ΞΕΝΙΑ: Από τα 8 στα 27 εκατ. ευρώ τζίρο - Πώς έγινε leader της αγοράς ελαιολάδου

ΞΕΝΙΑ: Από τα 8 στα 27 εκατ. ευρώ τζίρο - Πώς έγινε leader της αγοράς ελαιολάδου

Η εταιρεία με έδρα την Ηλεία, η οποία δραστηριοποιείται αποκλειστικά στην τυποποίηση ελαιολάδου, ελιών και συναφών προϊόντων, συμπληρώνει φέτος έξι δεκαετίες παρουσίας στην αγορά, διατηρώντας ισχυρή θέση στο οργανωμένο λιανεμπόριο και σημαντική εξαγωγική δραστηριότητα σε 33 χώρες. 

Κατά τη διάρκεια δημοσιογραφικής επίσκεψης που διοργάνωσε η ΑΒ Βασιλόπουλος στις εγκαταστάσεις της εταιρείας, παρουσιάστηκε η πορεία ανάπτυξης της ΞΕΝΙΑ, οι προκλήσεις του κλάδου και τα επενδυτικά σχέδια της επόμενης ημέρας. Αναλυτικότερα, η πορεία τα τελευταία χρόνια συνδέεται με την αλλαγή ιδιοκτησίας το 2014, όταν η οικογένεια Αναγνωστόπουλου ανέλαβε το τιμόνι της επιχείρησης, διατηρώντας ωστόσο αναλλοίωτη τη φιλοσοφία του ιδρυτή της, Γεράσιμου Βασιλόπουλου.

Όπως ανέφερε ο Ceo της εταιρείας, Χάρης Αναγνωστόπουλος, η νέα διοίκηση επέλεξε να μην αλλάξει τις βασικές αρχές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η επιχείρηση, αλλά να επανασχεδιάσει το εμπορικό μοντέλο ανάπτυξης. «Δεν αλλάξαμε το όραμα και τις επιχειρηματικές αρχές που ασπαστήκαμε. Αυτό που αλλάξαμε είναι το μοντέλο πωλήσεων, χωρίς ενδιάμεσους», σημείωσε χαρακτηριστικά. Η στρατηγική αυτή αποδείχθηκε ιδιαίτερα αποτελεσματική. 

Ο κύκλος εργασιών της εταιρείας αυξήθηκε από τα 8 εκατ. ευρώ που ήταν το 2014 στα 27 εκατ. ευρώ σήμερα, ενώ παράλληλα διπλασιάστηκε το ανθρώπινο δυναμικό της, το οποίο πλέον αριθμεί 85 εργαζόμενους.

Παρά το γεγονός ότι οι τιμές του ελαιολάδου έχουν αποκλιμακωθεί σε σχέση με τα ιστορικά υψηλά των προηγούμενων ετών, η διοίκηση εκτιμά ότι το 2026 ο τζίρος θα κινηθεί περίπου στα ίδια επίπεδα με το 2025. Αυτό οφείλεται στο ότι οι αυξημένοι όγκοι πωλήσεων αντισταθμίζουν σε σημαντικό βαθμό τη μείωση των τιμών.

Από την πρωτοπορία της συσκευασίας στην ηγετική θέση της αγοράς

Η ιστορία της ΞΕΝΙΑ ξεκινά από το όραμα του Γεράσιμου Βασιλόπουλου να αναδείξει τα προϊόντα της ελληνικής γης μέσα από σύγχρονες μορφές τυποποίησης και συσκευασίας, σε μια εποχή που οι περισσότερες ελιές διακινούνταν χύμα.

Το πρώτο λανσάρισμα της μάρκας πραγματοποιήθηκε το 1964, ενώ το εργοστάσιο στην Ηλεία δημιουργήθηκε το 1990, σηματοδοτώντας μια νέα εποχή για τον κλάδο. Όπως επισημάνθηκε κατά την παρουσίαση, η ΞΕΝΙΑ υπήρξε από τις πρώτες εταιρείες που συνέβαλαν στη μετάβαση από το εμπόριο χύμα ελιών στη συστηματική τυποποίηση και συσκευασία τους.

Το όνομα «ΞΕΝΙΑ» προέρχεται από τη λέξη «φιλοξενία», αποτυπώνοντας τη σύνδεση της εταιρείας με τις ελληνικές αξίες και την παράδοση.

Σήμερα η εταιρεία διαθέτει ένα ευρύ χαρτοφυλάκιο προϊόντων που περιλαμβάνει εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο, επιτραπέζιες ελιές, πάστες ελιάς, κάπαρη, τουρσιά και άλλα μεσογειακά προϊόντα. Μάλιστα, η πάστα ελιάς αποτελεί μια κατηγορία που ουσιαστικά εισήγαγε η ίδια η εταιρεία στην ελληνική αγορά, με ιδιαίτερα θετικές επιδόσεις μέχρι σήμερα.

