Η νέα ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, μετά τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς και τις ιρανικές αντεπιθέσεις σε στόχους στην περιοχή του Κόλπου, επαναφέρει με οξύ τρόπο το ερώτημα για το αν η κρίση βαίνει προς αποκλιμάκωση ή αν, αντιθέτως, εισέρχεται σε μια νέα και ακόμη πιο ασταθή φάση.
Ο Επίκουρος Καθηγητής Ψηφιακών Διεθνών Σχέσεων και Κυβερνοστρατηγικής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Αθανάσιος Μποζίνης, και ο Αναπληρωτής Καθηγητής Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), Μιλτιάδης Σαρηγιαννίδης, μιλώντας στο Liberal, συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι οι ισορροπίες παραμένουν εξαιρετικά εύθραυστες και ότι η επόμενη μέρα κάθε άλλο παρά διασφαλισμένη είναι.
Αθ. Μποζίνης: Εξαιρετικά δύσκολο ΗΠΑ και Ισραήλ να αποδεχθούν τις τακτικές και στρατηγικές του Ιράν

Ο Αθανάσιος Μποζίνης επισημαίνει ότι οι προσπάθειες προσέγγισης ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν ήταν εξαρχής εξαιρετικά δύσκολες, αν όχι αδύνατες, ιδίως με το Ισραήλ να παραμένει ένας αστάθμητος παράγοντας στην εξίσωση. Κατά την ανάγνωσή του, η Ουάσιγκτον και προσωπικά ο Ντόναλντ Τραμπ επεδίωκαν να κρατήσουν ανοικτούς κάποιους ασφαλείς διαύλους, προκειμένου να αποφευχθούν σοβαρές πολιτικές επιπτώσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Ωστόσο, το Ιράν, όπως τονίζει, αξιοποιεί αυτούς τους διαύλους όχι μόνο ως μέσο οικονομικής πίεσης, αλλά και ως εργαλείο ανατροπής των περιφερειακών ισορροπιών.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο, κατά τον κ. Μποζίνη, εντοπίζεται και το βασικό αδιέξοδο: ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες ούτε πολύ περισσότερο το Ισραήλ μπορούν να αποδεχθούν μια τέτοια στρατηγική της Τεχεράνης. Γι’ αυτό και θεωρεί εξαιρετικά δύσκολο να υπάρξει σύντομα ένας πραγματικός «κοινός τόπος» ανάμεσα στις δύο πλευρές. Ακόμη και αν προκύψει κάποια συμφωνία ή ένα νέο πλαίσιο συνεννόησης, αυτό θα είναι, κατά την εκτίμησή του, εύθραυστο, καθώς το Ιράν δεν δείχνει πρόθυμο να συμμορφωθεί πλήρως με τους κανόνες της διεθνούς ασφάλειας.
Ο ίδιος δίνει ιδιαίτερη έμφαση και στις οικονομικές συνέπειες της κρίσης. Προειδοποιεί ότι η αναταραχή δεν περιορίζεται στο στρατιωτικό ή γεωπολιτικό πεδίο, αλλά απειλεί άμεσα την παγκόσμια οικονομία και την εφοδιαστική αλυσίδα. Ειδική αναφορά κάνει στη ναυσιπλοΐα και στη σημασία των Στενών, υπογραμμίζοντας ότι για την Ελλάδα και συνολικά για την Ευρώπη το ζήτημα είναι κομβικό, λόγω του μεγάλου όγκου της ελληνόκτητης ναυτιλίας και της εξάρτησης των αγορών από την ομαλή ροή του εμπορίου.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο κ. Μποζίνης θεωρεί ότι έχει φτάσει η στιγμή η Ευρωπαϊκή Ένωση να εμφανιστεί πιο ενεργά στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Όπως σημειώνει, μετά και την ανανέωση των οργάνων στο ΝΑΤΟ, η Ευρώπη οφείλει να δηλώσει πιο καθαρά «παρών», ειδικά στο πεδίο της ασφάλειας της ναυσιπλοΐας και της διαχείρισης των θαλάσσιων διόδων. Για τον ίδιο, δεν είναι μόνο ένα ζήτημα εξωτερικής πολιτικής, αλλά και στρατηγικό ζήτημα προστασίας των ευρωπαϊκών οικονομικών συμφερόντων.
Μ. Σαρηγιαννίδης: Συμφωνίες α λα Τράμπ - «Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε»

Από την πλευρά του, ο Μιλτιάδης Σαρηγιαννίδης τονίζει πως για όσους/ες το νομίζουν, και ίσως το πιστεύουν κιόλας, το Μνημόνιο του Ισλαμαμπάντ έφερε ανακούφιση και δημιούργησε προσδοκίες για την οριστική διευθέτηση της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν. Για εκείνους που καταλαβαίνουν τη μεγάλη εικόνα και γνωρίζουν τα θεμελιώδη σε σχέση με τη διαχείριση κρίσεων και τη διεξαγωγή συνομιλιών στο πλαίσιο μεσολάβησης ή διαπραγμάτευσης, η κατάσταση στον Περσικό Κόλπο παραμένει στάσιμη, οι κόκκινες γραμμές στέκουν άθικτες και καμία πλευρά δεν έχει πετύχει τους στόχους της. Η χαμηλής έντασης σύγκρουση που διαδέχθηκε τους σφοδρούς βομβαρδισμούς των πρώτων εβδομάδων εξακολουθεί να υφίσταται, παρά το Μνημόνιο του Ισλαμαμπάντ και το χρονοδιάγραμμα που ανέλαβαν να φέρουν σε πέρας οι ΗΠΑ και το Ιράν για να υπογράψουν μια οριστική συμφωνία.
