Νέα επιστολή ιρανικής πρεσβείας: Δύο ειδικοί απαντούν για τα Στενά του Ορμούζ

Νέα επιστολή ιρανικής πρεσβείας: Δύο ειδικοί απαντούν για τα Στενά του Ορμούζ

Νέα διαμαρτυρία εξέφρασε η ιρανική πρεσβεία στο τελευταίο άρθρο που δημοσίευσε το Liberal, στο οποίο εξηγούσαν δύο ειδικοί το καθεστώς που ισχύει στα Στενά του Ορμούζ, τον αποκλεισμό διέλευσης πλοίων από το Ιράν και τις επιπτώσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες. 

Η πρεσβεία απαντά με νέα επιστολή υπερασπίζοντας τη θέση ότι το Ιράν ενεργεί νόμιμα και αμυντικά βάσει του διεθνούς δικαίου, επειδή θεωρεί ότι δέχεται παράνομη επίθεση από ΗΠΑ και Ισραήλ, αμφισβητώντας τα σχόλια των ειδικών, κ.κ. Ελληνα και Ομράν, τα οποία υποστηρίζει ότι παραβλέπουν σημαντικά νομικά και πολιτικά ζητήματα.

Το Liberal απευθύνθηκε ξανά στους δύο ειδικούς, τον Ορέστη Ομράν και τον Τσάρλς Έλληνα που απαντούν  στα νέα επιχειρήματα των Ιρανών.  

Ακολουθεί η επιστολή της Ιρανικής Πρεσβείας:

«Embassy of the Islamic Republic of Iran 
Athens

Στις 29.4.2026 ο ιστότοπός σας δημοσίευσε επιστολή της Ιρανικής Πρεσβείας στην Αθήνα, η οποία απαντούσε σε προηγούμενο δημοσίευμα σας και επισήμαινε το αυτονόητο, ότι το Ιράν βρίσκεται σε νόμιμη κατά το διεθνές δίκαιο άμυνα [άρθρο 51 του καταστατικού χάρτη (ΚΧ) του ΟΗΕ], και γιαυτό δικαιούται να παίρνει κάθε κατά την κρίση της αναγκαίο αμυντικό μέτρο συμπεριλαμβανομένου του περιορισμού της ναυσιπλοΐας στα χωρικά της ύδατα.

Ότι ακόμη και αν δεν υπήρχε ο πόλεμος, δικαιούται να ασκεί πλήρη κυριαρχία στα χωρικά της ύδατα έκφανση της οποίας είναι και η επιβολή περιορισμών στην εμπορική ναυτιλία. Ταυτόχρονα με τη δημοσίευση της επιστολής ο ιστότοπός σας δημοσίευσε δύο ανταπαντήσεις επί της απάντησης, από τους κκ Τσάρλς Ελληνα καθηγητή ενεργειακής πολιτικής και «senior fellow» του «Ατλαντικού Συμβουλίου» και Ορέστη Ομράν δικηγόρο, πρόεδρος του «think tankSYNERGIA».

Επειδή κατά τη γνώμη μας τα σχόλια των κκ Ελληνα και Ομράν παραβλέπουν σημαντικά νομικά και πολιτικά ζητήματα που ανέκυψαν από την επίθεση των ΗΠΑ – Ισραήλ στο Ιράν, ή άλλα τα ερμηνεύουν – θεωρούμε – εσφαλμένα, θα παρακαλούσαμε για τη δημοσίευση της παρακάτω συμβολής στο σχετικό διάλογο.

Αμφότερες οι ανταπαντήσεις προσπαθούν να πουν ότι ναι μεν το Ιράν έχει καταρχήν δικαίωμα να επιβάλλει απαγορεύσεις στη ναυσιπλοΐα στα στενά του Ορμούζ και με τις δύο νομικές βάσεις που αναφέρει η Ιρανική Πρεσβεία (νόμιμη άμυνα και κυριαρχικό δικαίωμα) αλλά εν τέλει μάλλον … δεν έχει το δικαίωμα.

Το ενδιαφέρον και με τις δύο ανταπαντήσεις είναι ότι δεν αναφέρουν ούτε μία λέξη για το θεμελιώδες νομικό ζήτημα (και πολιτικό φυσικά) που αποτέλεσε την αιτία της επιβολής περιορισμών στην κίνηση στο στενό του Ορμούζ: Ότι σε βάρος του Ιράν τελείται από τους ιθύνοντες των ΗΠΑ και του Ισραήλ ένα διεθνές έγκλημα, τυποποιημένο στο καταστατικό του δικαστηρίου της Νυρεμβέργης και στο καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου: Το έγκλημα της επίθεσης.

Η ίδια η φύση του αλλά και η τυποποίησή του εδώ και πολλές 10ετίες σε νομικά κείμενα μεγάλης νομικής σημασίας και αναγνωρισιμότητας στερεί από τους δράστες κάθε επιχείρημα από τη μη προσχώρηση των χωρών τους στις διεθνείς συνθήκες που το προβλέπουν. Και οι δύο επιστολογράφοι, αν και αναφέρονται σε διεθνή έθιμα ελάσσονος σημασίας, δεν αναφέρονται καθόλου στο έγκλημα της επίθεσης και στις νομικές συνέπειεςπου συνεπάγεται η τέλεσή του.

Το ίδιο εντυπωσιακή είναι η σιωπή τους και για το ναυτικό αποκλεισμό που έχουν επιβάλλει οι ΗΠΑ εναντίον του Ιράν. Είναι γνωστό ότι η επιβολή ναυτικού αποκλεισμού εξισώνεται στο διεθνές δίκαιο με κήρυξη πολέμου. Η επιβολή περιορισμών ή ακόμη και η πλήρης απαγόρευση της ναυσιπλοΐας σε περιορισμένα χωρικά ύδατα σε περίοδο πολέμου είναι προφανώς έλασσον (και δικαιολογημένο) μέτρο σε σχέση με το ναυτικό αποκλεισμό.

Ως προς τα επιμέρους επιχειρήματα που αναπτύσσουν, ο κ. Τσάρλς Ελληνας αναφέρεται πρώτον σε παράβαση της αρχής αναλογικότητας εκ μέρους του Ιράν [δηλαδή στην υπέρβαση των θεμιτών ορίων άμυνας απέναντι σε παράνομη επίθεση] και δεύτερον στα «δικαιώματα των ουδετέρων» [δηλαδή στο δικαίωμα των «μη εμπόλεμων» γειτονικών χωρών να συνεχίσουν το θαλάσσιο εμπόριό τους].

Όμως, πώς μπορεί να νοηθεί υπέρβαση των ορίων της άμυνας όταν δεν πρόκειται απλά για παράνομη επίθεση αλλά για στοχευμένη και συστηματική δολοφονία ολόκληρης της ηγεσίας της χώρας και όλων των μελών των οικογενειών τους συμπεριλαμβανομένων των παιδιών και βρεφών τους, του πολιτικού προσωπικού τους και των γειτόνων τους, σε έκταση που ο πρόεδρος της μιας εκ των επιτιθέμενων να δηλώσει ότι έχει επιτευχθεί «αλλαγή καθεστώτος»;

Όταν δηλαδή η χώρα είναι αντιμέτωπη όχι μόνο με παράβαση των στοιχειωδών κανόνων του πολέμου αλλά αφενός με υπαρξιακό κίνδυνο (εξόντωση του συνόλου της ηγεσίας της) αφετέρου με υπέρβαση των άκρων ορίων βαρβαρότητας που μπορεί να ανεχθεί ο ανθρώπινος πολιτισμός;

Άραγε ποιο όριο στο δικαίωμα άμυνας μπορεί να θεωρηθεί νομικά αποδεκτό μετά από εγκλήματα πολέμου όπως η εν επιγνώσει δολοφονία 170 μαθητριών δημοτικού σχολείου, με δύο διαδοχικές επιθέσεις με πυραύλους, όταν μάλιστα η δεύτερη και φονικότερη έγινε αφού οι χειριστές - δράστες είχαν αποδεδειγμένα διαπιστώσει ότι σκοτώνουν μικρά παιδιά και εσκεμμένα κατεύθυναν εναντίον όσων επέζησαν τον δεύτερο πύραυλο;

Ως προς το «δικαίωμα των ουδετέρων» είναι προφανές ότι ο συντάκτης αναφέρεται στις λοιπές παράκτιες χώρες που διακινούν τα προϊόντα τους μέσω των στενών του Ορμούζ. Δηλαδή στα ΗΑΕ, το Κατάρ, το Μπαχρέιν, τη Σαουδική Αραβία, το Κουβέιτ και το Ιράκ. Πρόκειται όμως όντως για ουδέτερους; Οι ΗΠΑ επιτίθενται στο Ιράν από το έδαφος ακριβώς αυτών των χωρών, οι οποίες τους έχουν παραχωρήσει στρατιωτικές βάσεις και στο Ισραήλ επιτρέπουν τη χρήση του εναέριου χώρου τους. Αυτό τις καθιστά ντε φάκτο εμπόλεμες και δίνει δικαίωμα στον αμυνόμενο για λήψη στρατιωτικών και οικονομικών μέτρων εναντίον
τους.

Ο δεύτερος επιστολογράφος κ. Ορέστης Ομράν καταρχήν εκφράζει επιφυλάξεις για το δικαίωμα του Ιράν να επικαλείται το διεθνές δίκαιο γιατί πολίτες του είχαν συλλάβει και κρατήσει ομήρους Αμερικανούς διπλωμάτες μέσα στην Πρεσβεία των ΗΠΑ στην Τεχεράνη το 1979. Δύσκολα όμως μπορεί κάποιος να δει τη νομιμότητα του επιχειρήματος όταν ο ένας εκ των επιτιθέμενων (ΗΠΑ) έχει πολύ πιο πρόσφατα βομβαρδίσει την κινεζική πρεσβεία στο Βελιγράδι το 1999, σκοτώνοντας τρεις και τραυματίζοντας 27 διπλωμάτες και εργαζόμενους, κι ο άλλος (Ισραήλ) έχει βομβαρδίσει το προξενείο του Ιράν στη Δαμασκό το 2024 σκοτώνοντας 16 κρατικούς λειτουργούς και πολίτες και τραυματίζοντας άλλους 12.

Για την ιστορία να σημειώσουμε ότι σε αντίθεση με τα εγκλήματα αυτά, που εκτελέστηκαν με κρατικές αποφάσεις αρμόδιων οργάνων και γιαυτό αποτελούν αδιαμφισβήτητα εγκλήματα πολέμου, η σύλληψη των Αμερικανών διπλωματών το 1979 είχε γίνει από μη κρατικούς δρώντες και πάντως κανείς δεν έχασε τη ζωή του.

Κατά τα λοιπά επαναλαμβάνει τα επιχειρήματα του προηγούμενου επιστολογράφου και επιπλέον επικαλείται τη διεθνή σύμβαση για το δίκαιο της θάλασσας (UNCLOS) ισχυριζόμενος ότι το Ιράν, καίτοι δεν την έχει υπογράψει, επειδή αυτή κωδικοποίησε διεθνή έθιμα, δεσμεύεται ακόμη και από ειδικές διατάξεις της, όπως αυτές για το transit passage.

Πέρα από το νομικά και ουσιαστικά αβάσιμο του επιχειρήματος [γιατί η συγκεκριμένη ρύθμιση δεν ακολούθησε το διεθνές έθιμο], το κρίσιμο είναι ποιος νομιμοποιείται για την προβολή του, γιατί ούτε οι επιτιθέμενοι, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ, έχουν υπογράψει την UNCLOS και με κάθε ευκαιρία δηλώνουν ότι δεν δεσμεύονται από αυτή και το αποδεικνύουν έμπρακτα: Οι ΗΠΑ επιβάλλοντας απολύτως παράνομο ναυτικό αποκλεισμό κατά του Ιράν, της Κούβας ως προς τα καύσιμα από 29.1.2026 και της Βενεζουέλας μέχρι και τον Γενάρη του 2026.

Επίσης ενεργώντας δεκάδες πειρατικές αρπαγές ρωσικών και ιρανικών εμπορικών πλοίων σε διεθνή ύδατα τα τελευταία δύο χρόνια και δολοφονώντας αδιακρίτως εκατοντάδες επιβαίνοντες σε μικρά σκάφη στην Καραϊβική από το καλοκαίρι του 2025 μέχρι τώρα με την αόριστη και αναπόδεικτη επίκληση ότι μεταφέρουν ναρκωτικά. Το Ισραήλ κατάσχεσε πρόσφατα δεκάδες σκάφη στα διεθνή ύδατα (αλλά εντός της Ελληνικής ζώνης έρευνας – διάσωσης!) και συλλαμβάνει τα πληρώματά τους για να μην προσεγγίσουν περιοχή (τη Γάζα) που το ίδιο δεν τη θεωρεί επικράτειά του. Το ότι διαπράττει γενοκτονία στην περιοχή αυτή δεν του αναγνωρίζει βέβαια κατά το διεθνές δίκαιο δικαίωμα κυριαρχίας επί του εδάφους της.

Σε κάθε περίπτωση, όταν ο Πρόεδρος των ΗΠΑ δηλώνει ότι δεν τον ενδιαφέρει το διεθνές δίκαιο και το
Ισραήλ επιβεβαιώνει το ίδιο καθημερινά, δεν μπορεί να γίνει λόγος για έννομο συμφέρον τους να επικαλεστούν υπέρ τους ή υπέρ συμμάχων τους δημιουργία διεθνούς εθίμου από διεθνείς συνθήκες που ούτε έχουν προσχωρήσει ούτε τις αποδέχονται στην πράξη. Θα συμφωνήσουμε όμως απολύτως με την καταληκτική διαπίστωση του κ. Ομράν ότι η διεθνής έννομη τάξη δεν πρέπει να λειτουργεί με επιλεκτικές αναγνώσεις και ότι δεν μπορεί να στηρίζεται σε μονομερείς πολιτικές σκοπιμότητες αλλά σε κανόνες που διασφαλίζουν τη σταθερότητα, την προβλεψιμότητα και το συλλογικό συμφέρον της διεθνούς κοινότητας.

Αυτοί οι κανόνες είναι ο καταστατικός χάρτης των Ηνωμένων Εθνών και οι συνθήκες που έχουν συναφθεί στο πλαίσιό του και αποτελούν αυτό που σήμερα αντιλαμβανόμαστε σαν διεθνές δίκαιο. Εναντίον ακριβώς αυτών των κανόνων επιτίθενται σήμερα για μια ακόμη φορά οι ΗΠΑ, το Ισραήλ και οι στενοί σύμμαχοί τους. Δεν πρόκειται «απλά» για επίθεση κατά του Ιράν, όπως πριν τέσσερις μήνες δεν ήταν απλά μια επίθεση κατά της Βενεζουέλας, πριν πέντε μήνες κατά της Νιγηρίας, πριν δύο μήνες κατά του Λιβάνου και πάντα κατά της Παλαιστίνης. Πρόκειται για επίθεση κατά του διεθνούς δικαίου, μιας από τις σημαντικότερες κατακτήσεις του ανθρώπινου πολιτισμού.

Με εκτίμηση,

Τμήμα Τύπου της Πρεσβείας της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν στην Αθήνα»

Τ. Έλληνας (καθηγητής ενεργειακής πολιτικής και Senior Fellow στο Atlantic Council): Το δικαίωμα αυτοάμυνας δεν είναι απεριόριστο

«Η τελευταία συνεισφορά επιδιώκει να δικαιολογήσει τους γενικούς περιορισμούς στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ επικαλούμενη επιθετικότητα, υπαρξιακή απειλή και φερόμενη συμμετοχή γειτονικών κρατών. Αυτά τα επιχειρήματα, όσο σοβαρά κι αν είναι, δεν αλλοιώνουν τις ισχύουσες νομικές αρχές.

Πρώτον, ακόμη και αν κάποιος αποδεχτεί ότι το Ιράν ενεργεί βάσει του Άρθρου 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, το δικαίωμα αυτοάμυνας δεν είναι απεριόριστο. Περιορίζεται από την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα και δεν μπορεί να ασκηθεί με τρόπο που επηρεάζει αδιακρίτως τρίτα κράτη. Ένας ευρύς περιορισμός σε μια κρίσιμη διεθνή θαλάσσια οδό -μέσω της οποίας διέρχεται ένα σημαντικό μερίδιο των παγκόσμιων ενεργειακών προμηθειών- θα επηρέαζε σχεδόν αναπόφευκτα την ουδέτερη ναυτιλία και την ευρύτερη διεθνή κοινότητα, εγείροντας σοβαρά ερωτήματα νομιμότητας.

Δεύτερον, το επιχείρημα ότι η φερόμενη επιθετικότητα αίρει αυτούς τους περιορισμούς δεν υποστηρίζεται από το καθιερωμένο διεθνές δίκαιο. Η απαγόρευση της επιθετικότητας και οι κανόνες που διέπουν τη θαλάσσια ναυσιπλοΐα λειτουργούν παράλληλα. Το ένα δεν ακυρώνει το άλλο. Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και τα σχετικά νομικά πλαίσια ασχολούνται με την ευθύνη για παράνομη βία, αλλά δεν παρέχουν άδεια αναστολής άλλων δεσμευτικών κανόνων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προστατεύουν την ελευθερία της ναυσιπλοΐας.

Τρίτον, ο χαρακτηρισμός όλων των περιφερειακών κρατών ως εμπόλεμων λόγω συμφωνιών ασφαλείας με τρίτα μέρη αποτελεί σημαντική υπέρβαση. Η ταξινόμηση της ουδετερότητας δεν μπορεί τόσο εύκολα να παραμεριστεί και τα δικαιώματα τρίτων κρατών που ασχολούνται με νόμιμο εμπόριο δεν μπορούν να αγνοηθούν χωρίς να υπονομευθεί η σταθερότητα του διεθνούς συστήματος.

