Η «πίτα» της οικονομίας και το δωρεάν γεύμα

Η «πίτα» της οικονομίας και το δωρεάν γεύμα

Την άποψη ότι είναι δυνατόν να υπάρχουν δωρεάν προϊόντα και υπηρεσίες στον πλανήτη Γη μπορούν να την υποστηρίξουν είτε απόφοιτοι νηπιαγωγείου, είτε ενήλικες που δεν έχουν εργασθεί ούτε μια μέρα στη ζωή τους. Είναι οι ίδιοι που διαλαλούν ότι η «οικονομική πίτα» είναι δεδομένη, αμετάβλητη  και σταθερή και ότι οι πολιτικοί πρέπει να φροντίζουν για την δικαιότερη διανομή της. Το επιχείρημα αυτό διατυπώνεται με την πεποίθηση ότι αποτελεί έναν βασικό φυσικό νόμο.

Με βάση λοιπόν τη λογική ότι η Γη είναι ένα «κλειστό σύστημα», με δεδομένα όρια, οι ευαγγελιστές της αναδιανομής των εισοδημάτων και του νέου «μοιράσματος» της πίτας, κάνουν ένα τεράστιο λάθος. Διότι ο πλούτος και η αξία που παράγεται σε αυτό το «κλειστό σύστημα», έγκειται στην γνώση και όχι στη μάζα που πράγματι παραμένει σταθερή. 

Για παράδειγμα, ένα κιλό πυριτίου αξίζει μόλις μερικά λεπτά του ευρώ ως απλή άμμος σε μια αχανή παραλία, αλλά αρκετές χιλιάδες ευρώ ως μικροτσίπ χαραγμένα πάνω του. Τίποτα δεν προστέθηκε στον πλανήτη μεταξύ αυτών των δύο καταστάσεων. Ούτε ένα άτομο ύλης! Η διαφορά έγκειται εξ ολοκλήρου στην ανθρώπινη ευφυΐα που αναδιατάσσει αυτό που ήδη υπάρχει. Και φυσικά στο κεφάλαιο που απαιτήθηκε και στον επενδυτή που ανέλαβε να μπει στο σχετικό ρίσκο, με γνώμονα το κέρδος.

Η ανάπτυξη λοιπόν και η αύξηση του πλούτου, έτσι απλά θα μπορούσε  να είναι η αυξανόμενη αξία που αντλούμε από ένα σταθερό απόθεμα ύλης ενός «κλειστού συστήματος». Και ασφαλώς δεν υπάρχει νόμος της φυσικής που να θέτει όρια στο πόσο έξυπνα μπορούν να αναδιαταχθούν τα άτομα της μάζας και τα στοιχεία, για να μας οδηγήσουν σε διαφορετικά αποτελέσματα. 

Να φέρουμε ένα ακόμα παράδειγμα. Η Μόνα Λίζα και ένας σωρός χρωστικών ουσιών, έχουν την  ίδια ακριβώς χημική σύσταση. Όμως ο πίνακας αξίζει ανυπολόγιστα περισσότερο και είναι προφανές ότι η διαφορά της αξίας δεν είναι προφανώς υλική.

Αυτός είναι ο λόγος που η βαθύτερη μηχανή της ανάπτυξης δεν είναι οι πεπερασμένοι πόροι, αλλά η γνώση. Και η γνώση έχει δύο ιδιότητες που καταρρίπτουν την θεωρία της δεδομένης, σταθερής και «πεπερασμένης» πίτας.

Κατά πρώτον η γνώση είναι μη ανταγωνιστική. Αν χρησιμοποιήσουμε μια συνταγή, μια φόρμουλα, μια συνάρτηση, μια γραμμή κώδικα προγραμματισμού, κάλλιστα μπορεί να την χρησιμοποιήσει και κάποιος άλλος την ίδια στιγμή, χωρίς κανείς από τους δυο μας να έχει λιγότερη γνώση από πριν. Αντιθέτως, ένα βαρέλι πετρελαίου που ξοδεύεται για την παραγωγή ενέργειας, χάνεται χωρίς να αναπληρώνεται. Ενώ μια ιδέα που βασίζεται στη γνώση και μοιράζεται, πολλαπλασιάζεται.

Κατά δεύτερον η γνώση συσσωρεύεται. Διότι κάθε νέα ιδέα σπάνια γεννιέται από το πουθενά. Συνήθως αποτελεί έναν  ανασυνδυασμό των υπαρχουσών ιδεών, οπότε το απόθεμα των πιθανών συνδυασμών «εκρήγνυται» αντί να εξαντλείται, καθώς μεγαλώνει και συσσωρεύεται.

