τερματισμού της σύγκρουσης που ξέσπασε στις 28 Φεβρουαρίου παραμένει εξαιρετικά περίπλοκη. Η μέχρι τώρα εξέλιξη της κρίσης δείχνει ότι δεν υπάρχουν πραγματικοί κερδισμένοι, καθώς οι συνέπειες επηρεάζουν όχι μόνο τις άμεσα εμπλεκόμενες χώρες αλλά και την Ευρώπη, την Ασία και τη διεθνή οικονομία συνολικά.

Ο καθοριστικός παράγοντας φαίνεται πλέον να είναι ο χρόνος και οι αντοχές κάθε πλευράς. Ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται υπό πίεση από τρεις βασικούς παράγοντες.

  • Πρώτον, επιδιώκει να έχει εξασφαλίσει μια συμφωνία πριν από το ταξίδι του στην Κίνα, ώστε να προσέλθει στις διαπραγματεύσεις με τον Σι Τζινπίνγκ από θέση ισχύος.
  • Δεύτερον, η κρίση στον Κόλπο έχει αρχίσει να επηρεάζει και την αμερικανική αγορά, με τις τιμές του πετρελαίου να κινούνται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, πέρα από τις επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία.
  • Τρίτον, εντείνονται οι αντιδράσεις στο εσωτερικό, ακόμη και από Ρεπουμπλικάνους, καθώς δεν διαφαίνεται σαφής στρατηγική εξόδου από την κρίση.

Από την πλευρά του, το Ιράν αντιμετωπίζει πέρα από τη στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ και τον κίνδυνο σοβαρής οικονομικής κατάρρευσης. Ο ναυτικός αποκλεισμός που έχουν επιβάλει οι ΗΠΑ επιβαρύνει δραματικά την οικονομία του, ωστόσο η Τεχεράνη δεν εξετάζει την παράδοση του Ορμούζ, καθώς κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με απόλυτη στρατηγική και οικονομική καταστροφή.

Τελικά, εκείνος που θα μπορέσει να διατηρήσει περισσότερο την πολιτική, στρατιωτική και οικονομική του συνοχή ενδέχεται να αποκομίσει τα μεγαλύτερα στρατηγικά οφέλη. 

Δείτε όλες τις εξελίξεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή