Στις τελευταίες Ευρωεκλογές, η αποχή έφτασε το 58%. Ποσοστό που σημαίνει ότι περισσότεροι από τους μισούς ψηφοφόρους δεν πήγαν στην κάλπη. Και αυτοί που τελικά δεν ψήφισαν είναι κυρίως νέοι, που ζουν σε αστικά κέντρα, με μόρφωση, αλλά χωρίς σταθερή εργασία ή προοπτική. Εκείνοι δηλαδή που αισθάνονται αποκλεισμένοι από το σύστημα.
Η απόφασή τους να μην ψηφίσουν – όπως προκύπτει από την ανάλυση των ποιοτικών στοιχείων, είναι στάση που μεταφράζεται πολιτικά. Το αποτέλεσμα όμως της στάσης αυτής, πυροδοτεί ένα δομικό έλλειμμα αντιπροσώπευσης: η χώρα διοικείται από κυβερνήσεις που εκλέγονται κυρίως από τους πολίτες που είναι άνω των 55 ετών. To ερώτημα που ακολουθεί είναι: Τι μπορεί να σημαίνει αυτό;
Σύμφωνα με έρευνα της Heinrich-Böll-Stiftung και της Kappa Research (2024), οι απέχοντες δηλώνουν μικρό ή μηδενικό ενδιαφέρον για την πολιτική σε ποσοστό 45%, έναντι μόλις 12% του συνόλου των ψηφοφόρων - στοιχείο που αποκαλύπτει αποξένωση, όχι απάθεια. Το βασικό χαρακτηριστικό της αποχής είναι ότι η γενιά που ψηφίζει λιγότερο, είναι η ίδια που πλήττεται περισσότερο από την συγκυρία.
Ποιος ψηφίζει - και τι ψηφίζει;
Κάθε ηλικιακή ομάδα ψηφίζει με διαφορετικά κριτήρια - και το εκλογικό αποτέλεσμα το αντικατοπτρίζει.
Η ηλικιακή ομάδα των 55+, λειτουργούν ως εγγυητές του status quo: ψηφίζουν με κριτήριο την προβλεψιμότητα - συντάξεις, σταθερότητα, αποφυγή ρίσκου. Αποτελούν τη σταθερή εκλογική δεξαμενή των συστημικών κομματικών εξουσίας και την πολυπληθέστερη εκλογική ομάδα,
Η μεσαία ζώνη των 35–54 ετών, πιεσμένη από την ακρίβεια και τη στεγαστική κρίση, ψηφίζει περισσότερο με κριτήρια καθημερινότητας. Είναι η πιο ευμετάβλητη ομάδα και στην πραγματικότητα, αποτελεί τον πιο αξιόπιστο δείκτη για τις πραγματικές τάσεις της κοινωνίας.
Από τη ζώνη των 17–34 ετών, όσοι φτάνουν τελικά στην κάλπη, ψηφίζουν αντισυστημικά και τιμωρητικά. Σ’ αυτήν την ηλικιακή ομάδα, η ΝΔ καταγράφει τα χαμηλότερα ποσοστά της, ενώ ενισχύονται το ΚΚΕ, τα μικρά σχήματα διαμαρτυρίας και - ανησυχητικά - ακραία σχήματα.
Ποιον συμφέρει ο «καναπές»;
Το φαινόμενο της αποχής, σε θεωρητικό επίπεδο τουλάχιστον, απασχολεί όλα τα κομματικά επιτελεία. Το ερώτημα παρ’ όλα αυτά είναι αν τα κόμματα ενδιαφέρονται πραγματικά να κινητοποιήσουν τους απέχοντες.
Στην εκλογική αριθμητική, η υψηλή αποχή οδηγεί σε περισσότερο προβλέψιμα αποτελέσματα. Ούτως ή άλλως, μόνο όσοι συμμετέχουν καθορίζουν το αποτέλεσμα. Η αποχή επομένως, αυξάνει το ειδικό βάρος των «δεδομένων» ψήφων που ελέγχουν οι κομματικοί μηχανισμοί. Αντίθετα, μια μαζική προσέλευση «απρόβλεπτων» ψηφοφόρων, παρεμβαίνει στα δεδομένα και απειλεί τις παγιωμένες ισορροπίες.
Αυτή η πραγματικότητα όμως, δεν είναι προϊόν συνωμοσίας. Είναι αποτύπωση δομικών παθογενειών που αναπαράγονται μέσα από συγκεκριμένους μηχανισμούς.
· Τον εκχυδαϊσμό του δημόσιου λόγου: η διαρκής αντιπαράθεση και οι ισοπεδωτικοί τόνοι πείθουν τους αναποφάσιστους ότι «όλοι ίδιοι είναι» με αποτέλεσμα να μετατρέπουν την αποχή στη μόνη «αξιοπρεπή» στάση.
· Τη ρητορική της συστημικής ματαιότητας: το αφήγημα ότι οι μεγάλες αποφάσεις είναι προειλημμένες από τις Βρυξέλλες, τις αγορές, τους δανειστές κλπ εξοικειώνει τον πολίτη με την ιδέα ότι η ψήφος του δεν αλλάζει τίποτα.
