Τουρκολιβυκό μνημόνιο ίσον «Γαλάζια Πατρίδα». Και σε συγκυρία κατά την οποία η Άγκυρα δρομολογεί τη νομοθετική κατοχύρωση του αναθεωρητικού της δόγματος, τα πολλαπλά πλέον μέτωπα που ανοίγουν απέναντι στη Λιβύη στα Ηνωμένα Έθνη, μετά τις επίσημες ενστάσεις της Ιταλίας και της Τυνησίας στην επίμαχη ρηματική διακοίνωση του 2025 και τον μονομερή καθορισμό των εξωτερικών ορίων της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ, έρχονται να διευρύνουν το πλαίσιο αμφισβήτησης των λιβυκών κινήσεων και να λειτουργήσουν ενισχυτικά προς τις ελληνικές θέσεις.
Ρώμη και Τύνιδα, μέσω των ρηματικών διακοινώσεων της 26ης Μαΐου και 19ης Απριλίου αντίστοιχα, αντικρούουν τις λιβυκές διεκδικήσεις που θίγουν τα κυριαρχικά τους δικαιώματα, αμφισβητώντας τη νομιμότητα της κατάθεσης των σχετικών γεωγραφικών συντεταγμένων στον ΟΗΕ. Αμφότερες επισημαίνουν ότι οι λιβυκές αξιώσεις δεν εδράζονται στο Δίκαιο της Θάλασσας και παραπέμπουν τόσο σε δεδικασμένο του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης (ICJ), που αλλοιώνεται, όσο και σε διμερείς συμφωνίες οριοθέτησης, καλώντας ταυτόχρονα σε διάλογο καλή τη πίστει. H ιταλική πλευρά χαιρετίζει και ενθαρρύνει ειδικά την πρόθεση της Λιβύης για διαπραγματεύσεις με γειτονικά παράκτια κράτη με αντικείμενο την οριοθέτηση των αντίστοιχων θαλάσσιων ζωνών, καθιστώντας σαφές ότι το ζήτημα μπορεί να επιλυθεί μόνο μέσω διαλόγου και όχι μέσω μονομερών χαράξεων.
Πρόκειται για εξέλιξη με ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς η αμφισβήτηση της λιβυκής επιχειρηματολογίας δεν προέρχεται πλέον μόνο από την Ελλάδα και την Αίγυπτο, αλλά και από δύο κράτη που διαθέτουν άμεσο έννομο συμφέρον έναντι της Λιβύης και επικαλούνται υφιστάμενο διεθνές νομικό πλαίσιο προς υπεράσπιση των δικών τους δικαιωμάτων.
Έχοντας ήδη υψώσει «αναχώματα» στο τουρκολιβυκό μνημόνιο επί του πεδίου μέσω της αδειοδότησης των δύο οικοπέδων νοτίως της Κρήτης στη Chevron, η όλη εξέλιξη με τη γενικευμένη πλέον αμφισβήτηση της κατά Λιβύη ερμηνείας του Δικαίου της Θάλασσας ευνοεί την Αθήνα, η οποία κινείται με κεντρική επιδίωξη τη σύνταξη συνυποσχετικού για την παραπομπή της διαφοράς με τη Λιβύη στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Υπό τις παρούσες συνθήκες δεν διακρίνεται ρεαλιστική πιθανότητα διμερούς συμφωνίας για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών, γεγονός που καθιστά τη Χάγη το μοναδικό αξιόπιστο πλαίσιο οριστικής επίλυσης.
Η αποδόμηση της λιβυκής ρηματικής διακοίνωσης από πλευράς Ιταλίας και Τυνησίας εντάσσει εκ των πραγμάτων και το ίδιο το τουρκολιβυκό μνημόνιο σε ένα έωλο πλαίσιο. Εφόσον δε ευοδωθεί η ελληνική επιδίωξη για παραπομπή της διαφοράς στη Χάγη, θα τεθεί αναπόφευκτα υπό την κρίση του Διεθνούς Δικαστηρίου και η συμβατότητα του ίδιου του μνημονίου με το Διεθνές Δίκαιο.
Η διαδικασία των συνομιλιών βρίσκεται εν κινήσει· έχουν διεξαχθεί δύο γύροι διαβουλεύσεων σε επίπεδο τεχνικών επιτροπών μετά την επαναπροσέγγιση του 2025 και την ενεργοποίηση των διαύλων με τη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Τρίπολης υπό τον Αμπντουλχαμίντ Ντμπέιμπα, παράλληλα με τη διατήρηση ανοιχτής γραμμής με την Ανατολική Λιβύη του στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ, όπου κατά τα προηγούμενα χρόνια είχε επικεντρωθεί η ελληνική διπλωματική προσπάθεια ως αντίβαρο στην τουρκική επιρροή.
