Σε φάση ουσιαστικής αναδιάταξης περνά ο φοροελεγκτικός μηχανισμός, με την ΑΑΔΕ να στρέφει πλέον μεθοδικά το βλέμμα της στο ταχύτερα αναπτυσσόμενο κομμάτι της αγοράς, ήτοι το ηλεκτρονικό εμπόριο.
Η δημιουργία νέας εξειδικευμένης μονάδας ελέγχου για τον ΦΠΑ, με απόφαση του διοικητή της ΑΑΔΕ Γιώργου Πιτσιλή, συνιστά ένα σαφές μήνυμα ότι το «γκρίζο» πεδίο των ψηφιακών συναλλαγών μπαίνει σε τροχιά συστηματικής επιτήρησης.
Το timing δεν είναι τυχαίο, καθώς η εκρηκτική ανάπτυξη των e-shops, ιδίως μετά την πανδημία, συνοδεύτηκε από την εμφάνιση στρεβλώσεων, όπως επιχειρήσεις που λειτουργούν χωρίς πλήρη φορολογική συμμόρφωση, διασυνοριακές πωλήσεις που δεν αποτυπώνονται σωστά, αλλά και κατάχρηση ειδικών καθεστώτων ΦΠΑ. Το νέο μοντέλο ελέγχου έρχεται να καλύψει αυτό ακριβώς το κενό.
Η νέα δομή και ο ρόλος της εξειδίκευσης
Στον πυρήνα της αλλαγής βρίσκεται η σύσταση ειδικής Υποδιεύθυνσης στο Κέντρο Φορολογικών Διαδικασιών και Εξυπηρέτησης Αττικής, με αντικείμενο το μητρώο, την απεικόνιση συναλλαγών και τα ειδικά καθεστώτα ΦΠΑ για το ηλεκτρονικό εμπόριο και τις μικρές επιχειρήσεις. Πρόκειται για μια συγκέντρωση αρμοδιοτήτων που μέχρι σήμερα ήταν διάσπαρτες, γεγονός που περιόριζε την αποτελεσματικότητα των ελέγχων.
Η νέα μονάδα καλύπτει ένα ευρύ φάσμα λειτουργιών. Από τη διαχείριση φορολογικού μητρώου και την παρακολούθηση της τήρησης βιβλίων, έως την εποπτεία των ειδικών καθεστώτων ΦΠΑ, όπως το OSS και το IOSS. Με απλά λόγια, η φορολογική διοίκηση αποκτά ένα ενιαίο «κέντρο ελέγχου» για το ψηφιακό επιχειρείν.
Παράλληλα, ενισχύεται συνολικά η δομή του ΚΕΦΟΔΕ, με διακριτούς άξονες για την άμεση και την έμμεση φορολογία, καθώς και με υποστηρικτικές μονάδες νομικής κάλυψης και εξυπηρέτησης φορολογουμένων. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο περισσότεροι έλεγχοι, αλλά κυρίως πιο στοχευμένοι έλεγχοι.
Το «ψηφιακό αποτύπωμα» των επιχειρήσεων
Η ουσία της νέας προσέγγισης βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο η ΑΑΔΕ αξιοποιεί τα δεδομένα. Η εποχή των αποσπασματικών ελέγχων υποχωρεί, δίνοντας τη θέση της σε ένα μοντέλο συνεχούς παρακολούθησης.
Τραπεζικές κινήσεις, στοιχεία από πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου, δεδομένα courier και εγγραφές στα ηλεκτρονικά βιβλία myDATA συνθέτουν ένα ολοκληρωμένο προφίλ για κάθε επιχείρηση.
Με τη συνδρομή εργαλείων ανάλυσης κινδύνου και τεχνητής νοημοσύνης, οι ελεγκτικοί μηχανισμοί μπορούν να εντοπίζουν ασυμφωνίες που παλαιότερα περνούσαν απαρατήρητες. Για παράδειγμα, όταν ο όγκος αποστολών δεν συμβαδίζει με τον δηλωμένο τζίρο ή όταν εμφανίζονται επαναλαμβανόμενες επιστροφές ΦΠΑ χωρίς επαρκή τεκμηρίωση, ενεργοποιούνται αυτομάτως «σήματα» ελέγχου.
Αυτή η ψηφιακή χαρτογράφηση μετατρέπει ουσιαστικά τη φορολογική συμμόρφωση σε ζήτημα διαρκούς διαφάνειας. Ό,τι δεν δηλώνεται, αργά ή γρήγορα εντοπίζεται.
Στο στόχαστρο οι «γκρίζες» πρακτικές
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται σε συγκεκριμένες κατηγορίες επιχειρήσεων που παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο παραβατικότητας. Σε αυτές περιλαμβάνονται e-shops με έντονη δραστηριότητα, αλλά χαμηλές δηλώσεις ΦΠΑ. Επίσης, πωλητές μέσω marketplaces που εμφανίζουν περιορισμένα έσοδα, καθώς και δραστηριότητες που λειτουργούν αποκλειστικά μέσω social media, χωρίς επίσημη έναρξη.
