Καθημερινότητα: Η πραγματική αντιπολίτευση

Σε ένα πολιτικό τοπίο που βρίσκεται υπό συνεχή διαμόρφωση, η κυβέρνηση – όπως άλλωστε είναι λογικό – παρακολουθεί και αξιολογεί τις κινήσεις της αντιπολίτευσης, τα νέα κόμματα που συστάθηκαν,  αυτά που κυοφορούνται αλλά και τις αναδιατάξεις που συνεπάγονται τόσο στο χώρο της Αριστεράς όσο και της Δεξιάς. 

  • Ποια κόμματα τελικά θα δημιουργηθούν;
  • Ποιο κενό θα προσπαθήσουν να καλύψουν; 
  • Ποιο θα είναι το αφήγημά τους; 
  • Πώς θα απευθυνθούν στους πολίτες προκειμένου να εξασφαλίσουν την εμπιστοσύνη τους;

Όλα αυτά είναι ζητήματα που το επόμενο διάστημα θα αποτυπωθούν αρχικά στα δημοσκοπικά ευρήματα και σε δεύτερη φάση θα διαμορφώσουν το εκλογικό αποτέλεσμα. 

Όμως η πιο ακριβής και ταυτόχρονα ειλικρινής διάγνωση της συγκυρίας – πέραν των δημοσκοπήσεων που έχουν δει πρόσφατα το φως της δημοσιότητας, διατυπώθηκε από τα ίδια τα έδρανα της κυβέρνησης. 

Ο υπουργός Εσωτερικών, μιλώντας πρόσφατα στο συνέδριο του Κύκλου Ιδεών, τόνισε ότι «οι πιθανές διαρροές ψηφοφόρων από τη Νέα Δημοκρατία, δεν έχουν πρωτίστως πολιτικά αλλά κοινωνικά χαρακτηριστικά». 

Με άλλα λόγια: ο πραγματικός αντίπαλος της Κυβέρνησης δεν είναι η αντιπολίτευση. Ούτε – εκτός απροόπτου – τα νεοσυσταθέντα κόμματα η αυτά που κυοφορούνται. Είναι το τραπέζι της κάθε οικογένειας και ο μισθός που δεν φτάνει ως το τέλος του μήνα. 

Αυτή η παραδοχή, σπάνια στην ευθύτητά της από κυβερνητικά χείλη, αξίζει να σχολιαστεί. Όχι επειδή έχει παραπολιτικό ενδιαφέρον, αλλά διότι εντοπίζει με ακρίβεια τη σοβαρότερη παράμετρο που θα καθορίσει το αποτέλεσμα των εκλογών, όποτε τελικά γίνουν. 

Ο υπουργός εξέφρασε κάτι που οι πολίτες γνωρίζουν πολύ καλά – βιωματικά. Το αποτέλεσμα των επόμενων εκλογών δεν θα κριθεί από τις πολιτικές εξαγγελίες, τη σκανδαλολογία, τις τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις και τους οξείς τόνους της δημόσιας ρητορικής. Θα κριθεί από τις τιμές στο σούπερ μάρκετ, τη βενζίνη και από το ενοίκιο που όλοι δυσκολεύονται να πληρώσουν. 

Το πιο πιεσμένο τμήμα της κοινωνίας σήμερα, σύμφωνα με τον ίδιο τον υπουργό, είναι οι πολίτες στην ηλικιακή ζώνη 30–50 ετών. Είναι οι άνθρωποι που προσπαθούν να δημιουργήσουν οικογένεια, να αποκτήσουν οικονομική σταθερότητα. Δηλαδή να εξασφαλίσουν αξιοπρεπή διαβίωση. Πρόκειται για την παραγωγική ραχοκοκαλιά της χώρας, και ταυτόχρονα για τη γενιά που νιώθει πως η υπόσχεση της κανονικότητας συνεχώς αναβάλλεται. 

Τα νούμερα επιβεβαιώνουν την ανησυχία. Τα ενοίκια κύριας κατοικίας συνεχίζουν να αυξάνονται με ρυθμό που ξεπερνά το 7%, επιβαρύνοντας σημαντικά τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. 