Οι συνομιλίες κινούνται σε λεπτή ισορροπία δεδομένου ότι η καθημαγμένη από τον εμφύλιο, πλην όμως ενεργειακά πλούσια Λιβύη εξακολουθεί να παραμένει διαιρεμένη και εγκλωβισμένη ανάμεσα σε δύο παράλληλες δομές εξουσίας. Παράλληλα με τις επαφές με την κυβέρνηση της Τρίπολης, το ζήτημα της παραπομπής στη Χάγη έχει ήδη τεθεί στην πλευρά Χαφτάρ από τον υπουργό Εξωτερικών, Γιώργο Γεραπετρίτη, κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στη Βεγγάζη, καθώς η Αθήνα επιχειρεί να διαμορφώσει τους όρους μιας συνεννόησης που θα μπορεί να γίνει αποδεκτή από κάθε μελλοντική ενιαία λιβυκή αρχή. Ενόσω αναμένεται η εξέλιξη της αρκετά πρώιμης και περίπλοκης αυτής προσπάθειας, η Τουρκία από πλευράς της επιδιώκει σταθερά τη ντε φάκτο νομιμοποίηση του τουρκολιβυκού μνημονίου, επτά χρόνια μετά την υπογραφή του, τον Νοέμβριο του 2019.
Το πεδίο, σε κάθε περίπτωση, παραμένει ιδιαίτερα σύνθετο έως δαιδαλώδες. Η ίδια η Ιταλία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των πολλαπλών επιπέδων στα οποία εξελίσσεται το λιβυκό ζήτημα. Μπορεί η επίσημη παρέμβασή της στα Ηνωμένα Έθνη να καταλήγει επιβαρυντική για τις λιβυκές διεκδικήσεις που εδράζονται στο τουρκολιβυκό μνημόνιο και, κατ' επέκταση, για τις επιδιώξεις της Άγκυρας νοτίως του άξονα Ρόδου-Κρήτης, από την άλλη όμως η Ρώμη έχει οικοδομήσει τα τελευταία χρόνια ένα εκτεταμένο πλέγμα στρατηγικής συνεργασίας με την Τουρκία, επίσης με γνώμονα το δικό της εθνικό συμφέρον.
Σε αυτήν συγκαταλέγονται η συνεργασία της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας με τον ιταλικό κολοσσό Leonardo καθώς και η εξαγορά της Piaggio Aerospace από την τουρκική Baykar του Σελτσούκ Μπαϊρακτάρ, γαμπρού του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Η Τζόρτζια Μελόνι συμμετείχε στην τριμερή συνάντηση κορυφής Τουρκίας-Ιταλίας-κυβέρνησης της Τρίπολης που πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Αύγουστο στην Κωνσταντινούπολη, επιβεβαιώνοντας ότι η Λιβύη αποτελεί για τη Ρώμη πεδίο συνεργασίας αλλά και διαχείρισης των σχέσεών της με την Άγκυρα.
Ανάλογη είναι η εικόνα και στο ενεργειακό πεδίο. Η ιταλική Eni και η τουρκική TPAO δραστηριοποιούνται ενεργά στην εξερεύνηση υπεράκτιων κοιτασμάτων ανοικτά της Λιβύης, έχοντας εξασφαλίσει, ανεξάρτητα η μία από την άλλη, νέα δικαιώματα στο πλαίσιο συμφωνιών καταμερισμού της παραγωγής. Η TPAO συνεργάζεται στη Μεσόγειο με την ισπανική Repsol, ενώ η Eni αναπτύσσει τις δραστηριότητές της μαζί με εταίρους όπως η QatarEnergy. Παρά τις κατά καιρούς διαφορετικές επιδιώξεις τους, οι δύο χώρες συνυπάρχουν στο ίδιο ενεργειακό πεδίο, όπου ο σημερινός ανταγωνισμός δεν αποκλείει μελλοντικές συμπράξεις, ιδίως εφόσον η Τουρκία διαθέτει έναν εκτεταμένο στόλο ερευνητικών και γεωτρητικών πλοίων, ο οποίος σήμερα υποαπασχολείται και θα μπορούσε να αξιοποιηθεί σε νέα κοινά έργα.
