Αν η Βουλή των Ελλήνων λειτουργούσε με τους όρους της ελεύθερης αγοράς, η πιο επιτυχημένη και ραγδαία αναπτυσσόμενη «εταιρεία» των τελευταίων ετών θα ήταν, χωρίς αμφιβολία, εκείνη των ανεξάρτητων βουλευτών.
Με τον αριθμό των ανεξάρτητων βουλευτών να αγγίζει το ιστορικό υψηλό των 40, η λεγόμενη «δεξαμενή των ανεξάρτητων» αποτελεί ουσιαστικά μια νέα πολιτική δύναμη στο Κοινοβούλιο.
Ο αριθμός αυτός ξεπερνά κατά πολύ την κοινοβουλευτική δύναμη ιστορικών κομμάτων της αντιπολίτευσης και αποτυπώνει ανάγλυφα μια νέα πραγματικότητα: το 13,3% των εκλεγμένων αντιπροσώπων του ελληνικού λαού δεν βρίσκεται πλέον στο κόμμα με το οποίο εξελέγησαν.
Μια τέτοια μεταβολή- κατά τη διάρκεια της ίδιας κοινοβουλευτικής περιόδου, προφανώς συνιστά παραχάραξη του εκλογικού αποτελέσματος. Εκτός αυτού, η ευκολία με την οποία αναδιατάσσεται παρασκηνιακά η λαϊκή εντολή, αποκαλύπτει τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στην αντίληψη του πολιτικού προσωπικού όσον αφορά την αξιοπιστία και το ήθος.
Είναι εντυπωσιακό ότι τα τελευταία χρόνια, πολλοί πολιτικοί αλλάζουν κομματική στέγη με ρυθμούς πολύ ταχύτερους από εκείνους με τους οποίους οι ψηφοφόροι μεταβάλλουν τις πολιτικές τους πεποιθήσεις.
Στην προ κρίσης περίοδο, η αλλαγή κομματικής ταυτότητας ήταν σπάνιο φαινόμενο και ισοδυναμούσε με «πολιτική προδοσία».
Η δεκαετία των μνημονίων (2010–2019) διέλυσε αυτό το σκηνικό, δημιουργώντας μαζικά κύματα μετακινήσεων και κόμματα-διάττοντες αστέρες. Τότε, όμως, οι «μεταγραφές» καλύπτονταν από τον μανδύα της εθνικής ανάγκης και την επίκληση της συνειδήσεως σε κρίσιμες αποφάσεις.
Το παράδοξο είναι ότι αυτή η πρακτική, επικαλείται – προσχηματικά, το ίδιο το Σύνταγμα. Το Άρθρο 60 ορίζει ότι ο βουλευτής έχει απεριόριστο δικαίωμα γνώμης και ψήφου «κατά συνείδηση».
Έτσι, μια διάταξη που γεννήθηκε για να προστατεύσει την ελευθερία γνώμης του βουλευτή, καταλήγει θεσμικό άλλοθι. Η «συνείδηση» επιστρατεύεται ως πρόσχημα για την ιδιοποίηση μιας έδρας, η οποία στην πραγματικότητα κερδήθηκε με τη σημαία και τον μηχανισμό του κόμματος.
Σήμερα λοιπόν, οι μετακινήσεις των πολιτικών, δεν οφείλονται σε ιδεολογικές διαφοροποιήσεις. Αντίθετα, συμβαίνουν σε ένα περιβάλλον γενικευμένης αποϊδεολογικοποίησης, όπου τα κομματικά όρια έχουν ξεθωριάσει και η πολιτική αντιμετωπίζεται -από μια μερίδα του προσωπικού της, με όρους καριέρας.
Η βουλευτική έδρα δεν αντιμετωπίζεται ως μέσο για την προώθηση ενός συλλογικού οράματος, αλλά ως αυτοσκοπός ή πολύ χειρότερα «ως προσωπικό περιουσιακό» στοιχείο.
Αυτό το φαινόμενο του πολιτικού «γυρολογισμού» αναδεικνύει μια σειρά από κρίσιμα ερωτήματα:
Τι ακριβώς μεταφέρει ένας βουλευτής όταν αλλάζει κόμμα; Μετακομίζει μαζί του και το εκλογικό του σώμα που τον είχε ψηφίσει, ή απλώς εκμεταλλεύεται το εκλογικό κοινό του νέου του φορέα;
Η κοινοβουλευτική μας ιστορία έχει καταγράψει ακραία παραδείγματα που απαντούν στα ερωτήματα αυτά.
Έχουμε δει στελέχη να αλλάζουν έως και τέσσερα διαφορετικά κόμματα στην καριέρα τους – συχνά αντικρουόμενων ιδεολογικών αρχών, χρησιμοποιώντας τη μεταγραφή ως τον απόλυτο επιταχυντή για την εξασφάλιση της βουλευτικής έδρας.
