Η Ρωσία και η Κίνα εντείνουν τη στρατηγική τους σύμπλευση, εκπέμποντας κοινό μήνυμα τόσο για τις επιπτώσεις στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες όσο και για τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στη διεθνή σκηνή. Στην κοινή δήλωση που δημοσιοποίησε το Κρεμλίνο μετά τις συνομιλίες του Βλαντίμιρ Πούτιν με τον Σι Τζινπίνγκ, οι δύο ηγέτες εμφανίζονται να εκφράζουν ανησυχία για τις εξελίξεις στο παγκόσμιο εμπόριο, διατυπώνοντας παράλληλα έμμεση αλλά σαφή κριτική προς την αμερικανική εξωτερική πολιτική.
Στο κείμενο της κοινής δήλωσης, Μόσχα και Πεκίνο αναφέρουν ότι παρακολουθούν με ανησυχία «μονομερείς ενέργειες» κρατών και συμμαχιών που παρεμποδίζουν το διεθνές εμπόριο και τις θαλάσσιες μεταφορές, προειδοποιώντας ότι τέτοιες κινήσεις απειλούν την ακεραιότητα των παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων.
Παρότι δεν γίνεται άμεση αναφορά στα Στενά του Ορμούζ, η διατύπωση θεωρείται ότι συνδέεται με τη συνεχιζόμενη αναστάτωση στις ενεργειακές ροές και στη διεθνή ναυσιπλοΐα εξαιτίας των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή.
Οι δύο χώρες υπογράμμισαν επίσης ότι η συνεργασία σε θαλάσσιες υποδομές, όπως λιμάνια και εμπορικοί διάδρομοι, θα πρέπει να βασίζεται σε οικονομικά και εμπορικά κριτήρια, αποφεύγοντας – όπως σημειώνουν – την πολιτικοποίηση και την υπερβολική έμφαση σε ζητήματα ασφάλειας.
Στο ίδιο κείμενο, Πούτιν και Σι προχώρησαν σε ακόμη πιο αιχμηρές διατυπώσεις αναφορικά με διεθνείς στρατιωτικές παρεμβάσεις, καταδικάζοντας «προδοτικά στρατιωτικά πλήγματα εναντίον άλλων χωρών», αλλά και τη «χρήση διαπραγματεύσεων ως κάλυψης για την προετοιμασία στρατιωτικών ενεργειών».
Παράλληλα, φωτογράφισαν την παρέμβαση των στη Βενεζουέλα, κάνοντας λόγο για ενέργειες όπως «η αποσταθεροποίηση της εσωτερικής πολιτικής κατάστασης κρατών», «η αλλαγή καθεστώτων» και «η απαγωγή εθνικών ηγετών», υποστηρίζοντας ότι τέτοιες πρακτικές παραβιάζουν τις αρχές του ΟΗΕ και υπονομεύουν τη διεθνή τάξη που διαμορφώθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η κοινή στάση Μόσχας και Πεκίνου επιβεβαιώνει την αυξανόμενη προσπάθεια των δύο χωρών να παρουσιαστούν ως αντίβαρο στη δυτική επιρροή και να διαμορφώσουν ένα διαφορετικό πλαίσιο ισορροπιών στη διεθνή πολιτική σκηνή.
