Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ θα προστατεύει για πάντα τις αγορές. Αυτό τουλάχιστον πίστευαν οι επενδυτές την εποχή που βρισκόταν στο τιμόνι της ο Άλαν Γκρίνσπαν. Με τον θάνατο του «μαέστρου των αγορών» και επί 19 χρόνια επικεφαλής της Fed (1987-2006), κλείνει ίσως ένα κεφάλαιο που σημάδεψε την παγκόσμια οικονομία. Και ανοίγει ένα νέο, αυτό με τον Κέβιν Γουόρς να οδηγεί τη μεγαλύτερη κεντρική τράπεζα του κόσμου, σε μία συγκυρία που οι αναλυτές διαφωνούν για το μέλλον των επιτοκίων.
Μεγάλο ποσοστό των αναλυτών πιστεύει ότι η Fed θα προχωρήσει στην αύξηση των επιτοκίων μέσα στο 2026 και στη συνέχεια θα ακολουθήσει μια πολύ προσεκτική πορεία. Ποντάρουν δηλαδή στην αξιοπιστία του Γουόρς και στο γεγονός ότι ο Τραμπ δείχνει να έχει περιορίσει τις ασφυκτικές πιέσεις του για να μειωθεί το κόστος του χρήματος. Στον αντίποδα, ωστόσο, υπάρχουν και οι ειδικοί που εκτιμούν ότι εντέλει ο Γουόρς θα μειώσει τα επιτόκια, καθώς θα το επιτρέψουν οι οικονομικές συνθήκες και εξελίξεις του επόμενου έτους.
Σήμερα, πάντως, τα χρηματιστήρια δείχνουν να ανησυχούν για τα επιτόκια και στις ΗΠΑ εκφράζονται οι πρώτες ανησυχίες για «ρωγμές» στην bull market, οι οποίες δεν σχετίζονται με τον πόλεμο αλλά με το ακριβό χρήμα. Το επόμενο μεγάλο crash test για τις αγορές θα είναι η περίοδος των εταιρικών αποτελεσμάτων όπου θα φανεί εν μέρει ο αντίκτυπος του πολέμου και οι ανησυχίες μπορεί να εξελιχθούν σε κύμα φόβου.
Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή. Από το κραχ του 1987 μέχρι τη φούσκα των dot.com και τα χρόνια μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η Fed έδειχνε πρόθυμη να στηρίξει τις αγορές, μειώνοντας τα επιτόκια κάθε φορά που υπήρχαν κλυδωνισμοί και αναταράξεις. Κάπως έτσι, γεννήθηκε ο όρος «Greenspan Put» που αναφέρεται στην πεποίθηση ότι οι επενδυτές θα είχαν πάντα ένα δίχτυ ασφαλείας ως… ευγενική χορηγία της Fed.
Αντίστοιχο «Fed Put» είχαμε και στον απόηχο της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, αλλά και κατά τη διάρκεια της πανδημίας όταν τα επιτόκια μειώθηκαν στο 0%-0,25%. Κάθε φορά, λοιπόν, που οι αγορές διψούν για φθηνό χρήμα η Fed εμφανίζεται πρόθυμη να τις ικανοποιήσει.
Το μεγάλο παράδοξο σήμερα είναι ότι μετά το 2022 οι επενδυτές δείχνουν διατεθειμένοι να τροφοδοτούν το χρηματιστηριακό ράλι και χωρίς την υπόσχεση του φθηνού χρήματος.
Βλέπετε, η μανία γύρω από την Τεχνητή Νοημοσύνη και τις τρομακτικές αλλαγές που αναμένεται αυτή να φέρει – σε παραγωγικότητα και κερδοφορία - στην παγκόσμια οικονομία και την καθημερινότητα του ανθρώπου, προκαλεί τη μεγαλύτερη ίσως αλλαγή νοοτροπίας που έχει γνωρίσει η Wall Street μέσα στον 21ο αιώνα.
Στη δεκαετία του 1990 η άνοδος της παραγωγικότητας που υπόσχονταν οι εταιρείες του διαδικτύου δικαιολογούσε υψηλότερες αποτιμήσεις αλλά η αγορά λειτουργούσε σε περιβάλλον χαμηλότερου πληθωρισμού. Η Fed μπορούσε να κρατήσει τα επιτόκια χαμηλά, τροφοδοτώντας και το ράλι. Ένα ράλι, βέβαια, που διακόπηκε βίαια όταν έσκασε η φούσκα των dot.com. Σήμερα, οι αποτιμήσεις των μετοχών δεν μπορούν να βασίζονται αποκλειστικά στη φθηνή ρευστότητα.
