Για να καταλάβει κανείς τη σημασία των τελευταίων εξελίξεων στην Τουρκία, αρκεί να κρατήσει τρία ονόματα. Εκρέμ Ιμάμογλου, Μανσούρ Γιαβάς, Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου. Οι δύο πρώτοι είναι οι αντίπαλοι που φοβάται ο Ερντογάν. Ο τρίτος είναι ο αντίπαλος που έχει ήδη νικήσει.
Ο Ιμάμογλου, δήμαρχος Κωνσταντινούπολης, αποτελεί εδώ και χρόνια τον πιο φυσικό προεδρικό υποψήφιο της τουρκικής αντιπολίτευσης. Κέρδισε στην Πόλη, δηλαδή στο συμβολικότερο πολιτικό πεδίο της Τουρκίας και στο μέρος από το οποίο ξεκίνησε ο ίδιος ο Ερντογάν. Ο Μανσούρ Γιαβάς, δήμαρχος Άγκυρας, είναι η άλλη μεγάλη απειλή. Ένας πιο ήπιος, εθνικά αποδεκτός και εκλογικά ισχυρός αντίπαλος, με απήχηση πέρα από τα στενά όρια του κεμαλικού ακροατηρίου. Αν το CHP μπορούσε να επιλέξει ελεύθερα τον ισχυρότερο υποψήφιό του, αυτοί οι δύο θα βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή.
Αντιθέτως, ο Κιλιτσντάρογλου συμβολίζει την ήττα του 2023. Ηγήθηκε του «Τραπεζιού των Έξι», επέβαλε την υποψηφιότητά του, μοίρασε θέσεις σε μικρά κόμματα, συγκρούστηκε με δυνάμεις της αντιπολίτευσης και τελικά έχασε από τον Ερντογάν. Δεν είναι πολιτικά ακίνδυνος επειδή είναι ασήμαντος. Είναι πολιτικά χρήσιμος επειδή είναι δοκιμασμένα νικήσιμος.
Γι’ αυτό η απόφαση του τουρκικού δικαστηρίου να ακυρώσει το συνέδριο του CHP και να ανοίξει τον δρόμο επιστροφής του Κιλιτσντάρογλου δεν πρέπει να διαβαστεί ως απλή εσωκομματική περιπέτεια. Σοβαρές πηγές από την Τουρκία τη μεταδίδουν ως μείζονα πολιτική εξέλιξη. Και πράγματι είναι. Διότι δείχνει ότι το καθεστώς Ερντογάν δεν αρκείται πλέον στο να αποκλείει τους ισχυρότερους αντιπάλους του. Θέλει να επιλέγει και εκείνους που θα του επιτρέπεται να αντιμετωπίσει.
Αυτή είναι η μετάβαση από τον εκλογικό αυταρχισμό στην πλήρη σκηνοθεσία του πολιτικού ανταγωνισμού. Ο Ιμάμογλου εξουδετερώνεται δικαστικά και πολιτικά. Ο Γιαβάς πιέζεται με έρευνες, απειλές και νομικές εκκρεμότητες που κάνουν κάθε συζήτηση περί υποψηφιότητας πιο δύσκολη. Η νέα ηγεσία του CHP, η οποία οδήγησε το κόμμα στην πρώτη θέση στις τελευταίες δημοτικές εκλογές και έριξε το AKP στη δεύτερη θέση για πρώτη φορά έπειτα από 22 χρόνια, μπαίνει στο στόχαστρο της δικαιοσύνης. Και στη θέση της επιστρέφει ο άνθρωπος που έχασε.
Το μήνυμα είναι απλό και κυνικό. Η αντιπολίτευση μπορεί να υπάρχει, αρκεί να μην απειλεί πραγματικά την εξουσία. Μπορεί να συμμετέχει στις εκλογές, αρκεί να μην τις κερδίζει. Μπορεί να έχει αρχηγό, αρκεί ο αρχηγός αυτός να είναι πολιτικά διαχειρίσιμος.
Εδώ ακριβώς τελειώνει η δημοκρατική επίφαση. Η δημοκρατία δεν είναι μόνο κάλπη. Είναι ελεύθερος ανταγωνισμός, κράτος δικαίου, ανεξάρτητη δικαιοσύνη και πραγματική δυνατότητα εναλλαγής στην εξουσία. Όταν ο ηγεμόνας φυλακίζει τον πιο επικίνδυνο αντίπαλο, απειλεί τον δεύτερο και επαναφέρει τον τρίτο επειδή τον έχει ήδη κερδίσει, τότε δεν ζητά εντολή από τον λαό. Ζητά επιβεβαίωση από ένα πολιτικό σκηνικό που έχει ήδη στήσει.
Η Τουρκία δεν γίνεται απλώς πιο αυταρχική. Γίνεται πιο ασταθής. Όσο ο Ερντογάν μπορούσε να λέει «κερδίζω», διατηρούσε έναν πυρήνα εκλογικής νομιμοποίησης. Αν πλέον χρειάζεται να προεπιλέγει τους αντιπάλους του για να κερδίσει, τότε ο ίδιος αποδυναμώνει το βασικό επιχείρημα της κυριαρχίας του.
Για την Ελλάδα, αυτή η εξέλιξη έχει σημασία. Μια Τουρκία που κλείνει τον πολιτικό ανταγωνισμό στο εσωτερικό της δεν γίνεται πιο προβλέψιμη. Τα καθεστώτα που φοβούνται την κάλπη συχνά αναζητούν άλλες μορφές ισχύος και άλλες πηγές νομιμοποίησης. Και όταν η εσωτερική νομιμοποίηση στερεύει, ο εξωτερικός τυχοδιωκτισμός γίνεται πάντοτε πιο δελεαστικός.
Ο Ερντογάν δεν προσπαθεί πια μόνο να νικήσει την αντιπολίτευση. Προσπαθεί να την κατασκευάσει. Αυτό είναι το πραγματικό νέο από την Τουρκία. Και είναι πολύ πιο ανησυχητικό από μια ακόμη δικαστική απόφαση.
