Η γεωπολιτική της αναγκαιότητας

Ύστερα από περισσότερες από εκατό ημέρες στρατιωτικής έντασης, απειλών και αμοιβαίας επίδειξης ισχύος στη Μέση Ανατολή, η πιο ενδιαφέρουσα ερώτηση δεν είναι ποιος νίκησε. Είναι γιατί όλοι κατέληξαν να αποδεχθούν κάτι που μέχρι πρόσφατα θεωρούσαν απαράδεκτο.

  • Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ήθελαν να χρηματοδοτήσουν την οικονομική ανάκαμψη του Ιράν. 
  • Η Τεχεράνη δεν ήθελε διεθνή εποπτεία του πυρηνικού της προγράμματος. 
  • Το Ισραήλ δεν ήθελε μια συμφωνία που αφήνει ανοιχτά κρίσιμα ζητήματα ασφαλείας.

Κι όμως, η συμφωνία υπογράφηκε.

Όχι επειδή οι διαφορές εξαφανίστηκαν. Αλλά επειδή όλες οι πλευρές βρέθηκαν αντιμέτωπες με μια πραγματικότητα που περιόρισε τις επιλογές τους. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της γεωπολιτικής αναγκαιότητας.

Πίσω από τη συμφωνία βρίσκεται μια απλούστερη πραγματικότητα: κανείς δεν πέτυχε όσα είχε θέσει ως στόχο.

  • Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν κατάφεραν να εξουδετερώσουν στρατιωτικά το Ιράν, ούτε να προκαλέσουν την κατάρρευση του θεοκρατικού καθεστώτος. Παρά τις προσδοκίες ορισμένων και τις δημόσιες εκκλήσεις προς την ιρανική κοινωνία να αμφισβητήσει την ηγεσία της, δεν εμφανίστηκε η εσωτερική δυναμική ανατροπής που πολλοί ανέμεναν.
  • Από την άλλη πλευρά, η Τεχεράνη δεν πέτυχε να εκδιώξει την αμερικανική στρατιωτική παρουσία από την περιοχή ούτε να ανατρέψει τις υφιστάμενες περιφερειακές ισορροπίες ασφαλείας.
  • Το Ισραήλ, παρά τα σημαντικά επιχειρησιακά πλήγματα που επέφερε, εξακολουθεί να θεωρεί ότι η βασική στρατηγική απειλή παραμένει ενεργή. Για τον λόγο αυτό παραμένει ο πιο επιφυλακτικός αποδέκτης της συμφωνίας, εκτιμώντας ότι το πυρηνικό και στρατηγικό ζήτημα του Ιράν δεν έχει επιλυθεί αλλά απλώς μετατεθεί χρονικά.

Η συμφωνία συνεπώς, δεν αποτελεί απόδειξη επικράτησης κάποιας πλευράς. Αποτελεί απόδειξη ότι το κόστος της συνέχισης της κρίσης, έγινε μεγαλύτερο από το όφελος της κλιμάκωσης. Και το πεδίο που κατά προτεραιότητα έγινε εμφανέ , ήταν η παγκόσμια οικονομία.

Για εβδομάδες, τα Στενά του Ορμούζ λειτούργησαν ως η σημαντικότερη πηγή αβεβαιότητας για τις διεθνείς αγορές. Κάθε νέα στρατιωτική κλιμάκωση αύξανε τον κίνδυνο διαταραχής της ναυσιπλοΐας, εκτίναξης των τιμών της ενέργειας και νέων πληθωριστικών πιέσεων σε οικονομίες που εξακολουθούν να αναζητούν σταθερότητα μετά από μια μακρά περίοδο διαδοχικών κρίσεων.

Αυτός ήταν και ο πραγματικός εφιάλτης της Ουάσιγκτον. Όχι μόνο η στρατιωτική διάσταση της σύγκρουσης, αλλά οι οικονομικές της συνέπειες. Ένας παρατεταμένος αποκλεισμός του Ορμούζ θα επηρέαζε τις τιμές της ενέργειας, τις μεταφορές, τις εφοδιαστικές αλυσίδες και τελικά την καθημερινότητα εκατομμυρίων πολιτών.

Υπό αυτή την έννοια, η αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας δεν αποτελεί λεπτομέρεια της συμφωνίας. Είναι ο πυρήνας της. Η αποκλιμάκωση δεν αγοράζει μόνο χρόνο για τη διπλωματία. Προσφέρει σταθερότητα στις αγορές και στο διεθνές εμπόριο.

