«Όλοι πρέπει να είμαστε Σιωνιστές»
Shutterstock
Shutterstock

«Όλοι πρέπει να είμαστε Σιωνιστές»

Στη Γενεύη, την πόλη όπου ιδρύθηκε το 1936 το Παγκόσµιο Εβραϊκό Συνέδριο (World Jewish Congress, WJC), συνεδρίασε αυτή την εβδοµάδα το Διοικητικό του Συµβούλιο. Το WJC, οµοσπονδία εβραϊκών κοινοτήτων από περισσότερες από εκατό χώρες, αποτελεί τη σηµαντικότερη διεθνή φωνή του εβραϊκού λαού. Στη συνεδρίαση του Διοικητικού Συµβουλίου χαράσσονται οι στρατηγικές προτεραιότητες της εβραϊκής διασποράς, και φέτος έγινε σε ένα τοπίο που, µετά τη 7η Οκτωβρίου 2023, έχει αλλάξει ριζικά.

Σε αυτό το βήµα ανέβηκε ο Ματίας Ντόπφνερ (Mathias Döpfner), Πρόεδρος και Διευθύνων Σύµβουλος της Axel Springer SE — ενός από τους µεγαλύτερους εκδοτικούς οµίλους της Ευρώπης, µε τίτλους όπως η Bild, η Welt, το αµερικανικό Politico και το Business Insider. Ο Ντόπφνερ θεωρείται από τους πλέον δηκτικούς και επιδραστικούς δηµόσιους υπερασπιστές της φιλελεύθερης δηµοκρατίας στη Γερµανία, µε σταθερή και αναγνωρισµένη φωνή κατά του αντισηµιτισµού, υπέρ του Ισραήλ και υπέρ των δυτικών αξιών. Η οµιλία του στη Γενεύη ήταν, ακριβώς γι' αυτό, κάτι παραπάνω από εορταστική απεύθυνση: ήταν πολιτικό µανιφέστο.

Το «Ποτέ ξανά» δεν ισχύει πια

Ο Ντόπφνερ ξεκίνησε µε µια διαπίστωση που στους περισσότερους οµιλητές θα φάνταζε ταµπού. «Δεν θέλω να ξαναδώσω, ούτε να ξανακούσω, οµιλία για το "ποτέ ξανά"», είπε. Διότι, εξήγησε, το «ποτέ ξανά» έχει καταντήσει υποκριτική διακήρυξη χωρίς συνέπειες. Αν ίσχυε στ' αλήθεια, δεν θα είχε γίνει το πογκρόµ της Χαµάς στις 7 Οκτωβρίου. Αν ίσχυε, δεν θα ακούγονταν συνθήµατα «θάνατος στους Εβραίους» στους ευρωπαϊκούς δρόµους. Αν ίσχυε, Εβραίοι γονείς δεν θα φοβούνταν να στείλουν τα παιδιά τους στο σχολείο µε την κιπά.

Η αλήθεια, είπε, είναι σκληρότερη. Το «ποτέ ξανά» στην πραγµατικότητα σηµαίνει «πάντα και ξανά»: πάντα και ξανά αντισηµιτισµός, πάντα και ξανά βία, πάντα και ξανά αντιστροφή θύτη και θύµατος. Και σχολίασε µε δηκτική ειρωνεία ότι το Συµβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων του ΟΗΕ που εδρεύει στη Γενεύη έχει καταδικάσει το Ισραήλ περισσότερες φορές από τη Συρία, τη Βόρεια Κορέα, το Ιράν και τη Βενεζουέλα µαζί. «Έχει γίνει», παρατήρησε, «Συµβούλιο διαστρέβλωσης ανθρωπίνων δικαιωµάτων».

Η 7η Οκτωβρίου ως καμπή

Για τον Ντόπφνερ, η 7η Οκτωβρίου δεν ήταν στρατιωτικό ατύχηµα ούτε «σύγκρουση». Ήταν πογκρόµ. Άνθρωποι δολοφονήθηκαν επειδή ήταν Εβραίοι. Άντρες βασανίστηκαν, γυναίκες βιάστηκαν, παιδιά λιντσαρίστηκαν, οικογένειες ολόκληρες εξοντώθηκαν.

