Πώς οι Ερυθρές Ταξιαρχίες βάφτισαν τον τρόμο «μαζική πάλη»
Wikimedia Commons
Wikimedia Commons

Πώς οι Ερυθρές Ταξιαρχίες βάφτισαν τον τρόμο «μαζική πάλη»

Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες ήθελαν να παρουσιάζονται ως η στρατιωτική έκφραση ενός λαού που εξεγειρόταν. Δεν ήταν. Υπήρξαν μια κλειστή, συγκεντρωτική και ένοπλη οργάνωση, η οποία πίστευε ότι διέθετε το δικαίωμα να αποφασίζει ποιος ήταν εχθρός, ποιος ήταν προδότης και ποιος έπρεπε να πεθάνει.

Η δράση τους σημάδεψε την Ιταλία των «χρόνων του μολυβιού», μιας περιόδου πολιτικής βίας, βομβιστικών επιθέσεων, απαγωγών και δολοφονιών. Οι ίδιες γεννήθηκαν το 1970, μέσα από τη συνάντηση ριζοσπαστικοποιημένων φοιτητών, πρώην κομμουνιστών ακτιβιστών και εργατικών πυρήνων. Κεντρικά πρόσωπα ήταν ο Ρενάτο Κούρτσιο, η Μαργκερίτα Καγκόλ και ο Αλμπέρτο Φραντσεσκίνι.

Η πολιτική τους απάτη βρισκόταν ήδη μέσα στην ορολογία τους. Στα κείμενά τους μιλούσαν για τη «διαλεκτική της ένοπλης πάλης και της μαζικής πάλης». Με αυτή τη φράση επιχειρούσαν να συνδέσουν τις πραγματικές κοινωνικές διεκδικήσεις με τη δράση μιας παράνομης ένοπλης οργάνωσης.

Η γέννηση μέσα στα εργοστάσια

Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες δεν ξεκίνησαν χτυπώντας υπουργούς και δικαστές. Αρχικά αναπτύχθηκαν γύρω από μεγάλες βιομηχανικές μονάδες του ιταλικού Βορρά, όπως η Pirelli, η Sit-Siemens και η Alfa Romeo στο Μιλάνο, η Fiat στο Τορίνο και η Italsider στη Γένοβα.

Η Ιταλία έβγαινε από το «θερμό φθινόπωρο» του 1969. Οι απεργίες, οι καταλήψεις και οι συγκρούσεις γύρω από τους μισθούς και τις εργασιακές συνθήκες είχαν κινητοποιήσει εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένους. Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες προσπάθησαν να μπουν σε αυτή την πραγματικότητα και να τη μετατρέψουν σε έδαφος στρατολόγησης. Οι πρώτες ενέργειες περιλάμβαναν εμπρησμούς αυτοκινήτων στελεχών επιχειρήσεων, καταστροφές εξοπλισμού, εισβολές σε γραφεία και σύντομες απαγωγές διευθυντών. Ο στόχος ήταν διπλός. Να τρομοκρατήσουν συγκεκριμένα πρόσωπα και να εμφανίσουν τη βία ως αποτελεσματικότερη από την απεργία, το συνδικάτο ή την πολιτική οργάνωση.

Εδώ βρισκόταν ο πρώτος πυρήνας της λεγόμενης «μαζικής πάλης». Η οργάνωση δεν περίμενε από τους εργαζομένους να αποφασίσουν οι ίδιοι. Μια μικρή ένοπλη ομάδα θα ενεργούσε στο όνομά τους και έπειτα θα ζητούσε τη στήριξή τους. Οι μάζες αντιμετωπίζονταν ως ακροατήριο προς «διαπαιδαγώγηση». Οι ένοπλοι κρατούσαν για τον εαυτό τους τον ρόλο του δασκάλου, του δικαστή και του εκτελεστή.

Η «ένοπλη προπαγάνδα»

Σύμφωνα με την ιδεολογική επεξεργασία των Ερυθρών Ταξιαρχιών, η επανάσταση θα εξελισσόταν σε στάδια. Στην πρώτη φάση, μια ένοπλη πρωτοπορία θα πραγματοποιούσε βίαιες ενέργειες με στόχο να αφυπνίσει την εργατική τάξη. Η πρακτική αυτή ονομαζόταν «ένοπλη προπαγάνδα».