Ενώ λοιπόν ο Γκρίνσπαν σημάδεψε την παγκόσμια οικονομία και ταυτίστηκε με τη «Μεγάλη Μετριοπάθεια», την περίοδο της σταθερής ανάπτυξης και του χαμηλού πληθωρισμού στις ΗΠΑ, αρκετοί πιστεύουν ότι ο Γουόρς θα κινηθεί σε διαφορετική κατεύθυνση, διατηρώντας τα επιτόκια υψηλά για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, στο γνωστό «higher for longer». Μία επιλογή που για πολλούς ενδέχεται να δοκιμάσει τις αντοχές της bull market.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ING διαφωνεί με την πλειονότητα των επενδυτικών οίκων και σημειώνει ότι ενώ η πρώτη συνέντευξη τύπου του Γουόρς καλλιέργησε προσδοκίες για αύξηση των επιτοκίων, η πραγματική εικόνα είναι διαφορετική. Οι αναλυτές της ING πιστεύουν ότι οι συνθήκες του πληθωρισμού θα βελτιωθούν σημαντικά μέσα στο επόμενο δωδεκάμηνο, την ώρα που η πραγματική ισχύς της αγοράς εργασίας παραμένει αμφίβολη.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις, η Fed τοποθετεί τον πληθωρισμό υψηλότερα από τους αναλυτές των επενδυτικών οίκων μέχρι και το τέλος του 2027, όταν η Fed κάνει λόγο για πληθωρισμό στο 2,5% και οι συγκλίνουσες εκτιμήσεις των αναλυτών στο 2,3%. Στο μεταξύ, η ING τονίζει ότι η μέση τιμή της βενζίνης έχει υποχωρήσει από 4,60 δολάρια το γαλόνι στα τέλη Μαΐου, σε 3,75 δολάρια, που σημαίνει ότι ίσως δούμε αρνητικό πληθωρισμό τον Ιούνιο και τον Ιούλιο.
Όπως προειδοποίησαν χθες οι αναλυτές της Goldman Sachs, οι επενδυτές μπορεί να βιάζονται να «εισπράξουν» όλα όσα μπορεί να προσφέρει το trade της Τεχνητής Νοημοσύνης. Ενώ η άνθηση των τεχνολογικών επενδύσεων σε υποδομές και λογισμικό τεχνητής νοημοσύνης συνεχίζεται απρόσκοπτα, «η ένταση μεταξύ ευνοϊκών θεμελιωδών μεγεθών και υψηλών αποτιμήσεων συνεχίζει να αυξάνεται», ανέφερε η Goldman.
Επίσης, η αγορά εργασίας – την οποία παρακολουθεί στενά η Fed - στέλνει παρόμοια σινιάλα. Η αμερικανική οικονομία έχει περάσει από μία κατάσταση στην οποία το 2022 υπήρχαν δύο κενές θέσεις εργασίας για κάθε άνεργο, σε πλήρη ισορροπία σήμερα, που συνεπάγεται ότι δεν ασκούνται πιέσεις στους μισθούς.
Για όλους αυτούς τους λόγους τα μισά μέλη της αρμόδιας για τα επιτόκια Επιτροπής FOMC, δεν εκτιμούν ότι χρειάζεται αύξηση επιτοκίων και ο οίκος ποντάρει σε «πάγωμα» των επιτοκίων που μπορεί να φέρει ακόμα και μείωση μέσα στο 2027.
Εν κατακλείδι, ο θάνατος του Γκρίνσπαν (σε ηλικία 100 ετών), συμπίπτει συμβολικά με μια καμπή στις αγορές καθώς ο Γουόρς δείχνει αποφασισμένος να θέσει ως βασική προτεραιότητα τη σταθερότητα των τιμών και όχι την προστασία των αγορών, ακόμη και αν αυτό συνεπάγεται υψηλότερα επιτόκια για περισσότερο. Το μεγάλο στοίχημα για τη Wall είναι αν η Τεχνητή Νοημοσύνη, και ειδικότερα το νέο κύμα παραγωγικότητας που υπόσχεται και η ισχυρή κερδοφορία των τεχνολογικών κολοσσών, μπορεί να αντικαταστήσει το σημαντικότερο «καύσιμο» περασμένων bull markets που ήταν τα χαμηλά επιτόκια.
