Η Δημοκρατία των δημοσκοπήσεων

«Οι δημοσκοπήσεις είναι η φωτογραφία της στιγμής.» Η φράση επαναλαμβάνεται σχεδόν μηχανικά μετά από κάθε νέα μέτρηση της κοινής γνώμης. Είναι τόσο συνηθισμένη, ώστε ελάχιστοι αναρωτιούνται τι πραγματικά σημαίνει.

Στην κυριολεξία της, είναι απολύτως σωστή. Οι δημοσκοπήσεις, όταν γίνονται με επιστημονική μεθοδολογία, αποτυπώνουν αυτό που κυριαρχεί σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Καταγράφουν διαθέσεις, φόβους, προσδοκίες.

Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στη δημοσκόπηση. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η φωτογραφία μετατρέπεται σε πυξίδα της πολιτικής — και ο πολιτικός, από αυτόν που κρατά την κάμερα, μετατρέπεται στο πρόσωπο που στήνεται μπροστά της για να φωτογραφηθεί. 

Τα τελευταία χρόνια, το πολιτικό σύστημα φαίνεται να έχει εθιστεί σε αυτή την ανάγνωση. Κάθε εβδομάδα μετριούνται ποσοστά, αναλύονται focus groups, δοκιμάζονται συνθήματα. Στη συνέχεια, οι πολιτικές θέσεις προσαρμόζονται στα ευρήματα. Η δημοσκόπηση παύει να είναι εργαλείο κατανόησης της κοινωνίας. Μετατρέπεται σε εργαλείο παραγωγής πολιτικής.

Στο σημείο αυτό, αρχίζει το τέλος της πολιτικής.

Άλλο πράγμα είναι να γνωρίζεις τι πιστεύει μια κοινωνία και εντελώς διαφορετικό να θεωρείς ότι οφείλεις να σκέφτεσαι όπως αυτή. Ο πολιτικός οφείλει να ακούει την κοινωνία. Δεν μπορεί όμως να υποκαθιστά τη δική του κρίση με την επικρατούσα διάθεση της στιγμής. Αν η αποστολή του ήταν απλώς να επαναλαμβάνει όσα ήδη πιστεύουν οι πολίτες, δεν θα υπήρχε λόγος να υπάρχουν ηγέτες. Θα αρκούσαν οι δημοσκοπήσεις.

Εδώ βρίσκεται η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην πολιτική και στη διαχείριση. Η διαχείριση ξεκινά από την υπάρχουσα πραγματικότητα και προσπαθεί να την υπηρετήσει όσο αποτελεσματικότερα γίνεται. Η πολιτική ξεκινά από ένα ενδεχόμενο που ακόμη δεν έχει γίνει πραγματικότητα και προσπαθεί να πείσει την κοινωνία να το οικοδομήσει. Η πρώτη ακολουθεί. Η δεύτερη προηγείται.

Όταν η πολιτική μετατρέπεται σε συνεχή προσαρμογή στις μετρήσεις, εμφανίζεται μια πιο ύπουλη  μορφή λαϊκισμού. Όχι ο σκληρός λαϊκισμός των εύκολων υποσχέσεων και των κατασκευασμένων εχθρών — αυτός είναι ευδιάκριτος. Αλλά ο ήπιος λαϊκισμός της διαρκούς επιβεβαίωσης: η πολιτική που αναβάλλει κάθε αναγκαία μεταρρύθμιση για να αποφύγει το πρόσκαιρο κόστος, που δεν προσπαθεί να πείσει την κοινωνία αλλά μόνο να μην την ενοχλήσει.