Αυτό που ακολούθησε, όµως, δεν ήταν αλληλεγγύη. Ήταν «παγκόσµια έκρηξη αντισηµιτισµού». Πριν στεγνώσουν τα αίµατα, ξεκίνησε η υποβάθµιση. Πριν γίνουν γνωστά τα ονόµατα των θυµάτων, εµφανίστηκαν οι «εξηγήσεις». Ο Γενικός Γραµµατέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες δήλωσε ότι οι επιθέσεις «δεν συνέβησαν στο κενό» - µε άλλα λόγια, υπενθύµισε ο Ντόπφνερ, «φταίνε πάλι οι Εβραίοι».

Τα στοιχεία που παρέθεσε είναι ψυχρά και αδιαµφισβήτητα. Έρευνα του Πανεπιστηµίου Χάρβαρντ διαπίστωσε ότι το 60% των Αµερικανών ηλικίας 18-24 πιστεύει ότι η σφαγή 1.200 Ισραηλινών «δικαιολογείτο» από τα αιτήµατα των Παλαιστινίων. Έρευνα του Economist έδειξε ότι ένας στους πέντε νέους Αµερικανούς πιστεύει πως το Ολοκαύτωµα είναι ψέµα. Στη Γαλλία, τα αντισηµιτικά εγκλήµατα τετραπλασιάστηκαν το 2023. Στην Αγγλία, διαδηλώσεις µε αντισηµιτικό περιεχόµενο έχουν γίνει καθηµερινότητα και πριν λίγες εβδοµάδες δύο Εβραίοι µαχαιρώθηκαν µέρα µεσηµέρι. Η Γερµανία, η Γαλλία, η Αγγλία, η Ισπανία - τα έθεσε ένα προς ένα - «δεν είναι πια στ' αλήθεια ασφαλείς χώρες για Εβραίους».

Ο νέος αντισημιτισμός ξεκινά απ' τα πανεπιστήμια

Πιο επικίνδυνη, είπε ο Ντόπφνερ, είναι η νέα µορφή που έχει πάρει το παλιό αυτό µίσος. Δεν εµφανίζεται µόνο σε ακροδεξιές παρυφές, αλλά εκεί που θα περίµενε κανείς λιγότερο: στα πανεπιστήµια της Ivy League, σε θέατρα, µουσεία, καλλιτεχνικούς κύκλους. Καλλιτέχνες, συγγραφείς, ηθοποιοί και διανοούµενοι έχουν µετατραπεί, όπως είπε µε σπάνια ευθύτητα, σε «ψυχρόαιµους καιροσκόπους και πράκτορες της ιστορικής αµνησίας».

«Πριν εκατό χρόνια», θύµισε, «ο αντισηµιτισµός δεν ξεκίνησε από τα εργοστάσια. Ξεκίνησε από τα πανεπιστήµια.» Και σήµερα, πάλι, η ρητορική των αιθουσών διδασκαλίας µεταφράζεται σε σωµατική βία στους δρόµους. Στη Γερµανία, υπενθύµισε, υπάρχουν δεκαεπτά Επίτροποι κατά του Αντισηµιτισµού σε εθνικό και οµοσπονδιακό επίπεδο, µε στρατιές βοηθών και μηχανισμό γραφειοκρατίας. Στη θεωρία, αξιοθαύµαστα. Στην πράξη, γραφειοκρατία για «να ησυχάσει η συνείδησή µας». Στις 13 Απριλίου 2026, ένα γερµανικό δικαστήριο έκρινε ότι ο ξυλοδαρµός ενός Εβραίου φοιτητή από έναν Μουσουλμανο δεν είχε αντισηµιτικά κίνητρα — µολονότι βίντεο στο κινητό του δράστη έλεγε « έδειρε αυτόν τον εβραιόσκυλο µέχρι θανάτου». Σαν να έπρεπε το µίσος να συµπληρώσει έντυπο πριν χτυπήσει.

Αντισιωνισμός: ο πολιτικά ορθός αντισημιτισμός

Στον πυρήνα της οµιλίας του βρισκόταν µία βασική θέση: ο σύγχρονος αντισηµιτισµός έχει βρει το πολιτικά ορθό προσωπείο του στον αντισιωνισµό. Στην Αγγλία, µέλη του Πράσινου Κόµµατος — που «ανησυχητικά αναµειγνύει την κλιµατική ακτιβιστική ατζέντα µε τον αντισηµιτισµό» — δηλώνουν ότι «ο σιωνισµός είναι ρατσισµός». Ο Ντόπφνερ απάντησε ευθέως: «Δεν είναι ο σιωνισµός ρατσισµός. Ο αντισιωνισμός είναι ρατσισµός».