Παράλληλα, σε πολλές κατηγορίες βασικών αγαθών, οι αυξήσεις τιμών από το 2021 έως το 2025 είναι μεσοσταθμικά τριπλάσιες του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή. Ακρίβεια και στέγαση δεν είναι δύο ξεχωριστά προβλήματα - είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: της αδυναμίας να ζεις με αξιοπρέπεια από τον μισθό σου. 

Το γεγονός ότι η διαπίστωση αυτή διατυπώθηκε δημόσια από κυβερνητικά χείλη, σημαίνει τουλάχιστον δύο πράγματα. 

Πρώτον ότι έχει γίνει αντιληπτό το μέγεθος του προβλήματος (όσο και αν φαίνεται παράξενο, η ως σήμερα κυβερνητική ρητορική δεν το θεωρούσε καθόλου αυτονόητο) και δεύτερον ότι πρέπει με κάποιο τρόπο να απαντηθεί επί της ουσίας, διότι η Κυβέρνηση δεν είναι για να διαπιστώνει αλλά για να κυβερνά και να δίνει λύσεις. 

Το γεγονός ότι το επόμενο διάστημα αναμένεται να τεθεί σε εφαρμογή το νέο πρόγραμμα «Ανακαινίζω» για την επαναδιάθεση κλειστών κατοικιών, παράλληλα με την εκκίνηση του νέου κύκλου χαμηλότοκων στεγαστικών δανείων «Σπίτι μου ΙΙ» -που σκοπίμως διεύρυνε τα ηλικιακά του κριτήρια έως τα 50 έτη για να «ακουμπήσει» αυτή ακριβώς την αποκλεισμένη γενιά - δείχνει ότι η κυβέρνηση προσπαθεί. 

Ο φιλόδοξος στόχος για τη συνολική ανανέωση της στεγαστικής αγοράς είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Το ερώτημα ωστόσο παραμένει: Τα μέτρα αυτά, με τους ρυθμούς που κινούνται, θα έχουν παράξει ορατά αποτελέσματα στην καθημερινότητα των νοικοκυριών ως την έναρξη της προεκλογικής περιόδου; Πολύ περισσότερο από αυτό, αρκούν για να αντιστρέψουν την αίσθηση της ανασφάλειας που έχει εδραιωθεί στη συνείδηση πολλών οικογενειών; 

Ο υπουργός παραδέχθηκε επίσης ότι υπάρχουν περιοχές της ελληνικής περιφέρειας όπου οι πολίτες αισθάνονται πως το κράτος έχει αποσυρθεί, καθώς έχουν κλείσει ή απομακρυνθεί βασικές υπηρεσίες - τράπεζες, εφορίες, ταχυδρομεία. 

Αυτή η αίσθηση εγκατάλειψης προφανώς δεν θεραπεύεται μόνο με επιδοτήσεις. Χρειάζεται κάτι βαθύτερο: την αίσθηση ότι η πολιτεία βλέπει, ακούει και ενδιαφέρεται. 

Το πολιτικό δίδαγμα λοιπόν που αναδύεται είναι σαφές: η φθορά δεν προέρχεται πάντα από τον αντίπαλο. Ειδικά όταν αυτός είναι εμμονικά μονοθεματικός στην επιχειρηματολογία του. Προέρχεται από τη συσσώρευση αδυναμιών στην καθημερινότητα - από το τιμολόγιο ρεύματος που αυξήθηκε, από το ενοίκιο που φαντάζει απρόσιτο, από τη δαπάνη στο σούπερ μάρκετ που ξεπερνά τον μισθό. 

Η κυβέρνηση φαίνεται να το γνωρίζει και να το αναγνωρίζει. Το ζητούμενο τώρα είναι να το αντιμετωπίσει αποτελεσματικά - και όχι μόνο με εξαγγελίες και προγράμματα που βρίσκονται ακόμη υπό υλοποίηση ή διαμόρφωση. 

Οι πολίτες, άλλωστε, δεν περιμένουν από τις κυβερνήσεις διαπιστώσεις. Απαιτούν αποτέλεσμα!