Στη δεύτερη φάση, η βία υποτίθεται ότι θα οδηγούσε στη δημιουργία ενός «προλεταριακού αντι-κράτους». Θα ακολουθούσε η ανοικτή σύγκρουση και η ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η λογική ήταν αυταρχική από τη βάση της. Η κοινωνία χωριζόταν σε φίλους και εχθρούς. Η πολιτική διαφωνία μετατρεπόταν σε ενοχή. Οι θεσμοί της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας θεωρούνταν εργαλεία του «ταξικού εχθρού». Η ανθρώπινη ζωή υποτασσόταν στις ανάγκες ενός υποτιθέμενου ιστορικού σκοπού.

Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες έλεγαν ότι υπηρετούσαν τον λαό. Δεν του ζητούσαν εντολή. Τον επικαλούνταν για να νομιμοποιούν αποφάσεις που λάμβαναν μέσα σε παράνομα διαμερίσματα, κρυψώνες και κλειστά όργανα. Η λεγόμενη «μαζική πάλη» ήταν συνεπώς μια κατασκευή. Η μάζα υπήρχε στα συνθήματα. Η πραγματική εξουσία βρισκόταν στα χέρια μιας μικρής, ένοπλης και αυτοδιορισμένης ηγεσίας.

Από το σαμποτάζ στον φόνο

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, η οργάνωση άρχισε να απομακρύνεται από το εργοστάσιο. Στη θεωρία της εμφανίστηκε το «Ιμπεριαλιστικό Κράτος των Πολυεθνικών». Το ιταλικό κράτος παρουσιαζόταν ως το αδύναμο σημείο ενός διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος.

Αυτή η ανάλυση άνοιξε τον κατάλογο των υποψήφιων στόχων. Πολιτικοί, δικαστές, αστυνομικοί, σωφρονιστικοί υπάλληλοι, δημοσιογράφοι, πανεπιστημιακοί και συνδικαλιστές εντάχθηκαν στη λίστα των «εχθρών». Η οργάνωση πέρασε από το εργοστασιακό σαμποτάζ στην επίθεση κατά της ίδιας της Δημοκρατίας. Η κλιμάκωση δεν ήταν ένα ατύχημα ούτε το αποτέλεσμα ορισμένων «υπερβολικών» μελών. Αποτελούσε συνέπεια της ιδεολογίας τους. Όταν μια ομάδα πιστεύει ότι εκπροσωπεί την Ιστορία, κάθε άνθρωπος που στέκεται απέναντί της καταλήγει αναλώσιμος.

Η «ένοπλη προπαγάνδα» έγινε πυροβολισμός στα πόδια. Ο πυροβολισμός έγινε εκτέλεση. Η απαγωγή έγινε φυλάκιση και δολοφονία.

Ο Άλντο Μόρο και η επίθεση στην πολιτική

Το αποκορύφωμα ήρθε στις 16 Μαρτίου 1978. Ένοπλοι των Ερυθρών Ταξιαρχιών επιτέθηκαν στην αυτοκινητοπομπή του Άλντο Μόρο στη Via Fani της Ρώμης. Σκότωσαν τους πέντε άνδρες της φρουράς του και τον απήγαγαν.

Ο Μόρο ήταν πρώην πρωθυπουργός και πρόεδρος της Χριστιανοδημοκρατίας. Υπήρξε κεντρικός συνομιλητής στην προσπάθεια προσέγγισης της Χριστιανοδημοκρατίας με το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Απήχθη την ημέρα κατά την οποία σχηματιζόταν κυβέρνηση που θα στηριζόταν κοινοβουλευτικά και από τους κομμουνιστές.

Για 55 ημέρες κρατήθηκε σε μια αυτοσχέδια φυλακή. Η οργάνωση επιχείρησε να μετατρέψει έναν ανυπεράσπιστο όμηρο σε αντικείμενο προπαγάνδας. Τον υπέβαλε σε μια παρωδία «λαϊκής δίκης», σαν να διέθετε δικαιοδοσία πάνω στη ζωή του.

Στις 9 Μαΐου 1978, ο Μόρο δολοφονήθηκε. Το σώμα του βρέθηκε μέσα σε ένα κόκκινο Renault 4 στο κέντρο της Ρώμης.