Και πήγε παραπέρα. Ο σιωνισµός, εξήγησε αντλώντας από τον Τέοντορ Χέρτσλ και το βιβλίο του το Κράτος των Εβραίων (1896), δεν είναι ιδεολογικός εκτροχιασµός. Είναι η πιο φυσική απάντηση σε χιλιάδες χρόνια διωγµών, εκτοπίσεων και γενοκτονιών: το δικαίωµα ενός λαού να ζει αυτοδιάθετα, ειρηνικά και µε ασφάλεια στο δικό του κράτος. Το Ισραήλ, είπε, «είναι η µοναδική ατελής δηµοκρατία σε µια περιοχή µε σχεδόν τέλειες, δηλαδή απίστευτα βίαιες, δικτατορίες. Είναι προγεφύρωµα δυτικών αξιών στη Μέση Ανατολή. Είναι χώρα γνώσης, επιστήµης, ελευθερίας και ανοχής».

Έπειτα ήρθε η φράση που θα γίνει τίτλος σε ευρωπαϊκά µέσα: «Δεν είμαι Εβραίος, και είµαι Σιωνιστής. Μ' όλη µου την καρδιά, εκ πεποιθήσεως και µε πάθος». Ο σιωνισµός, υποστήριξε, δεν είναι αποκλειστική υπόθεση των Εβραίων. Είναι λογικό επακόλουθο της ιστορίας - και υπόθεση κάθε ανθρώπου που νοιάζεται για τη δηµοκρατία, την ελευθερία και την ανθρωπιά. «Όποιος αµφισβητεί αυτά τα δικαιώµατα», είπε, «δεν αµφισβητεί απλώς το Ισραήλ· αµφισβητεί τις θεµελιώδεις αρχές πάνω στις οποίες χτίστηκαν οι ελεύθερες κοινωνίες».

Φθόνος, όχι «δυσανάλογη απάντηση»

Γιατί όµως αυτή η εµµονή; Ο Ντόπφνερ απέρριψε τη συνήθη δικαιολογία - ότι το Ισραήλ «έχασε το µέτρο» στη Γάζα — ως «φτηνή πρόφαση». Είναι, είπε, σαν να δικαιολογεί κανείς τον πόλεµο του Πούτιν στην Ουκρανία επειδή στην Ουκρανία υπάρχει διαφθορά. Η ισραηλινή κυβέρνηση µπορεί να έχει κάνει λάθη - πολλά, όπως αναγνώρισε ο ίδιος. Αλλά το να µετατρέπεις τη διαφωνία σε αντισηµιτισµό συνιστά διανοητικό ξεπεσµό.

Η βαθύτερη αιτία, υποστήριξε, είναι ο φθόνος. Παρά τους διωγµούς και τη Σοά, η εβραϊκή κοινότητα έχει διαµορφώσει και εµπλουτίσει τις δυτικές κοινωνίες όσο καµία άλλη - στις επιχειρήσεις, στις επιστήµες, στον πολιτισµό, στην ιατρική, στην τεχνολογία. Σε αναλογία µε τον πληθυσµό της, η συνεισφορά είναι «σηµαντικά δυσανάλογη». Και η αριστεία γεννά ζήλεια. «Ο φθόνος», παρατήρησε, «είναι ίσως η πιο ειλικρινής µορφή αναγνώρισης.» Η σωστή απάντηση δεν είναι η απόκρυψη, αλλά η περηφάνια. Μόνο µια αυτοπεποιθηκτική, υπερήφανη εβραϊκή ταυτότητα µπορεί να αµβλύνει τη ζήλεια - και να αποδυναµώσει τον νέο αντισηµιτισµό.

Πέντε προτάσεις δράσης

Ο Ντόπφνερ δεν περιορίστηκε στη διάγνωση. Πρότεινε ένα συγκεκριµένο πενταπλό σχέδιο.

Πρώτον, μηδενική ανοχή στον ανοιχτό αντισημιτισμό. Όσοι µισούν τους Εβραίους σε λόγο και πράξη πρέπει να αποπέµπονται, όπου το επιτρέπει ο νόµος. Επικαλέστηκε την Βρετανίδα ηγέτιδα των Συντηρητικών Κέµι Μπάντενοκ: «Οτιδήποτε υποκινεί βία κατά Εβραίων πρέπει να φύγει.» Όχι µόνο στη Βρετανία - σε κάθε δηµοκρατική χώρα.

