«Ο οδικός χάρτης για τα επιτόκια αποτελεί πλέον παρελθόν. Δεν θα σας λέμε στο εξής τι θα κάνουμε, αλλά θα αποφασίζουμε κάθε φορά με βάση τα διαθέσιμα οικονομικά στοιχεία, όπως ο πληθωρισμός, η ανεργία και το ΑΕΠ. Τέλος οι υποσχέσεις».
Αυτή η φανταστική δήλωση θα μπορούσε να αποτελεί το… κοινό ανακοινωθέν της Κριστίν Λαγκάρντ και του Κέβιν Γουόρς, μετά το τέλος του ετήσιου φόρουμ της ΕΚΤ, που πραγματοποιήθηκε στη Σίντρα της Πορτογαλίας. Είναι στην ουσία το συμπέρασμα όσων είπαν οι δύο κορυφαίοι κεντρικοί τραπεζίτες, προετοιμάζοντας τις αγορές για μεγαλύτερη αβεβαιότητα και λιγότερη προβλεψιμότητα στο θέμα των επιτοκίων.
Το εγχειρίδιο που ακολούθησαν οι μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες την τελευταία δεκαετία, κατακλύζοντας τις αγορές με άφθονη ρευστότητα, αποτελούνταν από τρία βασικά εργαλεία: προγράμματα αγοράς ομολόγων, έκτακτους μηχανισμούς χρηματοδότησης και «υποσχέσεις» για τα επιτόκια (forward guidance).
Πλέον, τόσο η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, όσο και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, δηλώνουν έτοιμες να εγκαταλείψουν την… πεπατημένη, καθώς ο Γουόρς και η Λαγκάρντ είναι αναγκασμένοι να προσαρμοστούν σε ένα πολύ πιο ευμετάβλητο παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον.
Αν υπάρχει ένα κεντρικό συμπέρασμα που προκύπτει από το φόρουμ της ΕΚΤ, αυτό είναι η κοινή γλώσσα την οποία μίλησαν η Λαγκάρντ και ο Γουόρς. Δεν συμφώνησαν σε όλα, όμως συμφώνησαν στο ότι στο θέμα των επιτοκίων χρειάζονται στο εξής λιγότερα λόγια και περισσότερα οικονομικά δεδομένα.
Οι αγορές παρακολουθούν πολύ στενά τις εξελίξεις στο μέτωπο των επιτοκίων και αν ζητούν κάτι, αυτό είναι να υπάρξει σύγκλιση μεταξύ Fed και ΕΚΤ, όχι ως προς τις αυξήσεις ή τις μειώσεις – αφού έτσι κι αλλιώς οι δύο κεντρικές τράπεζες βρίσκονται σε διαφορετική φάση του κύκλου της νομισματικής πολιτικής – αλλά ως προς τη στρατηγική επικοινωνίας.
Μετά από πολλά χρόνια συνεχών υποδείξεων, το νέο δόγμα είναι η εγκατάλειψη του forward guidance. Με άλλα λόγια, έχουμε να κάνουμε με το τέλος των υποσχέσεων. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι για πρώτη φορά μετά την πανδημία, Fed και ΕΚΤ δεν θέλουν και δεν προσπαθούν να κατευθύνουν τις αγορές, ούτε όμως θέλουν να παρασυρθούν από τις αγορές. Αυτό που θα ήθελαν να πετύχουν είναι να… εκπαιδεύσουν τις αγορές να λειτουργούν σε ένα νέο καθεστώς στο οποίο δεν θα υπάρχει πλέον διαρκής καθοδήγηση.
«Η νομισματική πολιτική επιστρέφει στις θεμελιώσεις αρχές της», τόνισε η Λαγκάρντ, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι η επαναφορά στα παραδοσιακά εργαλεία άσκησης πολιτικής δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη και επιστροφή στο ίδιο εξιδανικευμένο μοντέλο του
παρελθόντος. Η ΕΚΤ μπορεί ξανά, σημείωσε η Λαγκάρντ, να βασιστεί στα επιτόκια ως το κεντρικό εργαλείο για να διατηρήσει τον πληθωρισμό υπό έλεγχο.