Με δυο λόγια η περίφημη «πίτα» για την ακεραιότητα και την αναδιανομή της οποίας κόπτεται η Αριστερά, είναι φτιαγμένη από «υλικά» και συνταγές. Και όπως είδαμε οι συνταγές είναι απεριόριστες, με αποτέλεσμα να μεγαλώνει η πίτα. Με την συμβολή πάντα του κεφαλαίου.

Άλλωστε η ίδια η ανθρώπινη ιστορία έχει απαντήσει προ πολλού στην θεωρία της πίτας. Το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα έχει αυξηθεί περίπου τριάντα φορές μέσα σε δύο αιώνες, στην ίδια Γη, με το ίδιο απόθεμα φυσικών πόρων. Κι έτσι καταρρίπτεται η υπόθεση ότι η οικονομία είναι μια αποθήκη με πεπερασμένα «πράγματα» που πρέπει να διαιρεθούν «δίκαια» και να καταναλωθούν «σύμφωνα με τις ανάγκες του καθένα». Ενώ η διαρκώς αυξανόμενη γνώση καταφέρνει και αποδίδει ολοένα και περισσότερα από αυτά που επιθυμούν οι άνθρωποι.

Μπορεί αυτή η πίτα να μας επιτρέπει να έχουμε ένα δωρεάν γεύμα; Ασφαλώς και όχι. Διότι το κόστος ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας μπορεί να κρύβεται, να μεταφέρεται ή να αναβάλλεται, αλλά δεν εξαφανίζεται. Ποτέ. Και στο τέλος κάποιος πληρώνει πάντα το συγκεκριμένο κόστος. Διότι υπάρχει πάντα ένα κόστος πίσω από το κομμάτι της πίτας που κάποιος θέλει να απολαύσει δωρεάν.

Η μεγαλύτερη σύγχυση ξεκινά από την εντύπωση ότι κρατικές παροχές είναι δωρεάν. Όταν ένα κράτος προσφέρει δωρεάν υγεία, δωρεάν παιδεία, επιδόματα, επιδοτήσεις, πολλοί θεωρούν ότι είναι «δωρεάν». Στην πραγματικότητα όμως χρηματοδοτούνται από φόρους, ή από δημόσιο χρέος, ή από πληθωρισμό μέσω της νομισματικής επέκτασης. Άλλωστε το κράτος δεν έχει δικά του χρήματα. Διαθέτει όμως τους μηχανισμούς για να αποσπά χρήματα, από τα εισοδήματα και τους πόρους των φορολογουμένων. 

Έτσι κόστος του «δωρεάν» δεν εξαφανίζεται. Απλά μεταφέρεται στους σημερινούς φορολογούμενους, στους μελλοντικούς φορολογούμενους δηλαδή στις επόμενες γενιές, ή στους κατόχους χρήματος μέσω απώλειας της αγοραστικής τους δύναμης.

Όταν το κράτος δίνει δωρεάν για παράδειγμα μια υπηρεσία αξίας 20 ευρώ, ο χρήστης της υπηρεσίας μπορεί να μην πληρώσει τίποτα. Όμως το κράτος πλήρωσε τα 20 ευρώ, ή στερήθηκε τη δυνατότητα να τα ξοδέψει κάπου αλλού. Το πραγματικό κόστος φυσικά και δεν εξαφανίστηκε. Απλώς μεταφέρθηκε κάπου αλλού. Και είναι αυτό που οι οικονομολόγοι ονομάζουν «κόστος ευκαιρίας». Αφού κάθε επιλογή σημαίνει παραίτηση από κάποια άλλη δυνατότητα.

Το «δωρεάν» προϊόν είναι ούτως ή αλλιώς το αποτέλεσμα μιας παραγωγικής διαδικασίας, που απαιτεί πρώτες ύλες, ενέργεια, κεφαλαιουχικό εξοπλισμό,  εργασία και φυσικά γνώση. Και όλα τα ανωτέρω, έχουν κόστος.

Όταν λοιπόν ακούμε τους πολιτικούς να δίνουν προτεραιότητα στην αναδιανομή της πίτας, και στην παροχή «δωρεάν» προϊόντων ή υπηρεσιών πρέπει να έχουμε τρία βασικά ερωτήματα στο μυαλό μας.  

Ποιος ωφελείται; Ποιος πληρώνει; Ποια άλλη χρήση αυτών των πόρων εγκαταλείπεται; Αυτό είναι το σημείο όπου η οικονομική ανάλυση διαφέρει από την πολιτική ρητορική και δημαγωγία.