Η οργάνωση πίστευε ότι είχε χτυπήσει την «καρδιά του κράτους». Στην πραγματικότητα είχε εκτελέσει έναν αιχμάλωτο και είχε δολοφονήσει πέντε εργαζομένους των σωμάτων ασφαλείας. Αντί να προκαλέσει λαϊκή εξέγερση, προκάλεσε φόβο, αποστροφή και μαζική κοινωνική καταδίκη.

Η υπόθεση Μόρο αποκάλυψε την ουσία της τρομοκρατικής λογικής. Η πολιτική αντιμετωπίστηκε ως εχθρός, επειδή στηριζόταν στη διαπραγμάτευση, στον συμβιβασμό και στην ψήφο. Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες χρειάζονταν έναν κόσμο χωρίς ενδιάμεσες λύσεις. Μόνο έτσι μπορούσαν να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους.

Ο εργάτης που ξεγύμνωσε το ψέμα

Η πιο καταλυτική διάψευση του μύθου τους ήρθε από τον ίδιο τον κόσμο της εργασίας.

Ο Γκουίντο Ρόσα ήταν εργάτης, κομμουνιστής και συνδικαλιστής στην Italsider της Γένοβας. Εντόπισε διακίνηση προπαγανδιστικού υλικού των Ερυθρών Ταξιαρχιών μέσα στο εργοστάσιο και κατήγγειλε τον υπεύθυνο.

Στις 24 Ιανουαρίου 1979, μέλη της οργάνωσης τον δολοφόνησαν έξω από το σπίτι του.

Η πράξη είχε τεράστιο πολιτικό βάρος. Οι άνθρωποι που ισχυρίζονταν ότι πολεμούσαν για τους εργάτες σκότωσαν έναν εργάτη, επειδή αρνήθηκε να δεχθεί ότι το εργοστάσιό του θα μετατρεπόταν σε βάση τρομοκρατικής δράσης. Ο Ρόσα δεν ήταν βιομήχανος, στρατηγός ή κυβερνητικός αξιωματούχος. Ήταν ακριβώς ο άνθρωπος που η προπαγάνδα των Ερυθρών Ταξιαρχιών ισχυριζόταν ότι υπερασπιζόταν.

Η δολοφονία του διέλυσε μεγάλο μέρος των υπολειμμάτων ανοχής που διατηρούσε η οργάνωση σε τμήματα του εργατικού περιβάλλοντος. Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες είχαν φτάσει στο σημείο να πυροβολούν την κοινωνική τάξη στο όνομα της οποίας σκότωναν.

Η «μαζική πάλη» χωρίς τις μάζες

Μετά τη δολοφονία Μόρο, η οργάνωση έγινε ακόμη πιο συγκεντρωτική και εσωστρεφής. Η παρανομία, η αυστηρή ιεραρχία και η εμμονή στην ιδεολογική ομοιομορφία έκοψαν τους τελευταίους δεσμούς της με τα κοινωνικά στρώματα στα οποία απευθυνόταν.

Η βία έπαψε να υπηρετεί ακόμη και τον διακηρυγμένο επαναστατικό στόχο. Υπηρετούσε πλέον την επιβίωση του μηχανισμού. Η οργάνωση κυνηγούσε πληροφοριοδότες, συνεργάτες της Δικαιοσύνης και πρώην συντρόφους. Μεταξύ 1981 και 1982 διασπάστηκε σε διαφορετικές ομάδες, ανίκανη να διαχειριστεί τις εσωτερικές της συγκρούσεις και την πολιτική απομόνωση.

Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες δεν έκαναν τη βία μαζική επειδή απέκτησαν τη στήριξη των μαζών. Την έκαναν διάχυτη επειδή επέκτειναν τον φόβο σε εργοστάσια, γειτονιές, δικαστήρια, πανεπιστήμια και δημόσιες υπηρεσίες.

Η δική τους «μαζική πάλη» δεν υπήρξε ποτέ μαζική. Ήταν η βίαιη επιβολή μιας μειοψηφίας που θεωρούσε τον εαυτό της ανώτερο από την κοινωνία. Μιας οργάνωσης που μιλούσε για απελευθέρωση, ενώ απήγαγε ανθρώπους. Που μιλούσε για λαϊκή δικαιοσύνη, ενώ εκτελούσε αιχμαλώτους. Που μιλούσε για εργατική εξουσία, ενώ δολοφονούσε εργάτες.