Δεύτερον, προτιμησιακή μετανάστευση και πολιτογράφηση εβραϊκών οικογενειών στην Ευρώπη. Στις ΗΠΑ ζουν 7,7 εκατοµµύρια Εβραίοι, το 2,2% του πληθυσµού. Στην ΕΕ και το Ηνωµένο Βασίλειο µαζί, µόλις ένα εκατοµµύριο, το 0,2%. «Η Ευρώπη πρέπει να γίνει περισσότερο εβραϊκή», είπε, αν θέλει να πάρει στα σοβαρά τη δική της ρητορική περί πολυπολιτισµικότητας και ανοχής.

Τρίτον, ρύθμιση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, και ιδίως του TikTok. «Λογοκριµένο από τη Κίνα, σχεδόν ανεξέλεγκτο στις δυτικές δηµοκρατίες», αποτελεί τη βασική πηγή ενηµέρωσης για τους νέους και «επικίνδυνη µηχανή προπαγάνδας». Τον µήνα που ακολούθησε την έναρξη του πολέµου, οι φιλοπαλαιστινιακές αναρτήσεις ήταν δεκαεπτά φορές περισσότερες από τις φιλοϊσραηλινές. Οι ΗΠΑ ανάγκασαν τη µητρική τους πλατφόρµα σε πώληση. Η Ευρώπη οφείλει να ακολουθήσει.

Τέταρτον, αποκάλυψη της woke ιδεολογίας ως δούρειου ίππου του αντισημιτισμού και του ισλαμισμού. Πίσω από τη «δικαιοσύνη», τον «αντι-αποικιοκρατισµό» και τη «κλιµατική ευαισθησία», συχνά διαχέεται καθαρό µίσος προς τους Εβραίους. Η Γκρέτα Τούνµπεργκ, σχολίασε, δεν φαίνεται πλέον να τη νοιάζει το αποτύπωµα άνθρακα, αλλά τα αντισηµιτικά συνθήµατα. Όπου ψάλλεται το «from the river to the sea», όπου αρνείται κανείς το δικαίωµα ύπαρξης του Ισραήλ, εκεί «τελειώνει ο Διαφωτισµός και αρχίζει η κόλαση».

Πέμπτον, σταθερή μνήμη. Δεν επιτρέπεται να σταµατήσουµε να θυµόµαστε, και να µεταβιβάζουµε τη γνώση στους νέους. Ο Ντόπφνερ ταξίδεψε στην ανατολική Πολωνία, στη γη των στετλ, στα στρατόπεδα της Επιχείρησης Ράινχαρντ — Σόµπιµπορ, Μπέλζετς, Μαϊντάνεκ. Στο Μαϊντάνεκ, στις παρυφές του Λούµπλιν, µπήκε στο τελευταίο διατηρηµένο θάλαµο αερίων. Περιέγραψε µε σχεδόν αβάσταχτη ακρίβεια τα δωµάτια: τα στενά σιδερένια πορτάκια, τα µπλε αποθέµατα αερίου στους τοίχους, τα γυάλινα φινιστρίνια απ' τα οποία οι φρουροί παρακολουθούσαν τα θύµατα. «Φτάσαµε στο χαµηλότερο σηµείο του ανθρώπινου πολιτισµού», είπε. Και διερωτήθηκε: «Γιατί τόσο λίγοι µη Εβραίοι δωρητές χρηµατοδοτούν τα µνηµεία; Είναι αλήθεια αποκλειστική ευθύνη των ίδιων των Εβραίων να φροντίσουν να µην ξεχαστούν οι δολοφόνοι τους;».

Ο Δυτικός κόσμος μισεί τον εαυτό του

Η οµιλία κορυφώθηκε µε µια διάγνωση που εξέρχεται από τα στενά όρια της εβραϊκής εµπειρίας: «Στον αντισηµιτισµό», είπε, «η Δύση µισεί και φθονεί τον ίδιο της τον εαυτό.» Αν ο ελεύθερος κόσµος — όχι γεωγραφικά, αλλά αξιακά — δεν νικήσει τον αντισηµιτισµό, θα καταστρέψει τον εαυτό του. Η µεταπολεµική Γερµανία είναι, για τον ίδιο τον Ντόπφνερ, παράδειγµα προς αποφυγήν: µια χώρα που έσπασε την ηθική της ραχοκοκαλιά, εγκλωβισµένη σε µια διαρκή κουλτούρα ενοχής χωρίς πραγµατικές συνέπειες για το παρόν. Ο ισλαµισµός είναι η µεγαλύτερη απειλή της εποχής µας - και η παθητικότητα απέναντί του, υποστήριξε, ίσως η πιο αυτοκαταστροφική επιλογή της Δύσης.

