Ο Τραμπ αγόρασε μετοχές της Axon Enterprise αξίας έως και 5 εκατομμυρίων δολαρίων στις 10 Φεβρουαρίου, λίγες εβδομάδες πριν η Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνείων των ΗΠΑ (ICE) δημοσιοποιήσει στις 24 Φεβρουαρίου αίτημα για προμήθεια περίπου 17.800 συσκευών Taser, μαζί με φυσίγγια και εκπαίδευση, στο πλαίσιο πιθανής πενταετούς σύμβασης που θα μπορούσε να φτάσει τα 220 εκατομμύρια δολάρια.
Όπως αναφέρει το CNBC, η χρονική εγγύτητα των δύο γεγονότων προκάλεσε ερωτήματα σε δημοσιεύματα και αναλυτές για πιθανή σύγκρουση συμφερόντων, αν και δεν υπάρχουν στοιχεία που να συνδέουν άμεσα την επενδυτική απόφαση με τη διαδικασία προμηθειών.
Η αγορά μετοχών, σύμφωνα με ομοσπονδιακές δηλώσεις που κατατέθηκαν τον Μάιο, κινήθηκε σε εύρος από 1 έως 5 εκατομμύρια δολάρια. Οι ίδιες αποκαλύψεις δείχνουν περισσότερες από 3.700 συναλλαγές συνολικά, χωρίς να αναφέρονται ακριβή ποσά για καθεμία. Η δημοσιοποίηση των επενδύσεων έγινε με καθυστέρηση, καθώς οι οικονομικές δηλώσεις του προέδρου κατατέθηκαν τον Μάιο και κάλυπταν προηγούμενες συναλλαγές.
Η Axon Enterprise είναι εταιρεία τεχνολογίας αστυνόμευσης που κατασκευάζει Taser, κάμερες σώματος και λογισμικό διαχείρισης αποδεικτικών στοιχείων. Η ανακοίνωση της ICE δεν κατονομάζει την εταιρεία, ωστόσο περιγράφει προδιαγραφές για «όπλα αγώγιμης ενέργειας» που, σύμφωνα με ειδικούς, αντιστοιχούν σχεδόν αποκλειστικά στα προϊόντα της Axon, καθώς η εταιρεία κατέχει μεγάλο μερίδιο στην αμερικανική αγορά Taser.
Η προτεινόμενη σύμβαση, εφόσον προχωρήσει, θα υπερτετραπλασιάσει τον αριθμό Taser που διαθέτει η ICE και θα αντικαταστήσει παλαιότερα μοντέλα. Περιλαμβάνει επίσης προδιαγραφές για το μοντέλο Taser 10, με εμβέλεια έως 45 πόδια και 10 ανεξάρτητα βλήματα, στοιχεία που ενισχύουν την εκτίμηση ότι το αίτημα είναι προσαρμοσμένο σε συγκεκριμένο προϊόν.
Η υπόθεση έχει προκαλέσει συζητήσεις για το κατά πόσο η χρονική σύμπτωση της αγοράς μετοχών και της διαδικασίας προμήθειας δημιουργεί «εμφάνιση σύγκρουσης συμφερόντων», παρότι δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι ο Τραμπ είχε εμπλοκή στη διαδικασία ή γνώση των σχετικών εξελίξεων.
Ο Λευκός Οίκος έχει δηλώσει ότι τα περιουσιακά στοιχεία του προέδρου διαχειρίζονται από καταπίστευμα και ανεξάρτητους διαχειριστές, ενώ σύμφωνα με την αμερικανική νομοθεσία οι πρόεδροι εξαιρούνται από ορισμένους κανόνες σύγκρουσης συμφερόντων.
Η συνολική εικόνα παραμένει αντικείμενο πολιτικής και δεοντολογικής συζήτησης στις ΗΠΑ, χωρίς ωστόσο να έχει προκύψει ένδειξη παράνομης πράξης ή άμεσης εμπλοκής στις διαδικασίες προμηθειών.
