Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με τον κίνδυνο ενός ακόμη δύσκολου χειμώνα, καθώς τα αποθέματα φυσικού αερίου και ντίζελ παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα, ενώ οι συνεχιζόμενες εντάσεις στη Μέση Ανατολή και ο πόλεμος στην Ουκρανία διατηρούν υπό πίεση τις παγκόσμιες αγορές ενέργειας.
Το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο θέρμανσης καλύπτουν περίπου το 40% των αναγκών οικιακής θέρμανσης στην Ευρώπη. Ωστόσο, μετά από χρόνια διαδοχικών ενεργειακών κρίσεων, η ήπειρος εισέρχεται στη χειμερινή περίοδο με περιορισμένα αποθέματα και αυξημένη αβεβαιότητα.
Όπως αναφέρει σε ανάλυσή του το Reuters, η εξάρτηση της Ευρώπης από το υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) αυξήθηκε σημαντικά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, όταν αντικαταστάθηκαν σε μεγάλο βαθμό οι ρωσικές προμήθειες μέσω αγωγών. Η μετάβαση αυτή ενίσχυσε την ενεργειακή ασφάλεια έναντι της Ρωσίας, αλλά κατέστησε την Ευρώπη πιο ευάλωτη στον διεθνή ανταγωνισμό για φορτία LNG.
Σήμερα, οι υπόγειες αποθήκες φυσικού αερίου είναι γεμάτες μόλις κατά 55%, το χαμηλότερο επίπεδο για την εποχή από το 2021. Παράλληλα, οι εισαγωγές LNG έχουν επιβραδυνθεί, καθώς η αυξημένη ζήτηση από την Ασία απορροφά μεγάλο μέρος των διαθέσιμων φορτίων, ενώ η αναζωπύρωση της έντασης στα Στενά του Ορμούζ περιορίζει τις προσδοκίες για αύξηση των εξαγωγών από το Κατάρ.
Ως αποτέλεσμα, οι τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη ξεπέρασαν τα 60 ευρώ ανά μεγαβατώρα, στο υψηλότερο επίπεδο από τις αρχές του 2023, ενώ εκτιμάται ότι οι αποθήκες δύσκολα θα φτάσουν τον στόχο πληρότητας του 80% πριν από την έναρξη του χειμώνα.
Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και στην αγορά ντίζελ. Οι εξαγωγές από τη Μέση Ανατολή έχουν μειωθεί, η Κίνα περιορίζει τις αποστολές καυσίμων για να ενισχύσει τα εγχώρια αποθέματα, ενώ η Ρωσία ανέστειλε τις εξαγωγές ντίζελ μετά τις ουκρανικές επιθέσεις σε διυλιστήρια. Οι εξελίξεις αυτές έχουν οδηγήσει τα ευρωπαϊκά αποθέματα στα χαμηλότερα επίπεδα από το 2022 και έχουν εκτινάξει τα περιθώρια κέρδους διύλισης σε ιστορικά υψηλά.
Παρά τη μείωση της ζήτησης λόγω των υψηλών τιμών, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι ακόμη και αν οι γεωπολιτικές εντάσεις αποκλιμακωθούν σύντομα, η αναπλήρωση των αποθεμάτων θα απαιτήσει μήνες. Έτσι, η ενεργειακή επάρκεια της Ευρώπης θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις καιρικές συνθήκες. Ένας ήπιος χειμώνας θα μπορούσε να αποτρέψει μια νέα κρίση, όμως μια παρατεταμένη περίοδος ψύχους θα δοκιμάσει ξανά τις αντοχές του ευρωπαϊκού ενεργειακού συστήματος.