Αν όμως οι Ηνωμένες Πολιτείες εξασφάλισαν μια σημαντική οικονομική ανάσα, το ερώτημα είναι τι εξασφάλισε ως αντάλλαγμα η άλλη πλευρά.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης, το κυρίαρχο αφήγημα παρουσίαζε το Ιράν ως τη χώρα που δεχόταν τη μεγαλύτερη πίεση. Η εξέλιξη των γεγονότων απέδειξε, ότι δεν ήταν ακριβώς έτσι τα πράγματα. 

Η προοπτική επανενεργοποίησης των εξαγωγών πετρελαίου, η σταδιακή χαλάρωση του οικονομικού αποκλεισμού και η συζήτηση για ένα πρόγραμμα οικονομικής ανάκαμψης δημιουργούν συνθήκες αισθητά ευνοϊκότερες από εκείνες που επικρατούσαν κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Το Ιράν δεν εξέρχεται από αυτήν ως νικητής. Εξέρχεται όμως χωρίς να έχει υποστεί τη στρατηγική αποδυνάμωση που πολλοί προεξοφλούσαν στην αρχή της κρίσης.

Αυτό δεν αποτελεί ηθική δικαίωση της Τεχεράνης. Αποτελεί πολιτική διαπίστωση. Στη διεθνή πολιτική, τα κράτη δεν αξιολογούνται με βάση τις προθέσεις τους, αλλά με βάση την ικανότητά τους να παραμένουν παράγοντες των εξελίξεων.

Αυτή ακριβώς η αβεβαιότητα εξηγεί γιατί η συμφωνία έγινε δεκτή με ανακούφιση στις αγορές, αλλά με πολύ μεγαλύτερη επιφύλαξη από αρκετούς περιφερειακούς συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η διεθνής κοινότητα δεν αντιμετωπίζει τη συμφωνία ως οριστική λύση των προβλημάτων της περιοχής. Αυτό που χαιρετίστηκε πρωτίστως, είναι η αποφυγή μιας ευρύτερης σύγκρουσης, με δυνητικά καταστροφικές συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία. 

Η ανακούφιση αφορά λιγότερο τη διευθέτηση των διαφορών και περισσότερο την απομάκρυνση του κινδύνου ενός νέου ενεργειακού και εμπορικού σοκ.

Για το Ισραήλ και άλλους παράγοντες της περιοχής, τα οικονομικά οφέλη που αποκτά η Τεχεράνη είναι άμεσα και συγκεκριμένα, ενώ οι οριστικές εγγυήσεις ασφαλείας παραμένουν υπό διαπραγμάτευση.

Πρόκειται για μια κλασική αντίφαση της διεθνούς πολιτικής. Αυτό που για την παγκόσμια οικονομία μοιάζει με σταθεροποίηση, για έναν περιφερειακό παίκτη μπορεί να εκλαμβάνεται ως νέα πηγή αβεβαιότητας.

Στο δημόσιο διάλογο υπάρχει η τάση να ερμηνεύεται κάθε διεθνής κρίση μέσα από το δίπολο της καθαρής νίκης και της απόλυτης ήττας. Στην πράξη, οι περισσότερες κρίσεις λήγουν πολύ πριν κάποια πλευρά επιτύχει πλήρως τους στόχους της. Λήγουν όταν το κόστος της συνέχισής τους, γίνεται μεγαλύτερο από το προσδοκώμενο όφελος.

Για χώρες όπως η Ελλάδα, το συμπέρασμα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Για μια ναυτιλιακή και ενεργειακά εξαρτημένη οικονομία, τέτοιες εξελίξεις δεν αποτελούν μακρινά γεωπολιτικά γεγονότα. Επηρεάζουν το κόστος μεταφορών, την ενέργεια, το εμπόριο, τις επενδύσεις και τελικά την καθημερινότητα των πολιτών.

Η κατανόηση των πραγματικών συσχετισμών δεν αποτελεί πολυτέλεια για τις μεσαίες δυνάμεις. Αποτελεί προϋπόθεση αποτελεσματικής στρατηγικής.

Η κρίση μπορεί να αποκλιμακώθηκε προς ώρας. Το αν η συμφωνία θα αντέξει σε βάθος χρόνου, μένει να φανεί.

Εκείνο που ήδη γνωρίζουμε, είναι ότι καμία πλευρά δεν κατάφερε να επιβάλει πλήρως τη βούλησή της. Και συχνά, στη διεθνή πολιτική, η αναγνώριση αυτού του περιορισμού, δεν είναι το τέλος της στρατηγικής. Είναι η αρχή της διπλωματίας.