Restart της TAP στην ελληνική αγορά: Πέντε πτήσεις την εβδομάδα Αθήνα – Λισαβόνα
ΔΑΑ

Restart της TAP στην ελληνική αγορά: Πέντε πτήσεις την εβδομάδα Αθήνα – Λισαβόνα

Η πορτογαλική αεροπορική εταιρεία επανεκκινεί από την 1η Ιουλίου την απευθείας σύνδεση Αθήνας – Λισαβόνας, επενδύοντας σε μια γραμμή που, όπως φαίνεται, δεν αφορά μόνο τον τουρισμό ανάμεσα στις δύο πρωτεύουσες, αλλά κυρίως τη στρατηγική διασυνδεσιμότητα της Αθήνας με τη Νότια Αμερική και ειδικά τη Βραζιλία.

Η νέα σύνδεση θα πραγματοποιείται με πέντε εβδομαδιαίες πτήσεις, με Airbus A320neo κατά τη θερινή περίοδο και Embraer E190 τον χειμώνα, σηματοδοτώντας ουσιαστικά την επανατοποθέτηση της TAP στην ελληνική αγορά. Πρόκειται για μια αγορά που τα τελευταία χρόνια έχει αποκτήσει διαφορετικά χαρακτηριστικά, καθώς η Αθήνα εξελίσσεται ολοένα και περισσότερο σε κόμβο για διεθνείς μετακινήσεις και όχι μόνο σε καθαρά τουριστικό προορισμό.

Η ζήτηση για ταξίδια μεταξύ Ελλάδας και Πορτογαλίας καταγράφει σταθερή άνοδο, ενώ ιδιαίτερα αυξημένη εμφανίζεται και η επιβατική κίνηση προς τη Λατινική Αμερική μέσω ευρωπαϊκών hubs. Σε αυτό το πεδίο η TAP διαθέτει σαφές ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, καθώς θεωρείται ισχυρός ευρωπαϊκός αερομεταφορέας στις συνδέσεις με τη Βραζιλία.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών, το επιβατικό κοινό της γραμμής Αθήνα – Λισαβόνα εμφανίζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αεροπορική εταιρεία. Το 61% ταξιδεύει για λόγους αναψυχής, ενώ σημαντικό ποσοστό αφορά και το λεγόμενο VFR traffic, δηλαδή ταξίδια επίσκεψης συγγενών και φίλων. Ενδιαφέρον έχει επίσης ότι η επιβατική κίνηση παρουσιάζει ισορροπία ανάμεσα στους Πορτογάλους και τους Έλληνες ταξιδιώτες, κάτι που δεν συναντάται συχνά σε αντίστοιχα δρομολόγια.

Οι Πορτογάλοι ταξιδιώτες αντιστοιχούν περίπου στο 62% της κίνησης και οι Έλληνες στο 37%, με την Διευθύντρια Επικοινωνίας και Μάρκετινγκ του αεροδρομίου, Ιωάννα Παπαδοπούλου να επισημαίνει ότι πρόκειται για ένα «υγιές» μείγμα αγοράς που δημιουργεί προοπτικές σταθερής ανάπτυξης. 

Επιπλέον, οι επιβάτες της συγκεκριμένης γραμμής δεν χαρακτηρίζονται από last minute κρατήσεις, ενώ μεγάλο μέρος των εισιτηρίων κλείνεται απευθείας μέσω της αεροπορικής εταιρείας, στοιχείο που θεωρείται ιδιαίτερα θετικό για την εμπορική απόδοση του δρομολογίου.

Η Αθήνα ως γέφυρα προς τη Λατινική Αμερική

Στον ΔΑΑ βλέπουν τη νέα συνεργασία ως μια κίνηση που ενισχύει περαιτέρω τον διεθνή ρόλο της Αθήνας. Η κ. Παπαδοπούλου, έκανε λόγο για σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης της TAP στην ελληνική αγορά, υπογραμμίζοντας ότι η Πορτογαλία αποτελεί πλέον μια δυναμική αγορά με αυξανόμενη ζήτηση.

Όπως ανέφερε, η TAP λειτουργεί ουσιαστικά ως «connectivity enabler» για την Αθήνα, προσφέροντας νέες επιλογές σύνδεσης τόσο προς τη Νότια όσο και προς τη Βόρεια Αμερική. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στη Βραζιλία, μια αγορά που αναπτύσσεται με ταχείς ρυθμούς τα τελευταία χρόνια.

Η εταιρεία διαθέτει σήμερα περισσότερες από 1.000 εβδομαδιαίες πτήσεις προς 75 πόλεις σε Ευρώπη, Αμερική και Αφρική, με ιδιαίτερα ισχυρή παρουσία στη Βραζιλία, όπου εξυπηρετεί 13 διαφορετικούς προορισμούς.

Από την άλλη πλευρά, και η ίδια η Αθήνα αποκτά αυξημένη σημασία για την πορτογαλική εταιρεία, καθώς μέσω του «Ελευθέριος Βενιζέλος» μπορεί να αξιοποιήσει το δίκτυο συνδέσεων προς τη Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και ευρύτερα την περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Νέος στόλος και αναβάθμιση προϊόντος

Να σημειώσουμε ότι η επιστροφή της TAP στην Αθήνα συμπίπτει και με τη συνολικότερη προσπάθεια ανανέωσης της εικόνας της εταιρείας. Η πορτογαλική αεροπορική έχει επενδύσει τα τελευταία χρόνια σε νέο στόλο αεροσκαφών νέας γενιάς Airbus NEO, επιχειρώντας να συνδυάσει χαμηλότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα με αναβαθμισμένη ταξιδιωτική εμπειρία.

Σήμερα ο στόλος της αποτελείται από Airbus A320neo, A321neo, A321LR και A330neo, ενώ στον περιφερειακό της στόλο διαθέτει 19 αεροσκάφη Embraer μέσω της TAP Express. Πρόκειται για έναν από τους νεότερους στόλους στην Ευρώπη, με την εταιρεία να δίνει ιδιαίτερη έμφαση τόσο στην αποδοτικότητα καυσίμου όσο και στη μείωση των εκπομπών ρύπων.

Παράλληλα, η TAP προχωρά και σε αναβάθμιση του προϊόντος της στην οικονομική θέση, επενδύοντας στη νέα υπηρεσία «Prime Economy», με επιπλέον παροχές και μεγαλύτερη άνεση για τους επιβάτες που αναζητούν μια ενδιάμεση επιλογή ανάμεσα στην κλασική οικονομική και τη business class. Η νέα πολιτική εντάσσεται στη γενικότερη προσπάθεια της εταιρείας να ενισχύσει το premium στοιχείο της εμπειρίας ταξιδιού, ειδικά στις υπερατλαντικές συνδέσεις.