Τέλος, η μακροχρόνια κρατική πρακτική -συμπεριλαμβανομένου του Ιράν- έχει αναγνωρίσει την αναγκαιότητα διατήρησης της διέλευσης μέσω των Στενών, ακόμη και σε περιόδους οξείας έντασης. Οι επιλεκτικές νομικές ερμηνείες που αναδεικνύουν την κυριαρχία, αγνοώντας αυτούς τους περιορισμούς, παραμένουν μη πειστικές».

O. Ομράν (Διεθνής δικηγόρος, partner και επικεφαλής της DLA Piper για την Ελλάδα και την Κύπρο και Πρόεδρος του think tank SYNERGIΑ): Tο διεθνές δίκαιο δεν μπορεί να διεξάγεται από εξωνομική σκοπιά  

«Σχετικά με τη νέα επιστολή της Πρεσβείας της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν, η οποία επιχειρεί να απαντήσει στις επιφυλάξεις που διατύπωσα σχετικά με τη νομιμότητα ενδεχόμενων περιορισμών ή αποκλεισμού της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, δεν χρειάζεται να απαντήσω εκτενώς. Τόσο οι τακτικοί αναγνώστες του Liberal όσο και το ελληνικό κοινό εν γένει διαθέτουν επαρκή κριτική ικανότητα ώστε να διαμορφώσουν τα δικά τους συμπεράσματα. Ωστόσο, οφείλω να επισημάνω συνοπτικά τα εξής. 
 
Πρώτον, το αν οι στρατιωτικές ενέργειες των ΗΠΑ ή του Ισραήλ συνιστούν παραβίαση του άρθρου 2 παράγραφος 4 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ ή ακόμη και «έγκλημα επίθεσης» δεν απαντά στο κρίσιμο νομικό ερώτημα που συζητούσαμε εξαρχής: αν το Ιράν δικαιούται να διακόψει ή να περιορίσει τη διεθνή ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό παραμένει αρνητική, για τους λόγους που ήδη αναλύθηκαν. Το γεγονός ότι ούτε οι ΗΠΑ ούτε το Ιράν έχουν κυρώσει την UNCLOS δεν σημαίνει ότι μπορούν να αγνοηθούν, επιλεκτικά, θεμελιώδεις εθιμικοί -και ως εκ τούτου δεσμευτικοί- κανόνες του δικαίου της θάλασσας και της διεθνούς ναυσιπλοΐας. Η δε παραβίαση ενός κανόνα από ένα κράτος δεν καταργεί τον κανόνα ούτε νομιμοποιεί αντίστοιχες παραβιάσεις από άλλα κράτη. 
 
Δεύτερον, σχετικά με την ιστορική απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης στην υπόθεση των «Ομήρων της Τεχεράνης», η επιστολή αναφέρει δύο φορές ότι «η σύλληψη των Αμερικανών διπλωματών το 1979 είχε γίνει από μη κρατικούς δρώντες» και «πολίτες». Η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου καταδίκασε την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν για παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου όχι μόνο επειδή οι ιρανικές αρχές δεν απέτρεψαν την επίθεση κατά της πρεσβείας και του προσωπικού της, αλλά και λόγω της μεταγενέστερης επιδοκιμασίας και υιοθέτησης των απαράδεκτων αυτών ενεργειών από την ίδια την κυβέρνηση («endorsement») (βλ. ενδεικτικά παρ. 91 της αποφάσεως). Ο κανόνας αυτός έχει πλέον αποκρυσταλλωθεί και στο άρθρο 11 των Άρθρων της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου του ΟΗΕ για την ευθύνη κρατών, το οποίο προβλέπει ότι πράξεις ιδιωτών μπορούν επίσης να καταλογιστούν σε κράτος κατά το διεθνές δίκαιο, εφόσον και στον βαθμό που το κράτος τις αναγνωρίζει και τις υιοθετεί ως δικές του. 
 
Τέλος, η συζήτηση για το διεθνές δίκαιο δεν μπορεί να διεξάγεται από εξωνομική σκοπιά και με όρους απόλυτης πολιτικής ή ηθικής αγανάκτησης. Το κρίσιμο είναι αν οι κανόνες εφαρμόζονται με συνέπεια ακόμη και σε περιόδους κρίσης. Και ένας από αυτούς τους κανόνες είναι ότι τα διεθνή στενά δεν μπορούν να κλείνουν μονομερώς κατά βούληση, ακόμη και υπό συνθήκες έντονης διεθνούς αντιπαράθεσης. Ακριβώς γι’ αυτό, απαιτείται διάκριση μεταξύ πολιτικής επιχειρηματολογίας και των πραγματικών κανόνων του διεθνούς δικαίου».