Οι επικεφαλής των σημαντικότερων κεντρικών τραπεζών συμφώνησαν ότι σε έναν κόσμο γεμάτο γεωπολιτικές εντάσεις, εμπορικούς πολέμους και ενεργειακές κρίσεις, η νομισματική πολιτική πρέπει να είναι ευέλικτη.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για τις αγορές; Ότι αλλάζει ο οδικός χάρτης για τα επιτόκια. Ή για να είμαστε πιο ακριβείς, ότι πλέον δεν θα υπάρχει οδικός χάρτης, τουλάχιστον μέχρι νεωτέρας. Βλέπετε, από την κρίση του 2008 και μετά, οι επενδυτές είχαν συνηθίσει να προετοιμάζουν οι κεντρικές τράπεζες τις αγορές, εβδομάδες ή και μήνες πριν από κάθε απόφαση.
Το λεγόμενο forward guidance αποδείχθηκε στην πορεία εξίσου σημαντικό με τις ίδιες τις αποφάσεις για τα επιτόκια, αφού οι επενδυτές μπορούσαν να τιμολογούν με αρκετή βεβαιότητα τις επόμενες κινήσεις. Τώρα, όλα δείχνουν ότι η αβεβαιότητα στο πεδίο των επιτοκίων θα οδηγήσει σε αύξηση το risk premium, το επιπλέον ασφάλιστρο κινδύνου, δηλαδή, που ζητούν οι επενδυτές, καθώς δεν θα μπορούν να αποτιμούν το ίδιο εύκολα μία εισηγμένη, εξαιτίας του εύθραυστου σκηνικού με τα επιτόκια.
Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά του νομίσματος ή αν θέλετε η θετική ανάγνωση για τις αγορές. Διότι βλέπουν και τον Γουόρς και τη Λαγκάρντ να είναι αποφασισμένοι να δείξουν πολύ μεγαλύτερη ευελιξία, προσαρμόζοντας πολύ πιο γρήγορα τα επιτόκια σε αυτό που χρειάζεται η οικονομία, που τις περισσότερες φορές είναι αυτό που ζητούν οι αγορές.
Μην ξεχνάμε ότι πολλές φορές μετά την κρίση του 2008, η Τζάνετ Γέλεν και ο Μάριο Ντράγκι αρχικά και στη συνέχεια ο Τζερόμ Πάουελ και η Κριστίν Λαγκάρντ, δέχονταν ασφυκτικές πιέσεις από τις αγορές, οι οποίες τους κατηγορούσαν ότι καθυστερούσαν να αναλάβουν τις απαιτούμενες πρωτοβουλίες.
Εν κατακλείδι, η άτυπη συμφωνία Fed-ΕΚΤ στη Σίντρα, συνεπάγεται ότι μετά από σχεδόν 15 χρόνια, η εποχή της καθοδήγησης δίνει τη θέση της σε μια περίοδο κατά την οποία οι επενδυτές θα πρέπει να μάθουν να ζουν με περισσότερη αβεβαιότητα σε ό,τι αφορά το κόστος του χρήματος.
Και αν δεν μπορούν πλέον να βασίζονται στις «υποσχέσεις» των κεντρικών τραπεζών, θα πρέπει να δίνουν πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα στα οικονομικά στοιχεία, αφού αυτά θα… κινούν το χέρι των κεντρικών τραπεζιτών. Δεν αποκλείεται, επομένως, να δούμε το εξής πολύ πιο έντονες διακυμάνσεις στις αγορές, κάθε φορά που θα ανακοινώνονται σημαντικά στοιχεία για τον πληθωρισμό και την απασχόληση…