Στο πεδίο της καινοτομίας, η ΞΕΝΙΑ ανέπτυξε σε συνεργασία με την ΑΒ Βασιλόπουλος ελιές με μειωμένη περιεκτικότητα σε αλάτι, ανταποκρινόμενη στη διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση για πιο υγιεινές διατροφικές επιλογές. Το πιο πρόσφατο λανσάρισμα αφορά στις ελιές σε μορφή snack, με στόχο τη νεότερη γενιά καταναλωτών.

Ισχυρή παρουσία σε Ελλάδα και εξωτερικό

Η ελληνική αγορά παραμένει ο βασικός πυλώνας δραστηριότητας της εταιρείας, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 60% του συνολικού κύκλου εργασιών. Η ΞΕΝΙΑ συνεργάζεται με το σύνολο σχεδόν των μεγάλων αλυσίδων λιανεμπορίου, ενώ διατηρεί μακροχρόνια στρατηγική σχέση με την ΑΒ Βασιλόπουλος, τόσο στα επώνυμα προϊόντα της, όσο και στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας.

Ειδικά στην Ελλάδα, η παραγωγή private label ελαιολάδου αφορά αποκλειστικά την ΑΒ Βασιλόπουλος, ενώ αντίστοιχες συνεργασίες ιδιωτικής ετικέτας αναπτύσσονται και σε άλλες αγορές του εξωτερικού.

Να σημειώσουμε ότι οι εξαγωγές αντιστοιχούν στο 40% του τζίρου και αφορούν αποκλειστικά συσκευασμένα προϊόντα. Η εταιρεία έχει παρουσία σε 33 χώρες, με ισχυρότερες αγορές τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο. Παράλληλα, δραστηριοποιείται σε σημαντικές ευρωπαϊκές αγορές όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία και οι σκανδιναβικές χώρες, αλλά και σε αγορές όπως ο Καναδάς, η Ιαπωνία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Αυστραλία.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, το brand XENIA διαθέτει την υψηλότερη σταθμισμένη διανομή πανελλαδικά στην κατηγορία του, ενώ διατηρεί ηγετική θέση στις επιτραπέζιες ελιές και ισχυρή παρουσία στο εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο.

Επενδύσεις, βιωσιμότητα και η πρόκληση της πρώτης ύλης

Οι εγκαταστάσεις της εταιρείας εκτείνονται σε οικόπεδο 120 στρεμμάτων με κτιριακές υποδομές 7.000 τετραγωνικών μέτρων.

Η παραγωγική δυναμικότητα της εταιρείας φθάνει τους 8.000 τόνους ελαιολάδου και τους 12.000 τόνους συσκευασμένων ελιών ετησίως. Ωστόσο, σήμερα οι πραγματικοί όγκοι παραγωγής είναι σημαντικά χαμηλότεροι, περίπου 2.000 τόνοι ελαιολάδου και 4.000 τόνοι ελιών.

Όπως εξήγησε ο κ. Αναγνωστόπουλος, η μεγαλύτερη πρόκληση δεν αφορά στη μεταποιητική δυνατότητα αλλά στην εξασφάλιση επαρκών ποσοτήτων πρώτης ύλης, ιδιαίτερα σε χρονιές μειωμένης παραγωγής. Η εταιρεία προμηθεύεται σημαντικό μέρος των ποσοτήτων απευθείας από παραγωγούς και ελαιοτριβεία με τα οποία συνεργάζεται διαχρονικά, ωστόσο συχνά αναγκάζεται να στραφεί και σε εμπόρους, γεγονός που αυξάνει σημαντικά το κόστος.

Να προσθέσουμε ότι στο μέτωπο των επενδύσεων, η ΞΕΝΙΑ υλοποιεί πρόγραμμα ύψους 2 εκατ. ευρώ με έμφαση στη βιώσιμη ανάπτυξη. Μεταξύ άλλων περιλαμβάνονται έργα βιολογικού καθαρισμού, εγκατάσταση φωτοβολταϊκών συστημάτων και παρεμβάσεις εξοικονόμησης και επαναχρησιμοποίησης νερού. Παράλληλα, η εταιρεία ετοιμάζει το πρώτο της ολοκληρωμένο report βιωσιμότητας, ενσωματώνοντας τις αρχές ESG στη λειτουργία της.

Οι προοπτικές 

Η διοίκηση εμφανίζεται αισιόδοξη για τις προοπτικές ανάπτυξης, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο ότι η περαιτέρω αύξηση της παραγωγής θα γίνει με προσεκτικά βήματα. Ο στόχος για αξιοποίηση της πλήρους παραγωγικής δυναμικότητας των 12.000 τόνων παραμένει στο τραπέζι, αλλά, όπως επισημάνθηκε, θα υλοποιηθεί μόνο όταν διασφαλιστούν οι αναγκαίες ποσότητες πρώτης ύλης και οι συνθήκες που θα επιτρέπουν κερδοφόρα ανάπτυξη. «Η στρατηγική της εταιρείας παραμένει προσανατολισμένη στα προϊόντα προστιθέμενης αξίας, εκεί όπου η ποιότητα, η καινοτομία και η ελληνική προέλευση μπορούν να δημιουργήσουν διατηρήσιμο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα», σημείωσε ο κ. Αναγνωστόπουλος.