Κάθε εποχή ορίζεται από τη σχέση της με το μέλλον.
Υπήρξαν κοινωνίες που το αντιμετώπιζαν με φόβο και άλλες που το έβλεπαν ως υπόσχεση. Για σχεδόν δύο αιώνες, οι σύγχρονες δημοκρατίες οικοδόμησαν την αυτοπεποίθησή τους πάνω σε μια σχεδόν αυτονόητη ελπίδα : ότι το αύριο θα είναι καλύτερο από το χθες.
Η ιδέα αυτή υπήρξε το θεμέλιο της νεωτερικότητας. Η επιστήμη, η τεχνολογία, η οικονομική ανάπτυξη και οι δημοκρατικοί θεσμοί θεωρούνταν οι δυνάμεις που θα οδηγούσαν σε μια διαρκώς καλύτερη κοινωνία.
Οι μεγάλες πολιτικές ιδεολογίες διαφωνούσαν σχεδόν σε όλα. Είχαν διαφορετικές απόψεις για τη διαδρομή, συμφωνούσαν όμως στο ότι η ιστορία κινείται προς τα εμπρός.
Οι φιλελεύθεροι έβλεπαν στην ελευθερία τον δρόμο προς την ευημερία, οι σοσιαλιστές στην ισότητα, οι συντηρητικοί στη σταθερότητα των θεσμών.
Σήμερα αυτή η βεβαιότητα μοιάζει να έχει κλονιστεί.
Για πρώτη φορά μετά από πολλές γενιές, μεγάλα τμήματα των δυτικών κοινωνιών δεν θεωρούν αυτονόητο ότι τα παιδιά τους θα ζήσουν καλύτερα από τους ίδιους.
Η οικονομική αβεβαιότητα, οι γεωπολιτικές συγκρούσεις, η κλιματική κρίση και οι ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις έχουν αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο φανταζόμαστε το αύριο.
Το μέλλον δεν βιώνεται πλέον ως υπόσχεση. Βιώνεται ως αβεβαιότητα.
Και όταν μια κοινωνία παύει να πιστεύει στο μέλλον, αρχίζει σχεδόν αναπόφευκτα να αναζητά καταφύγιο στο παρελθόν. Ίσως, αυτό να είναι το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της εποχής μας. Η πολιτική δεν ανταγωνίζεται πλέον για το καλύτερο μέλλον. Ανταγωνίζεται για το πιο πειστικό παρελθόν.
Δεν είναι τυχαίο ότι όλο και περισσότερα πολιτικά συνθήματα υπόσχονται επιστροφή. Επιστροφή στις παραδοσιακές αξίες, στην εθνική κυριαρχία, στην κοινωνική συνοχή ή σε μια κανονικότητα που θεωρούμε ότι χάθηκε.
Η ίδια τάση διαπερνά και τον πολιτισμό. Ο κινηματογράφος, η μουσική και η μόδα ανακυκλώνουν διαρκώς γνώριμες εικόνες, ενώ τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μετατρέπουν τις αναμνήσεις σε καθημερινό περιεχόμενο. Σαν να δυσκολευόμαστε ολοένα περισσότερο να φανταστούμε κάτι πραγματικά καινούργιο.
Ο Zygmunt Bauman - ένας από τους σημαντικότερους κοινωνιολόγους του 20ού αιώνα, περιέγραψε αυτή τη μετατόπιση με τον όρο «Ρετροτοπία». Την αναζήτηση δηλαδή της ιδανικής κοινωνίας όχι στο μέλλον, αλλά στο παρελθόν. Η έννοια φωτίζει εύστοχα το φαινόμενο. Δεν αρκεί όμως για να το εξηγήσει.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι γιατί οι άνθρωποι νοσταλγούν.
Οι άνθρωποι πάντοτε νοσταλγούσαν. Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί η νοσταλγία έγινε τόσο ισχυρή πολιτική δύναμη σήμερα.
Οι κοινωνίες δεν άρχισαν να κοιτούν πίσω επειδή αγάπησαν περισσότερο το παρελθόν. Άρχισαν να κοιτούν πίσω επειδή φοβούνται περισσότερο το μέλλον.
Αυτό εξηγεί γιατί η νοσταλγία δεν αποτελεί απλώς ένα συναίσθημα. Έχει εξελιχθεί σε μια από τις ισχυρότερες πολιτικές αφηγήσεις της εποχής μας. Η επιτυχία της, όμως, δεν οφείλεται μόνο στο ότι εξιδανικεύει το χθες. Οφείλεται κυρίως στο ότι προσφέρει κάτι που σπανίζει ολοένα περισσότερο: Βεβαιότητα.