Στο μικροσκόπιο μπαίνουν επίσης οι μικρές επιχειρήσεις που κάνουν χρήση του καθεστώτος απαλλαγής ΦΠΑ. Η νέα μονάδα αναλαμβάνει να ελέγχει συστηματικά αν τηρούνται τα όρια κύκλου εργασιών και αν πληρούνται οι προϋποθέσεις ένταξης ή παραμονής στο καθεστώς. Στην πράξη, επιχειρείται να περιοριστεί η καταχρηστική αξιοποίησή του από επιχειρήσεις που στην πραγματικότητα έχουν ξεπεράσει τα όρια.
Προστασία του υγιούς ανταγωνισμού
Πέρα από τη δημοσιονομική διάσταση, η παρέμβαση της ΑΑΔΕ έχει και έντονο επιχειρηματικό αποτύπωμα. Για χρόνια, ένα τμήμα της αγοράς λειτουργούσε υπό άνισους όρους, με συνεπείς επιχειρήσεις να επιβαρύνονται φορολογικά και άλλες να αποκτούν αθέμιτο πλεονέκτημα παρακάμπτοντας τους κανόνες.
Η ενίσχυση των ελέγχων έρχεται να αποκαταστήσει αυτή την ανισορροπία. Οι νόμιμες επιχειρήσεις αποκτούν πλέον έναν ισχυρότερο «σύμμαχο», καθώς η πιθανότητα εντοπισμού της παραβατικότητας αυξάνεται σημαντικά. Με άλλα λόγια, η φορολογική συμμόρφωση παύει να είναι μειονέκτημα και μετατρέπεται σε προϋπόθεση βιωσιμότητας.
Δεν είναι τυχαίο ότι εκπρόσωποι της αγοράς, όπως ο Ελληνικός Σύνδεσμος Ηλεκτρονικού Εμπορίου (GR.EC.A), έχουν επανειλημμένα επισημάνει την ανάγκη για ενίσχυση της εποπτείας. Η εξυγίανση του ψηφιακού εμπορίου αποτελεί βασικό αίτημα των οργανωμένων επιχειρήσεων, που επενδύουν συστηματικά σε υποδομές και συμμόρφωση.
Διασυνοριακές συναλλαγές στο επίκεντρο
Ένα από τα πιο σύνθετα πεδία ελέγχου αφορά τις διασυνοριακές πωλήσεις εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα ειδικά καθεστώτα OSS και IOSS σχεδιάστηκαν για να απλοποιήσουν τη φορολόγηση, αλλά στην πράξη δημιούργησαν νέες προκλήσεις ως προς την παρακολούθηση των συναλλαγών.
Η νέα υποδιεύθυνση αναλαμβάνει να καλύψει αυτό το κενό, παρακολουθώντας εγγραφές, δηλώσεις και πληρωμές, αλλά και διασφαλίζοντας τη συνεργασία με άλλες φορολογικές αρχές της ΕΕ. Σε ένα περιβάλλον, όπου οι πωλήσεις πραγματοποιούνται με ένα «κλικ» από χώρα σε χώρα, η διασύνδεση των πληροφοριών καθίσταται κρίσιμη.
Να σημειώσουμε ότι το νέο πλαίσιο συνοδεύεται και από αυστηρότερες συνέπειες για τους παραβάτες. Πρόστιμα, καταλογισμοί αναδρομικών φόρων και ακόμη και αναστολή λειτουργίας αποτελούν πλέον ρεαλιστικά σενάρια για όσους επιχειρούν να παρακάμψουν το σύστημα.
Ιδιαίτερη πίεση ασκείται και προς τις ίδιες τις πλατφόρμες, οι οποίες καλούνται να συνεργάζονται με τις αρχές παρέχοντας δεδομένα. Η μη συμμόρφωση μπορεί να οδηγήσει σε ιδιαίτερα υψηλές κυρώσεις, ενισχύοντας περαιτέρω το πλαίσιο διαφάνειας.
Το σίγουρο είναι ότι η πρωτοβουλία της ΑΑΔΕ σηματοδοτεί μια βαθύτερη αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας της αγοράς. Το ηλεκτρονικό εμπόριο παύει να αποτελεί «χαλαρή» ζώνη ελέγχου και εντάσσεται πλήρως στο φορολογικό σύστημα με όρους ισοτιμίας.
Σε τελική ανάλυση, η επιτυχία του εγχειρήματος θα κριθεί από το κατά πόσο θα καταφέρει να περιορίσει τη φοροδιαφυγή, χωρίς να επιβαρύνει υπέρμετρα τη νόμιμη επιχειρηματικότητα.