Επομένως, ανά πάσα στιγμή η σύγκρουση μπορεί να κλιμακωθεί ένοπλα σε ένα ελεγχόμενο πλαίσιο, όπως έχει συμβεί κι άλλες φορές μέχρι σήμερα, ή και να μετασχηματιστεί σε κανονική ένοπλη σύρραξη, ακόμα και μεγαλύτερης έντασης σε σχέση με τους βομβαρδισμούς του Μαρτίου.
Σύμφωνα με τον καθηγητή Σαρηγιαννίδη, οι χθεσινές αμερικανικές επιθέσεις σε βάρος περίπου ενενήντα στόχων στο Ιράν που δεν ήταν μόνο στρατιωτικοί αλλά και υποδομές, ως αντίποινα για τις επιθέσεις του Ιράν εναντίον εμπορικών πλοίων στο Στενό του Ορμούζ, μας υπενθυμίζουν ότι η απόσταση ανάμεσα στο κεκτημένο της πακιστανικής μεσολάβησης και στην πραγματικότητα, είναι μάλλον μεγάλη. Η «ησυχία» στην περιοχή, δεν κρίνεται μόνο από την στάση του Ισραήλ στον Λίβανο, αλλά κυρίως από το πόσο σοβαρά είναι διατεθειμένο το Ιράν να συζητήσει για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ και τον Περσικό Κόλπο. Και όπως προκύπτει από τα πεπραγμένα του ιρανικού καθεστώτος, το «κλείσιμο» του Ορμούζ παραμένει το μέσο με το οποίο ανά πάσα στιγμή μπορεί να εκβιάζει τη διεθνή κοινότητα, αδιαφορώντας για τη διεθνή νομιμότητα.
Παράλληλα με την ομηρία του Στενού του Ορμούζ, η Τεχεράνη γνωρίζει ότι κρατά σε ομηρία και τα αραβικά κράτη στην περιοχή. Το απέδειξε ακόμη μια φορά εχθές, απαντώντας στις αμερικανικές επιθέσεις, με την στοχοποίηση αμερικανικών στόχων σε Κατάρ, Κουβέιτ και Μπαχρέιν. Με άλλα λόγια, το Ορμούζ και η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στα γειτονικά αραβικά κράτη, αποτελούν διαρκή στόχο για το καθεστώς της Τεχεράνης, ανεξάρτητα από μνημόνια ή συμφωνίες. Και αυτό, είναι κάτι που οι αμερικανοί διαπραγματευτές Κούσνερ και Γουίτκοφ μάλλον δυσκολεύονται να κατανοήσουν, ή έστω, φιλοδοξούν πως μπορούν να περιορίσουν. Ίσως γιατί δυσκολεύονται να κατανοήσουν πως η τέχνη της διαπραγμάτευσης στη διεθνή πολιτική δεν είναι απαραίτητα ένα λυσάρι από τις διαπραγματεύσεις στον κόσμο των επιχειρήσεων, με τον οποίο είναι εξοικειωμένοι.
Όπως εκτιμά ο κ. Σαρηγιαννίδης, τα πράγματα θα γίνουν ακόμη χειρότερα, αν στην πλευρά των ΗΠΑ δεν αντιληφθούν εγκαίρως τα αδιέξοδα που θα αντιμετωπίσουν στην προσπάθεια ολοκλήρωσης και εφαρμογής μιας συμφωνίας για τον τερματισμό του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν. Το ζήτημα της επαλήθευσης για τη συμμόρφωση της Τεχεράνης με τους όρους που θα μπορούσαν να συμφωνηθούν, θα αποτελεί το μείζον πρόβλημα, ενώ το Ιράν απλά θα κερδίζει χρόνο για την απόκτηση πυρηνικού όπλου.
Γι’ αυτό λοιπόν, όπως λέει ο ίδιος, η μελέτη της προβληματικής της επαλήθευσης, όπως αναπτύχθηκε στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου με αφορμή τον έλεγχο των εξοπλισμών, και μάλιστα των πυρηνικών, μεταξύ ΗΠΑ και Σοβιετικής Ένωσης, είναι μια καλή ευκαιρία για τα βλαστάρια του επιχειρείν, προκειμένου να διαμορφώσουν μια καλύτερη οπτική για τις διαπραγματεύσεις στη διεθνή πολιτική. Διαφορετικά, την απάντηση την έχει δώσει ο Πιραντέλλο: «έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε».