Η Ιστορία δεν γράφτηκε ποτέ από όσους ακολουθούσαν τις διαθέσεις της εποχής τους. Γράφτηκε από όσους τόλμησαν να τις αλλάξουν.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν προσαρμόστηκε στη συγκυρία, την αψήφησε. Η ένταξη στην τότε ΕΟΚ δεν είχε κοινωνική αποδοχή. Αντιθέτως, είχε ισχυρές αντιδράσεις, ακόμη και μέσα στον ίδιο του τον πολιτικό χώρο, που έβλεπε το εγχείρημα ριψοκίνδυνο και πρόωρο. Το πολιτικό κόστος ήταν και άμεσο και μετρήσιμο. Το όφελος ήταν αφηρημένο, μακροπρόθεσμο, αβέβαιο. Καμία δημοσκόπηση της εποχής -αν υπήρχε- δεν θα κατέγραφε θετικά την απόφαση. Προχώρησε όμως γιατί είχε όραμα, μακροπρόθεσμο σχέδιο για τη χώρα και στρατηγική, όχι γιατί είχε πλειοψηφία.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος κινήθηκε με την ίδια λογική σε τελείως διαφορετικό πλαίσιο. Οι μεγάλες τομές του -από τον εκσυγχρονισμό του κράτους ως τις εξωτερικές του επιλογές- δεν προέκυψαν από στιγμιαία δημοφιλία. Προκάλεσαν εθνικό διχασμό. Τον πλήρωσε προσωπικά και πολιτικά, ενώ το 1933 επέζησε από απόπειρα δολοφονίας εναντίον του. Εκ των υστέρων, οι επιλογές του καθόρισαν την πορεία του ελληνικού κράτους για δεκαετίες.

Κανένας από τους δύο δεν αγνοούσε την κοινωνία. Κανένας όμως δεν της ανέθεσε να κυβερνήσει αντ' αυτού - ούτε πολύ περισσότερο εμπιστεύτηκε τις αποφάσεις του σε δημοσκοπήσεις, που ούτως άλλως τότε ευτυχώς, δεν υπήρχαν.

Η αγνόηση της κοινής γνώμης, ωστόσο, δεν είναι σωστή αφ' εαυτής. Η Ιστορία έχει και ηγέτες που «δημιούργησαν σκηνικό» χωρίς να ρωτήσουν κανέναν - που όμως αποδείχθηκε καταστροφικό. 

Η τόλμη χωρίς κρίση, δεν είναι ηγεσία. Η διαφορά ανάμεσα στον ηγέτη και σε όποιον απλώς παίρνει ρίσκο, δεν είναι ότι ο πρώτος αγνοεί τη δημοσκόπηση και ο δεύτερος όχι. Είναι ότι ο πρώτος αναλαμβάνει την ευθύνη του λάθους του, ενώ ο δεύτερος την προεξοφλεί ως αναγκαίο κόστος για τον επόμενο. 

Ο ηγέτης δεν είναι εκείνος που διαβάζει καλύτερα τη φωτογραφία. Είναι εκείνος που δημιουργεί το  σκηνικό - και μένει εκεί για να απαντήσει, όταν το σκηνικό δεν βγει όπως το φαντάστηκε.

Ίσως εκεί βρίσκεται μία από τις βαθύτερες αιτίες της σημερινής κρίσης αντιπροσώπευσης. 

Δεν λείπουν οι άνθρωποι που γνωρίζουν να εξηγούν τις δημοσκοπήσεις. Αν κάτι περισσεύει σήμερα, είναι ακριβώς αυτή η εξήγηση. Λείπουν εκείνοι που είναι πρόθυμοι να διακινδυνεύσουν πολιτικό κεφάλαιο για μια ιδέα - και να μείνουν όρθιοι γνωρίζοντας ότι ενδεχομένως δεν θα εισπράξουν οι ίδιοι το πολιτικό όφελος. Αυτή η απροθυμία, όχι η ίδια η ύπαρξη των δημοσκοπήσεων, είναι το πραγματικό έλλειμμα της εποχής μας.

Οι δημοσκοπήσεις θα συνεχίσουν να είναι απαραίτητες. Πρέπει να παραμείνουν πολύτιμο εργαλείο κατανόησης της κοινωνίας. Δεν μπορούν όμως να υποκαταστήσουν την πολιτική κρίση, ούτε να μετατραπούν σε μηχανισμό παραγωγής πολιτικής.

Γιατί οι δημοσκοπήσεις περιγράφουν το παρόν. Η πολιτική υπάρχει για να δημιουργεί το μέλλον.