· Την ηλικιακή ατζέντα: όταν οι προεκλογικές συζητήσεις στρέφονται κυρίως γύρω από θέματα που αφορούν όσους θα ψηφίσουν ούτως ή άλλως - δηλαδή τους μεγαλύτερους, οι νέοι αντιλαμβάνονται ότι βρίσκονται εκτός κάδρου.
Η βαθύτερη ρίζα της αποξένωσης
Αυτή η απομάκρυνση των νεότερων από την κάλπη, ωστόσο, δεν εξαντλείται στη δυσαρέσκεια προς τα κόμματα ή τα πρόσωπα. Είναι βαθύτερη και ακουμπά μια συνολική κρίση εμπιστοσύνης προς τους ίδιους τους θεσμούς και τη δομή του κράτους.
Όταν ένας νέος εισπράττει ελλείμματα στην ασφάλεια των καθημερινών υποδομών ή την αξιοκρατία, σταματά να πιστεύει ότι η εναλλαγή των κυβερνήσεων μπορεί να αλλάξει τη ζωή του. Η αποχή, επομένως, δεν είναι απλώς μια αντίδραση προς το πολιτικό προσωπικό, αλλά μια συνολική αμφισβήτηση της αποτελεσματικότητας του.
Παράλληλα αναδύεται η γενιά των «Zero- Assets ». Ενώ οι παλαιότερες γενιές (55+) ψηφίζουν με γνώμονα τη διατήρηση των κεκτημένων τους - τη σύνταξη, την ιδιοκτησία, την αποφυγή του ρίσκου, οι νέοι σήμερα αισθάνονται ότι δεν έχουν τίποτα να χάσουν και τίποτα να υπερασπιστούν.
Με την προοπτική της αξιοπρεπούς διαβίωσης να μετατρέπεται σε αγώνα καθημερινής επιβίωσης, νιώθουν ότι δεν έχουν «μερίδιο» στο οικονομικό γίγνεσθαι. Και όταν δεν έχεις μερίδιο στην κοινή περιουσία της χώρας, δεν έχεις και λόγο να προσέλθεις στη διαδικασία συντήρησής της.
Σε αυτή τη θεσμική και οικονομική ασφυξία έρχεται να προστεθεί και μια άλλη, «βιολογική» μορφή αποχής: το διαρκές Brain Drain. Ένα σημαντικό, δυναμικό και μορφωμένο κομμάτι αυτής της γενιάς, που υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσε να ανατρέψει τους συσχετισμούς στην κάλπη, έχει ήδη μεταναστεύσει.
Παρά τη θεσμοθέτηση της επιστολικής ψήφου, η φυσική και πνευματική αποσύνδεση από την ελληνική πραγματικότητα οδηγεί πολλούς από αυτούς στην πλήρη αποστασιοποίηση.
Το συμπέρασμα είναι ότι η νέα γενιά δεν απέχει απλώς. Επαναπροσδιορίζει την στάση της έξω και πέρα από το παραδοσιακό κοινοβουλευτικό πλαίσιο, το οποίο αντιλαμβάνεται ως ανίκανο να την εκφράσει και να την προστατεύσει.
Η αδυναμία της δημόσιας ρητορείας
Η ρητορική των παραδοσιακών κομμάτων όχι μόνο αδυνατεί να κινητοποιήσει τους απέχοντες, αλλά λειτουργεί αποθαρρυντικά και για όσους ακόμα διστάζουν. Ξύλινη γλώσσα, στείρες αντιπαραθέσεις, μακροοικονομικοί δείκτες που δεν μεταφράζονται σε καθημερινότητα. Για έναν νέο των 800 ευρώ χωρίς προοπτική στέγης για παράδειγμα, όλα αυτά ακούγονται ως ιστορίες επιστημονικής φαντασίας.
Η δε προσπάθεια των κομμάτων να προσεγγίσουν τους νέους μέσω επιφανειακής «TikTok-οποίησης» εκλαμβάνεται ως υποτιμητική. Η εικόνα χωρίς περιεχόμενο δεν μειώνει τη δυσπιστία - την εντείνει.
Το ερώτημα είναι ποιος ψηφίζει
Όσο λοιπόν, η ατζέντα των κομμάτων αγνοεί τα πραγματικά προβλήματα των νέων - στέγη, εργασία, ορίζοντας ζωής - η αποχή θα παγιώνεται ως συνειδητή επιλογή.
Τα κόμματα θα προσαρμόζουν τα προγράμματά τους στις ανάγκες των άνω των 55, που αποτελούν την εγγυημένη δεξαμενή τους. Και ο φαύλος κύκλος θα συνεχίζεται.
Η διέξοδος δεν βρίσκεται στην τεχνητή «νεανικοποίηση» της εικόνας ή στη συμμετοχή influencers στα ψηφοδέλτια — το αποτέλεσμα αυτής της επιλογής το είδαμε άλλωστε στην Κύπρο.
Βρίσκεται στην ουσιαστική αλλαγή ατζέντας: συγκεκριμένες πολιτικές για τη στεγαστική κρίση, μισθολογική σύγκλιση με την Ευρώπη, θεσμική ενίσχυση της συμμετοχής.
Αυτό που χρειάζεται η νέα γενιά για να σηκωθεί από τον καναπέ δεν είναι κόμματα που της μιλούν διαφορετικά.
Είναι κόμματα που μιλούν γι' αυτήν. Και αυτό, προς το παρόν, παραμένει ζητούμενο.
