Η εικόνα των μεγάλων ελληνικών επιχειρηματικών ομίλων έχει βελτιωθεί αισθητά τα τελευταία χρόνια, με τις συνεχείς αναβαθμίσεις της ελληνικής οικονομίας και τη βελτίωση των ισολογισμών να επιτρέπουν σε ολοένα περισσότερες επιχειρήσεις να συγκρίνονται επί ίσοις όροις με τους ευρωπαϊκούς ανταγωνιστές τους, σύμφωνα με την S&P Global Ratings.
Σε πρόσφατη έκθεση του, ο αμερικανικός οίκος αξιολόγησης «βαθμολόγησε» τις 1.038 μεγαλύτερες ευρωπαϊκές μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις ως προς τη διατήρηση ισορροπημένων ισολογισμών, την πρόσβαση σε χρηματοδότηση και την ανθεκτικότητα απέναντι στις διακυμάνσεις της οικονομίας.
Οι πρωταγωνιστές της Ελλάδας
Στον ενεργειακό κλάδο, HelleniQ Energy και Motor Oil συγκαταλέγονται πλέον στις ισχυρότερες εταιρείες διύλισης της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Η γεωγραφική διαφοροποίηση των δραστηριοτήτων τους, οι εξαγωγές, οι επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και η υψηλή λειτουργική κερδοφορία των τελευταίων ετών έχουν ενισχύσει σημαντικά το πιστωτικό τους προφίλ απέναντι στους ευρωπαϊκούς ανταγωνιστές.
Η Metlen έχει εξελιχθεί σε έναν από τους πλέον διεθνοποιημένους ελληνικούς βιομηχανικούς ομίλους, με παρουσία στην ενέργεια, τα μέταλλα και τα μεγάλα έργα υποδομών. Η συνεχής επέκταση στο εξωτερικό και η διαφοροποίηση των πηγών εσόδων αποτελούν στοιχεία που αξιολογούνται θετικά από τους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης.
Στις υποδομές και τις κατασκευές, οι ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ και AKTOR ενισχύουν διαρκώς το αποτύπωμά τους μέσω έργων παραχωρήσεων, ενέργειας και μεγάλων δημοσίων επενδύσεων, αξιοποιώντας τόσο τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης όσο και τη σημαντική αύξηση του ανεκτέλεστου χαρτοφυλακίου έργων.
Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί και η ΔΕΗ, η οποία μέσα σε λίγα χρόνια μετασχηματίστηκε από μία εταιρεία με σοβαρές οικονομικές προκλήσεις σε έναν ενεργειακό όμιλο με ισχυρή περιφερειακή παρουσία, σημαντικές επενδύσεις στις ΑΠΕ και σταθερή πρόσβαση στις διεθνείς κεφαλαιαγορές.
Στον κλάδο των τηλεπικοινωνιών, ο ΟΤΕ εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις πιο σταθερές εταιρείες της ελληνικής αγοράς, με υψηλή παραγωγή ταμειακών ροών, περιορισμένο χρηματοοικονομικό κίνδυνο και σημαντικές επενδύσεις σε δίκτυα νέας γενιάς.
Από την πλευρά των μεταφορών, η Aegean έχει επιστρέψει σε υψηλή κερδοφορία μετά την πανδημία, ενώ η επέκταση του στόλου και η ενίσχυση του διεθνούς δικτύου της την καθιστούν έναν από τους ισχυρότερους περιφερειακούς αερομεταφορείς της Ευρώπης.
Παράλληλα, ο ΤΙΤΑΝ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ελληνικής βιομηχανίας με έντονη διεθνή παρουσία, καθώς αντλεί σημαντικό μέρος των εσόδων του από αγορές του εξωτερικού, περιορίζοντας την εξάρτηση από την εγχώρια οικονομία.
Τα κριτήρια
Η S&P αξιολογεί κάθε επιχείρηση με βάση δύο βασικούς πυλώνες: το προφίλ επιχειρηματικού κινδύνου (Business Risk Profile) και το προφίλ χρηματοπιστωτικού κινδύνου.
Παράλληλα εξετάζει την ανταγωνιστική θέση, τη ρευστότητα, τη μόχλευση, τη σταθερότητα των ταμειακών ροών, την εταιρική διακυβέρνηση και τη χρηματοοικονομική πολιτική κάθε ομίλου.
Τα στοιχεία της έκθεσης δείχνουν ότι ο μόλις το 21% των επιχειρήσεων αξιολογείται στις δύο υψηλότερες βαθμίδες επιχειρηματικού κινδύνου («Excellent» και «Strong»), ενώ περίπου το 23% εξακολουθεί να βρίσκεται στις κατηγορίες «Weak» και «Vulnerable».
Στο χρηματοοικονομικό σκέλος, το 38% των επιχειρήσεων χαρακτηρίζεται ως «Highly Leveraged», γεγονός που αποτυπώνει ότι η υψηλή μόχλευση εξακολουθεί να αποτελεί βασικό εμπόδιο για την αναβάθμιση πολλών ευρωπαϊκών εταιρειών.
Οι κλάδοι που ξεχωρίζουν
Η ανάλυση της S&P δείχνει ότι μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2026 βελτιώθηκαν οι δείκτες αξιολόγησης σε αρκετούς κλάδους όπου δραστηριοποιούνται και ελληνικές επιχειρήσεις, όπως το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, τα δομικά υλικά, οι μεταφορές, οι τηλεπικοινωνίες, οι κατασκευές και οι υποδομές.
Αντίθετα, ορισμένες πιέσεις καταγράφονται στις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και σε ειδικούς βιομηχανικούς κλάδους, όπου οι υψηλές επενδύσεις συνεχίζουν να επιβαρύνουν τους ισολογισμούς.
Την ίδια στιγμή, το 72% των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων διαθέτει «επαρκή» ρευστότητα και το 24% «ισχυρή», στοιχείο που αναδεικνύει τη σημασία της χρηματοοικονομικής ευελιξίας σε ένα περιβάλλον όπου το κόστος χρήματος παραμένει αισθητά υψηλότερο σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.