Η Ιταλία από την άλλη έχει προχωρήσει στην οριοθέτηση της ΑΟΖ με την Ελλάδα, δίνοντάς της ένα επιπλέον πλεονέκτημα, όσον αφορά στην οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών δικαιοδοσίας της. Αθήνα και Ρώμη δεν έχουν μεταξύ τους οποιαδήποτε εκκρεμότητα ως προς τις θαλάσσιες ζώνες και εκείνο που τις συνδέει είναι η κοινή εκκρεμότητα με τη Λιβύη και το ενδιαφέρον τους να διαμορφωθεί ένα σταθερό νομικό πλαίσιο για την οριοθέτηση στη Μεσόγειο.
Το διακύβευμα, όμως, υπερβαίνει τις οριοθετήσεις. Η Λιβύη εμφανίζεται να εισέρχεται σταδιακά σε μία νέα πολιτική φάση, χωρίς να έχει ακόμη ξεπεράσει το θεμελιώδες πρόβλημα της διπλής εξουσίας. Οι πρόσφατες συμφωνίες μεταξύ της Βουλής των Αντιπροσώπων, του Ανώτατου Συμβουλίου του Κράτους και του Προεδρικού Συμβουλίου -των τριών κεντρικών θεσμών- για έναν «οδικό χάρτη» προς τη διεξαγωγή ταυτόχρονων προεδρικών και κοινοβουλευτικών εκλογών έως τον Φεβρουάριο του 2027 δημιουργούν μια νέα δυναμική, πλην όμως απέχουν ακόμη από το να εγγυώνται την οριστική πολιτική ομαλοποίηση και άρση του αδιεξόδου που μαίνεται από το 2021.
Παράλληλα με τη διαδικασία που υποστηρίζουν τα Ηνωμένα Έθνη, και ενώ η η Αποστολή τους στη Λιβύη (UNSMIL) παραγκωνίζεται ολοένα και περισσότερο, βρίσκεται σε εξέλιξη μία διαφορετική, περισσότερο πραγματιστική -και έντονα συναλλακτική- αμερικανική προσέγγιση, στην οποία πρωταγωνιστεί ο ειδικός σύμβουλος του Λευκού Οίκου για Αραβικές και Αφρικανικές υποθέσεις, Μασάντ Μπούλος (συμπέθερος του προέδρου Τραμπ), και στρέφεται γύρω από τις επενδύσεις αμερικανικών πετρελαϊκών κολοσσών. Η λογική της δεν είναι να προηγηθεί η πλήρης θεσμική ανασυγκρότηση της χώρας, αλλά να οικοδομηθεί σταδιακά μία λειτουργική συνύπαρξη των δύο βασικών κέντρων εξουσίας μέσω οικονομικών κινήτρων και της ενοποίησης της κυβέρνησης, των κρατικών θεσμών, του εθνικού προϋπολογισμού και του στρατού, δημιουργώντας συνθήκες σταθερότητας που θα μπορούσαν να επιτρέψουν αργότερα την πολιτική μετάβαση.
Στο πλαίσιο αυτό έχουν ήδη καταγραφεί ορισμένες κινήσεις προσέγγισης, όπως η ανακοίνωση ενιαίου κρατικού προϋπολογισμού μετά από 13 χρόνια και η κοινή συμμετοχή δυνάμεων της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας και του Λιβυκού Εθνικού Στρατού του Χαφτάρ στην άσκηση Flintlock της AFRICOM. Την ίδια στιγμή, όμως, κατά τους αναλυτές δεν λείπουν οι επιφυλάξεις ότι μία τέτοια διαδικασία ενδέχεται να παγιώσει την κυριαρχία των υφιστάμενων πολιτικών και στρατιωτικών ελίτ, αντί να οδηγήσει σε ουσιαστικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις και πραγματική δημοκρατική εκπροσώπηση. Παράλληλα, η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία και η Τουρκία συναντήθηκαν πρόσφατα στο Κάιρο για να συζητήσουν το λιβυκό ζήτημα, εξέλιξη που καταδεικνύει τον αυξανόμενο περιφερειακό συντονισμό γύρω από την υπόθεση, παράλληλα με την αμερικανική πρωτοβουλία.
Για την Αθήνα, η ρευστότητα που εξακολουθεί να χαρακτηρίζει τη Λιβύη καθιστά ακόμη πιο επιτακτική τη διατήρηση ανοικτών διαύλων τόσο με την Τρίπολη όσο και με τη Βεγγάζη, με το βλέμμα στραμμένο σε μία επόμενη ημέρα που θα κριθεί όχι μόνο από τις εσωτερικές ισορροπίες της χώρας, αλλά και από τον ανταγωνισμό των περιφερειακών και διεθνών δυνάμεων για επιρροή και πρόσβαση στους ενεργειακούς πόρους της Ανατολικής Μεσογείου.
