Μπορεί ένα κόμμα να μεγαλώσει χωρίς να αλλάξει;

Το παράδοξο της διεύρυνσης

Υπάρχει ένα παράδοξο που συνοδεύει σχεδόν κάθε κόμμα εξουσίας. Όσο περισσότερο διευρύνεται για να κερδίσει ψηφοφόρους, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος να απομακρυνθεί από εκείνους που πάντα το υποστήριζαν.

Κι όμως, η επιλογή δεν υπάρχει. Προφανώς, η διεύρυνση είναι απαραίτητη. Χωρίς νέα ακροατήρια δεν χτίζονται πλειοψηφίες, δεν κερδίζονται εκλογές και κανένα μεγάλο κόμμα δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στον παραδοσιακό του πυρήνα.

Γι' αυτό και η προσέλκυση νέων ψηφοφόρων και η αξιοποίηση στελεχών με διαφορετικές πολιτικές διαδρομές δεν αποτελούν παρέκκλιση, αλλά προϋπόθεση πολιτικής επιβίωσης.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν ένα κόμμα πρέπει να διευρύνεται. Είναι το σημείο ισορροπίας. Δηλαδή, από ποιο σημείο και μετά η πολιτική ώσμωση εκλαμβάνεται ως αντικατάσταση; Εκεί ακριβώς είναι η δυσκολία.

Ο φιλοξενούμενος νοικοκύρης

Σε κάθε παράταξη υπάρχουν άνθρωποι που είναι μαζί της διαχρονικά — στα εύκολα και τα δύσκολα. Γι' αυτούς, το κόμμα δεν είναι επιλογή· είναι πολιτική ταυτότητα. Κι αυτό ακριβώς τους κάνει ιδιαίτερα σκεπτικούς όταν η παράταξη φαίνεται να αλλάζει.

Όταν αρχίζουν να αισθάνονται ότι όσοι έφτασαν τελευταίοι στο σπίτι έχουν μεγαλύτερη επιρροή από εκείνους που το κράτησαν όρθιο στα δύσκολα, εμφανίζεται το φαινόμενο της σιωπηλής αποξένωσης. Όχι επειδή διαφωνούν με τη λογική της διεύρυνσης - αλλά επειδή αμφιβάλλουν αν η νέα πραγματικότητα τους περιλαμβάνει ή τους θεωρεί απλώς παρωχημένους.

Εκεί γεννιέται το παράδοξο του «φιλοξενούμενου νοικοκύρη». Το σπίτι εξακολουθεί να του ανήκει, αλλά για να μπει μέσα πρέπει να χτυπήσει κουδούνι.

Το πρόβλημα δεν είναι οργανωτικό ούτε συντεχνιακό, όπως κάποιοι υπεραπλουστευμένα θεωρούν. Είναι βαθιά πολιτικό - γιατί η πολιτική δεν λειτουργεί μόνο με ποσοστά και δημοσκοπήσεις, αλλά κυρίως με το αίσθημα του «ανήκειν».

Η αθόρυβη φθορά

Αυτό που τα κομματικά επιτελεία πολλές φορές δεν καταλαβαίνουν — ειδικά όταν στερούνται παραταξιακής ενσυναίσθησης - είναι ότι οι μεγάλες εκλογικές απώλειες δεν προέρχονται πάντοτε από θεαματικές ανακατατάξεις. Πολλές φορές προέρχονται από κάτι πολύ πιο αθόρυβο: την αδρανοποίηση και την αποστράτευση.

Το απογοητευμένο μέλος ή στέλεχος δεν γίνεται απαραίτητα αντίπαλος. Συχνά παραμένει πολιτικά κοντά στο κόμμα, απλώς σταματά να το υπερασπίζεται με το ίδιο πάθος — και κάποιες φορές επιλέγει απλώς να παρακολουθεί.

Αυτή η σιωπηλή απομάκρυνση είναι συχνά πιο επικίνδυνη από μια θεαματική διαρροή προς έναν πολιτικό αντίπαλο. Δεν καταγράφεται εύκολα στις δημοσκοπήσεις, με αποτέλεσμα να υποτιμάται. Τα επιτελεία μετράνε εύκολα τις νέες προσθήκες — και κάθε μία θεωρείται αυτόματα κέρδος που αντισταθμίζει οποιαδήποτε εσωτερική φθορά. Αυτό όμως είναι λογιστική, δεν είναι πολιτική. Γιατί καμία προσθήκη, όσο εντυπωσιακή κι αν είναι, δεν έχει ποτέ το ίδιο ειδικό βάρος με όσους στηρίζουν επί δεκαετίες.