Η πολιτική της νοσταλγίας δεν «πουλάει» το παρελθόν. Πουλάει τη βεβαιότητα.
Οι άνθρωποι μπορούν να αντέξουν δύσκολες αποφάσεις, ακόμη και περιόδους κρίσης. Πολύ δυσκολότερα όμως αντέχουν έναν κόσμο που μοιάζει ακατανόητος. Όσο πιο περίπλοκη γίνεται η πραγματικότητα, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη για αφηγήσεις που την κάνουν ξανά απλή.
Σε αυτό ακριβώς υπερέχει το παρελθόν.
Το μέλλον απαιτεί φαντασία, σχέδιο και την αποδοχή ότι το νέο μπορεί να αποτύχει. Το παρελθόν δεν χρειάζεται να το δημιουργήσεις. Αρκεί να το αφηγηθείς. Και κάθε αφήγηση είναι, αναπόφευκτα, επιλεκτική. Θυμάται τη σταθερότητα. Ξεχνά το τίμημά της.
Ίσως, τελικά, οι κοινωνίες να μη νοσταλγούν τόσο τις εποχές που ήταν καλύτερες, όσο εκείνες που έμοιαζαν περισσότερο κατανοητές. Σε έναν κόσμο που αλλάζει ταχύτερα από την ικανότητά μας να τον ερμηνεύσουμε, η νοσταλγία λειτουργεί ως καταφύγιο απέναντι στην πολυπλοκότητα.
Γι' αυτό και δεν αποτελεί αποκλειστικό χαρακτηριστικό κάποιας ιδεολογίας. Διαπερνά σχεδόν ολόκληρο το πολιτικό φάσμα. Άλλοι νοσταλγούν την εθνική συνοχή, άλλοι τις κοινωνικές βεβαιότητες, άλλοι μια περίοδο μεγαλύτερης οικονομικής αισιοδοξίας. Το αντικείμενο αλλάζει. Η ανάγκη παραμένει η ίδια.
Η νοσταλγία, επομένως, δεν είναι το πρόβλημα.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η πολιτική παύει να παράγει μια πειστική εικόνα του αύριο και περιορίζεται στην υπόσχεση της επιστροφής. Γιατί καμία κοινωνία δεν μπορεί να οικοδομήσει το μέλλον της περπατώντας αποκλειστικά προς τα πίσω.
Εδώ βρίσκεται, ίσως, η μεγαλύτερη πρόκληση των σύγχρονων δημοκρατιών. Δεν αρκεί να διαχειρίζονται αποτελεσματικά την οικονομία, την ασφάλεια ή τους θεσμούς. Οφείλουν να διατηρούν ζωντανή και μια συλλογική προσδοκία: ότι το μέλλον μπορεί να είναι καλύτερο από το παρόν.
Η πραγματική κρίση μιας δημοκρατίας δεν αρχίζει όταν δυσκολεύεται να λύσει τα προβλήματα του σήμερα. Αρχίζει όταν οι πολίτες παύουν να πιστεύουν ότι το μέλλον μπορεί να είναι καλύτερο.
Εκείνη τη στιγμή η πολιτική χάνει το πιο ισχυρό της εργαλείο: την ικανότητα να κινητοποιεί τους ανθρώπους γύρω από έναν κοινό σκοπό. Και όταν η ελπίδα για το αύριο εξασθενεί, η νοσταλγία καταλαμβάνει σχεδόν αναπόφευκτα τη θέση της.
Ο εικοστός αιώνας χαρακτηρίστηκε από συγκρούσεις για το ποιο μέλλον ήταν προτιμότερο. Ο εικοστός πρώτος κινδυνεύει να χαρακτηριστεί από έναν διαφορετικό ανταγωνισμό. Για το ποιο παρελθόν αξίζει περισσότερο να ανακτηθεί.
Κι όμως, οι δημοκρατίες δεν μπορούν να ζήσουν μόνο με τη μνήμη τους.
Η μνήμη δίνει ταυτότητα, ή όμως δίνει κατεύθυνση.
Και τελικά, οι δημοκρατίες δεν κρίνονται μόνο από την ικανότητά τους να διαχειρίζονται το παρόν.
Κρίνονται και από την ικανότητά τους να διατηρούν ζωντανή την πίστη ότι το μέλλον μπορεί να γίνει καλύτερο.