Σε άλλες περιπτώσεις βλέπουμε το μοτίβο του «μπρος-πίσω». Βουλευτές που ξεκινούν από ένα κόμμα, μεταπηδούν με εντυπωσιακά άλματα σε άλλα σχήματα, και όταν αυτά αρχίζουν να φθίνουν, επιστρέφουν ως «μεταγραφή» στην αρχική τους κομματική κοιτίδα, ολοκληρώνοντας έναν πλήρη κύκλο 360 μοιρών. Μοναδικό ζητούμενο - προφανώς, η διατήρηση του βουλευτικού αξιώματος.
Έχουμε φτάσει μάλιστα στο σημείο, σε παλαιότερες περιόδους, βουλευτές από πέντε διαφορετικά κόμματα να ιδρύουν μια ιδιότυπη «κοινοπραξία» ανεξάρτητων, σχηματίζοντας νέα Κοινοβουλευτική Ομάδα, με αποκλειστικό σκοπό να καρπωθούν τα προνόμια που δίνει ο Κανονισμός της Βουλής στους αρχηγούς.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο μετακινούμενος πολιτικός λειτουργεί ως «homo economicus». Πηγαίνει εκεί που θεωρεί ότι μπορεί να εκλεγεί ευκολότερα, ακόμα και αν αυτό υπηρετεί διαφορετικό ιδεολογικό αφήγημα.
Το μεγάλο θύμα αυτής της κινητικότητας, δεν είναι άλλο από την ίδια τη δημοκρατία και τον κοινοβουλευτισμό. Όταν ο πολίτης ψηφίζει ένα συγκεκριμένο πολιτικό πρόγραμμα και ο εκλεγμένος αντιπρόσωπός του καταλήγει να υπηρετεί ένα άλλο, η λαϊκή ετυμηγορία αλλοιώνεται de facto.
Το φαινόμενο ασφαλώς δεν είναι μόνο ελληνικό. Μόνο που σε άλλες δημοκρατίες έχουν θεσπιστεί αναχώματα, όπως νόμοι κατά της αποσκίρτησης (anti-defection laws).
Στη Νέα Ζηλανδία, για παράδειγμα, ισχύει το «Electoral Integrity Amendment Act». Σύμφωνα με αυτό, εάν ένας βουλευτής που εκλέχθηκε με ένα κόμμα παραιτηθεί από αυτό ή αλλάξει παράταξη, θεωρείται ότι αλλοιώνεται η σύνθεση της Βουλής όπως την ψήφισαν οι πολίτες. Ο βουλευτής κηρύσσεται έκπτωτος και η έδρα κατοχυρώνεται στον αμέσως επόμενο της λίστας του κόμματος με το οποίο είχε εκλεγεί.
Στην Πορτογαλία επίσης, με συνταγματική πρόβλεψη (άρθρο 160), ο βουλευτής που προσχωρεί σε άλλο κόμμα από εκείνο με το οποίο εξελέγη εκπίπτει αυτόματα από το βουλευτικό του αξίωμα και η έδρα καταλαμβάνεται από τον επόμενο στη σειρά υποψήφιο του ίδιου κόμματος.
Στο δικό μας κοινοβουλευτικό σύστημα, η έδρα ακολουθεί τον άνθρωπο και όχι την ψήφο των πολιτών, αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή στις προσωπικές στρατηγικές.
Η αντιμετώπιση του κόμματος ως ενός προσωρινού οχήματος εκλογικής επιβίωσης - το οποίο εγκαταλείπεται χωρίς κανένα κόστος - τροφοδοτεί τον κυνισμό και ανατρέπει τη λογική της αντιπροσώπευσης.
Σε αυτή την ιδιότυπη «αγορά», ο ψηφοφόρος μετατρέπεται από κυρίαρχος του πολιτεύματος σε απλός θεατής της. Όταν οι πολίτες καλούνται να επιλέξουν πολιτικά προγράμματα, αλλά τελικά παρακολουθούν τη μετακίνηση προσώπων, η κάλπη απογυμνώνεται από το ουσιαστικό της περιεχόμενο. Η ψήφος παύει να είναι μια συνειδητή επιλογή για το μέλλον της χώρας και καταλήγει να είναι ένα βραχυπρόθεσμο «συμβόλαιο» που μπορεί να σπάσει μονομερώς.
Όταν, λοιπόν, η πολιτική χάνει την ιδεολογική της βάση και μετατρέπεται σε μια ψυχρή διαχείριση προσωπικών στρατηγικών, η κοινή γνώμη οδηγείται νομοτελειακά στην ισοπεδωτική λογική του «όλοι ίδιοι είναι».
Εκεί κρύβεται ο μεγαλύτερος κίνδυνος.
Ο βουλευτής διασώζει την έδρα του, το κόμμα υποδοχής κερδίζει μια εφήμερη εντύπωση. Ο μόνος πραγματικός χαμένος είναι η δημοκρατία και ο πολίτης.
