Τη γέννηση ενός νέου μεγάλου επενδυτικού αφηγήματος, μετά από αυτό της Τεχνητής Νοημοσύνης, σηματοδοτεί η Σύνοδος του ΝΑΤΟ. Η αύξηση των δαπανών για άμυνα και ασφάλεια στο 5% του ΑΕΠ, έως το 2035, διαμορφώνει ένα νέο σκηνικό που αφορά ένα ευρύ φάσμα κλάδων της οικονομίας, από τους κατασκευαστές όπλων, μέχρι τα αυτόνομα συστήματα, την κυβερνοασφάλεια, τους δορυφόρους και το cloud.
Οι κυβερνήσεις γίνονται οι μεγαλύτεροι πελάτες για τη βιομηχανία, την ώρα που η άμυνα συναντά την τεχνητή νοημοσύνη και μαζί γεννούν ένα νέο επενδυτικό στόρι, μέσω του οποίου θα σημειωθεί μία σειρά κρίσιμων εξελίξεων: α) θα αυξηθεί περαιτέρω το δημόσιο χρέος, β) θα ασκηθούν σοβαρές δημοσιονομικές πιέσεις, γ) θα υπάρξουν τεράστιες ανάγκες άντλησης κεφαλαίων, αλλά παράλληλα θα τεθεί σε λειτουργία μία νέα επενδυτική μηχανή που υπό προϋποθέσεις έχει τη δυναμική να συντηρήσει το χρηματιστηριακό ράλι.
Τα τελευταία 3,5 χρόνια η τεχνητή νοημοσύνη αποτελούσε το μεγάλο αφήγημα για τις αγορές. Η ΑΙ mania κυριάρχησε σε όλα τα μήκη και πλάτη των αγορών, ανέδειξε νέους ήρωες αλλά και χαμένους. Κάτι ανάλογο – αν και σε μικρότερη ίσως κλίμακα – αναμένεται να συμβεί με την Άμυνα, μόνο που η διαφορά είναι πως αυτή τη φορά τα κράτη είναι αυτά που θα… σηκώσουν το βάρος και όχι τα μεγαθήρια της τεχνολογίας.
Με τη συμφωνία της Χάγης οι Σύμμαχοι δεσμεύονται να διαθέσουν 3,5% του ΑΕΠ σε αμιγώς στρατιωτικές δαπάνες και απαιτήσεις για εξοπλισμούς και δυνατότητες του ΝΑΤΟ, καθώς και 1,5% του ΑΕΠ σε ευρύτερες επενδύσεις για την ασφάλεια, όπως για κυβερνοασφάλεια, κρίσιμες υποδομές, logistics, καινοτομία, βιομηχανική βάση κ.ά.
Αν όλες οι χώρες-μέλη επιτύχουν τον στόχο, οι συνολικές δαπάνες του ΝΑΤΟ θα πλησιάσουν τα 2,8 τρισ. δολάρια ετησίως, ήτοι περίπου 1,2 τρισ. δολάρια το χρόνο πάνω από τα σημερινά επίπεδα. Για να πάρουμε μία γεύση του μεγέθους των επενδύσεων, αρκεί να πούμε πώς το ευρωπαϊκό πρόγραμμα NextGenerationEU που είχε ως κεντρικό πυλώνα το Ταμείο Ανάκαμψης και ολοκληρώνεται φέτος, κινητοποίησε κεφάλαια ύψους 800 δισ. ευρώ. Μάλιστα, η νέα αμυντική στρατηγική του ΝΑΤΟ αφορά μια μόνιμη αύξηση δαπανών σε ορίζοντα δεκαετίας, η οποία ετησίως θα μπορούσε, σε πλήρη ανάπτυξη να ξεπερνά τα 1 δισ. δολάρια.
Είναι χαρακτηριστικό ότι, όπως δήλωσε ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, οι Σύμμαχοι θα δαπανήσουν περισσότερα από 40 δισ. ευρώ σε ικανότητες αντί-drone μόνο στα επόμενα πέντε χρόνια.
Οι ωφελημένοι της νέας αυτής πραγματικότητας θα είναι εταιρείες που συμμετέχουν σε προγράμματα εξοπλισμών, βιομηχανίες πυρομαχικών, κατασκευαστές drones και πυραύλων, εταιρείες που δραστηριοποιούνται στους δορυφόρους, στην κυβερνοασφάλεια και φυσικά στους ημιαγωγούς και την Τεχνητή Νοημοσύνη.
Όλος αυτός ο νέος «κλάδος» θα δει το επενδυτικό ενδιαφέρον να αυξάνεται καθώς οι αγορές θα αποτιμούν μια δεκαετία σταθερών κρατικών παραγγελιών. Εταιρείες που θα έχουν πολυετή συμβόλαια και σίγουρες νέες παραγγελίες, θα κατασκευάσουν νέες γραμμές παραγωγής και θα προσφέρουν στους επενδυτές μεγαλύτερη ορατότητα αναφορικά με τα μελλοντικά κέρδη. Κάτι που σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας εγγυάται την είσοδο των μετοχών σε μεγάλα επενδυτικά χαρτοφυλάκια.
Η πολυετής προβλεψιμότητα μπορεί να αποδειχθεί το πιο κρίσιμο χαρακτηριστικό που θα μετατρέψει τις αμυντικές μετοχές από μια συγκυριακή επιλογή σε σταθερό πυλώνα των διεθνών χαρτοφυλακίων.
Ίσως, λοιπόν, η επόμενη δεκαετία χαρακτηριστεί από δύο μεγάλες επενδυτικές μηχανές. Η μία θα είναι κρατική και θα αφορά την Άμυνα και η άλλη θα είναι ιδιωτική και θα αφορά την Τεχνητή Νοημοσύνη. Δύο επενδυτικά αφηγήματα που αλληλοτροφοτούνται και αλλάζουν τις ισορροπίες.
Οι κυβέρνησης δεσμεύονται να δαπανήσουν τεράστια ποσά, εκατοντάδες δισεκατομμύρια μόνο οι Ευρωπαίοι, για μια δεκαετία και αυτή η δέσμευση δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη από τις αγορές. Το μόνο που μένει να φανεί είναι αν οι αγορές έχουν προεξοφλήσει σε μεγάλο μέρος τις θετικές επιπτώσεις του εγχειρήματος ή αν βρισκόμαστε στην αρχή ενός νέου και πολυετούς επενδυτικού υπερκύκλου.