Τα σημάδια αυτής της αμηχανίας εμφανίζονται στις συζητήσεις των τοπικών οργανώσεων, στη δυσπιστία που προκαλούν ορισμένες επιλογές προσώπων, στη διάχυτη αίσθηση ότι η φυσιογνωμία της παράταξης μεταβάλλεται ταχύτερα από όσο μπορούν να ακολουθήσουν οι παραδοσιακοί της υποστηρικτές.

Δεν πρόκειται για ρήξη. Ούτε καν για οργανωμένη αμφισβήτηση. Πρόκειται όμως για ένα συναίσθημα που καμία ηγεσία δεν έχει την πολυτέλεια να αγνοήσει χωρίς κόστος.

Η περίπτωση της Νέας Δημοκρατίας

Το ερώτημα αυτό δεν είναι θεωρητικό. Αφορά συγκεκριμένα τη Νέα Δημοκρατία — το κόμμα που περισσότερο από κάθε άλλο έχει δοκιμαστεί από αυτή ακριβώς την ένταση.

Θα ήταν άδικο να αγνοήσει κανείς το γεγονός ότι η στρατηγική της διεύρυνσης υπήρξε μέχρι σήμερα εκλογικά επιτυχημένη. Η Νέα Δημοκρατία κατόρθωσε να επεκτείνει την επιρροή της πέρα από τα παραδοσιακά της όρια, να προσελκύσει νέα ακροατήρια και ικανά στελέχη και να πετύχει δύο διαδοχικές εκλογικές νίκες που της εξασφάλισαν πολιτική κυριαρχία. Η επιτυχία αυτή δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και ασφαλώς πιστώνεται στην ηγεσία της.

Θα ήταν όμως λάθος να θεωρηθεί ότι εξηγεί από μόνη της όλη τη δύναμη της παράταξης. Όσοι ακολουθούμε την πορεία της επί δεκαετίες γνωρίζουμε ότι η δύναμή της ήταν πάντοτε οι άνθρωποί της - όχι οι ηγεσίες και οι ηγετικές ομάδες που έρχονται και παρέρχονται.

Η θεωρία του Ευάγγελου Αβέρωφ περί λύκου και μαντριού έχει επιβεβαιωθεί πλειστάκις. Εκείνοι που παρέμειναν παρόντες ακόμα και όταν η εξουσία είχε χαθεί, όταν οι δημοσκοπήσεις ήταν αρνητικές, όταν η πολιτική στράτευση ήταν υπόθεση πίστης και όχι προσδοκίας — αυτοί είναι η πραγματική της ραχοκοκαλιά. Γι' αυτούς ισχύει διαχρονικά: φίλοι ενδεχομένως οι εκάστοτε αρχηγοί, φίλτατη όμως η παράταξη.

Διεύρυνση και ταυτότητα - όχι δίλημμα, αλλά ισορροπία

Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι ανάμεσα στη διεύρυνση και την ταυτότητα. Ένα μεγάλο κόμμα χρειάζεται και τα δύο.

Χωρίς διεύρυνση κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια πολιτική λέσχη που μιλά μόνο στον εαυτό της. Χωρίς ταυτότητα κινδυνεύει να εξελιχθεί σε έναν ελιτίστικο μηχανισμό χωρίς ιστορική μνήμη και δεσμούς με τη λαϊκή του βάση.

Η διεύρυνση πετυχαίνει όταν λειτουργεί προσθετικά - όταν δίνει την αίσθηση ότι το σπίτι μεγαλώνει για να χωρέσει περισσότερους. Αποτυγχάνει όταν δημιουργεί την εντύπωση ότι κάποιοι πρέπει να αποχωρήσουν, για να βρουν χώρο κάποιοι άλλοι.

Το ζητούμενο για τη Νέα Δημοκρατία δεν είναι πλέον η διεύρυνση. Την πέτυχε. Το ζητούμενο τώρα είναι η ενσωμάτωση και η συσπείρωση. Γιατί κάθε επιτυχημένη στρατηγική κρύβει μέσα της έναν κίνδυνο: να θεωρήσει ότι οι συνθήκες που την έκαναν αποτελεσματική θα παραμείνουν ίδιες για πάντα.

Οι εκλογές κερδίζονται στο Κέντρο. Οι παρατάξεις όμως διατηρούνται ζωντανές από εκείνους που εξακολουθούν να νιώθουν συγκίνηση όταν μιλούν για την ιστορία τους - ολόκληρη την ιστορία τους.