Να διατηρηθούν οι περιορισμοί για όσους αρνούνται να εμβολιαστούν

Να διατηρηθούν οι περιορισμοί για όσους αρνούνται να εμβολιαστούν

Η κυβέρνηση έχει εξαγγείλει μία σειρά μέτρων άρσης περιορισμών για τους πλήρως εμβολιασμένους. Οι παρεμβάσεις αυτές δεν θα ήταν ορθό να χαρακτηριστούν ως προνόμια, αλλά ως διευκολύνσεις για την ομαλή επιστροφή τους σε συνθήκες κανονικότητας, ενώ για όσους αρνούνται να εμβολιαστούν θα διατηρηθούν οι περιορισμοί.

Κρίσιμα για την αξιολόγηση της συνταγματικότητας αυτών των διευκολύνσεων είναι τρία δεδομένα:

Πρώτον, ότι δεν θα αφορούν βασικά πεδία συμμετοχής στην κοινωνική και οικονομική ζωή, όπως η πρόσβαση σε φορείς του Δημοσίου ή σε δομές υγείας, αλλά δευτερεύουσες δραστηριότητες, όπως η ψυχαγωγία σε κλειστούς χώρους.

Δεύτερον, θα ξεκινήσουν να εφαρμόζονται από το φθινόπωρο, όταν δηλαδή θα έχει ολοκληρωθεί το πρόγραμμα εμβολιασμού του συνόλου του πληθυσμού, άρα θα έχει δοθεί η δυνατότητα σε όλους να εμβολιαστούν.

Και τρίτον, οι σημαντικότερες από αυτές τις διευκολύνσεις, όπως επί παραδείγματι οι αεροπορικές και ακτοπλοϊκές μετακινήσεις, θα παρέχονται στους εμβολιασμένους, προσφέροντας όμως ταυτόχρονα εναλλακτικές δυνατότητες για τη μετακίνηση των μη εμβολιασμένων, όπως τα self-tests.

Όσοι αρνούνται να εμβολιαστούν είναι εύλογο και συνταγματικά θεμιτό να υπόκεινται σε περιορισμούς και δυσμενείς επιπτώσεις, που μπορεί να περιλαμβάνουν ακόμη και την απομάκρυνση από την εργασία τους, αν η έκθεσή τους στον ιό ενδέχεται να προκαλέσει την ασθένεια άλλων ανθρώπων.

Εξάλλου, αυτές δυσμενείς επιπτώσεις είναι σύμφωνο με το Σύνταγμα να επιβληθούν με νόμο σε εκείνους τους εργαζόμενους που αρνούνται να εμβολιαστούν τη στιγμή που λόγω της φύσεως της εργασίας τους η άρνησή τους ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία.

Ο νομοθέτης θα όφειλε ήδη να έχει ρυθμίσει αναλυτικά τις κατηγορίες εργαζομένων που θα πρέπει να εμβολιαστούν και τις επιπτώσεις της ενδεχόμενης άρνησής τους, οι οποίες δεν αποκλείεται να συνίστανται ακόμη και στην απόλυση υπό ειδικούς όρους ως προς την αποζημίωση.

Είναι συνταγματικά ανεκτό όσοι δεν επιθυμούν να εμβολιαστούν να μην έχουν τους ίδιους όρους πρόσβασης σε συγκεκριμένες μορφές συμμετοχής στην οικονομική και κοινωνική ζωή. Ωστόσο, θα ανέκυπταν ζητήματα συνταγματικότητας αν από τις διευκολύνσεις που θα απονεμηθούν στους εμβολιασμένους αποκλείονταν πρόσωπα ή πληθυσμιακές ομάδες που δεν έχουν πρόσβαση στον εμβολιασμό. Πριν από την ολοκλήρωση του προγράμματος εμβολιασμού για όλους, η απονομή διευκολύνσεων ή προνομίων στους εμβολιασμένους θα προσέκρουε σε μία σειρά συνταγματικών κανόνων.

Η λογική των προηγούμενων παρεμβάσεων, που αφορούν τη διευκόλυνση των εμβολιασμένων, δεν είναι ούτε «επαινετική» προς αυτούς, ούτε «τιμωρητική» για όσους αρνούνται να εμβολιαστούν. Πρόκειται απλώς για την προσαρμογή της οργανωμένης κοινωνικής συμβίωσης στις συνθήκες της πανδημίας. Το Σύνταγμα και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων των Ανθρώπου θέτουν τα όρια τόσο για τους περιορισμούς των μη εμβολιασμένων όσο και για τις διευκολύνσεις όσων ακολουθήσουν την οδό του πλήρους εμβολιασμού.

* Ο Ξενοφών Κοντιάδης είναι καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Πρόεδρος του Ιδρύματος Τσάτσου.