Από εδώ προκύπτει και η συγκλονιστική κατάληξη. Η µάχη κατά του αντισηµιτισµού, είπε, είναι κατεξοχήν καθήκον των μη Εβραίων. «Αν δεν το κάνετε από αλτρουισµό», είπε, «κάντε το τουλάχιστον από εγωισµό, από υγιές προσωπικό συµφέρον.» Ο πατριωτισµός και ο σιωνισµός είναι «αδέλφια»: όποιος δεν είναι πατριώτης στη δική του χώρα, δεν µπορεί να είναι αληθινός σύµµαχος του σιωνισµού. Και η οµιλία έκλεισε µε τη φράση που τιτλοφορεί αυτό το άρθρο: «We all shall be Zionists» — όλοι µας οφείλουµε να είµαστε σιωνιστές.

Το ηθικό τεστ της Ευρώπης

Η πρόταση του Ντόπφνερ δεν είναι σύνθηµα αποκλεισµού. Δεν είναι κήρυγµα στρατοπεδικής λογικής. Είναι, αντιθέτως, µια φιλελεύθερη θέση: ότι η υπεράσπιση του δικαιώµατος του εβραϊκού λαού στην αυτοδιάθεση και την ασφάλεια αποτελεί συστατικό στοιχείο της υπεράσπισης της δηµοκρατίας, της πολιτικής ελευθερίας και των αρχών της ανοιχτής κοινωνίας. Είναι, στην ουσία της, υπεράσπιση του ίδιου του δυτικού πολιτισµού απέναντι σε όσους - από αριστερά, από δεξιά, ή από τον φανατικό ισλαµισµό - τον θέλουν διαλυµένο.

Η Ευρώπη βρίσκεται σήµερα µπροστά σε ένα δικό της ηθικό τεστ. Δεν αξιολογείται από όσα διακηρύσσει σε επετειακές οµιλίες περί «ποτέ ξανά», αλλά από όσα κάνει - ή δεν κάνει - όταν Εβραίοι µαθητές φοβούνται να μπουν στο σχολείο τους, όταν δικαστές αρνούνται να δουν τα κίνητρα µπροστά στα µάτια τους, όταν αλγόριθµοι κινεζικών εφαρµογών διαπαιδαγωγούν τα παιδιά της ηπείρου. Η επιλογή δεν είναι µεταξύ φιλοϊσραηλινής και αντι-ισραηλινής στάσης. Είναι µεταξύ µιας Ευρώπης που υπερασπίζεται τους Εβραίους πολίτες της, το δικαίωµα ύπαρξης του Ισραήλ και τις δικές της δηµοκρατικές αξίες, και µιας Ευρώπης που εξακολουθεί να κρύβεται πίσω από κενά λόγια. Ο Μάτιας Ντόπφνερ στη Γενεύη µάς υπενθύµισε ότι δεν µπορούν να συνυπάρξουν.


* Ο Γιαακώβ Χαλιώτης είναι ιδρυτής της συμβουλευτικής εταιρείας Group of Verified Intelligence και τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια ζει και εργάζεται στο Λονδίνο, στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στη διάρκεια της επαγγελματικής του πορείας έχει δραστηριοποιηθεί σε μια σειρά από μεγάλους οργανισμούς, όπου ηγήθηκε ομάδων ψηφιακής επικοινωνίας, αξιοποιώντας digital analytics και insights, ώστε Διευθύνοντες Σύμβουλοι, Γενικοί Διευθυντές και ακόμα Υπουργοί της βρετανικής κυβέρνησης να μπορούν να λαμβάνουν τεκμηριωμένες και αποτελεσματικές αποφάσεις. Έχει διατελέσει Digital Strategy Manager στο National Lottery του Ηνωμένου Βασιλείου κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του Ρίο το 2016, εργάστηκε στο Υπουργείο Παιδείας της Αγγλίας την περίοδο της πανδημίας και, στη συνέχεια, ανέλαβε τον ρόλο του Global Brand Analytics Lead στη Shell, την πετρελαϊκή εταιρεία. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κύπρο, με καταγωγή από την Κεφαλονιά. Είναι ενεργό μέλος του Jewish Diplomatic Corps του Παγκόσμιου Εβραϊκού Συνεδρίου, όπου συμβάλλει στην παγκόσμια εβραϊκή διπλωματική δράση, με έμφαση στην αντιμετώπιση του αντισημιτισμού και του αντισιωνισμού.