Γιατί οι Κεντρικές Τράπεζες συνεχίζουν να «φορτώνουν» χρυσό

Γιατί οι Κεντρικές Τράπεζες συνεχίζουν να «φορτώνουν» χρυσό

Παρά την πρόσφατη μεταβλητότητα και τις διορθωτικές κινήσεις των τιμών στις διεθνείς αγορές, ο χρυσός εξακολουθεί να κατέχει κεντρική θέση στη στρατηγική των νομισματικών αρχών παγκοσμίως. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του Official Monetary and Financial Institutions Forum (OMFIF) για το 2026, οι κεντρικές τράπεζες δεν δείχνουν καμία πρόθεση να περιορίσουν την έκθεσή τους στο πολύτιμο μέταλλο. Αντιθέτως, «δεσμεύονται» όλο και περισσότερο στον χρυσό ως στρατηγικό νομισματικό περιουσιακό στοιχείο, καθώς προσπαθούν να διαχειριστούν ένα κατακερματισμένο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό και γεωπολιτικό σύστημα.

Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση Global Public Investor 2026 του OMFIF, ο χρυσός έχει αναδειχθεί σε έναν από τους μεγαλύτερους κερδισμένους της αυξανόμενης γεωπολιτικής αβεβαιότητας και των ανησυχιών σχετικά με το δημόσιο χρέος των κρατών, καθώς και της σταδιακής μετάβασης προς ένα πιο «πολυπολικό» νομισματικό σύστημα. Αφού οι διαχειριστές αποθεματικών βλέπουν τον χρυσό ως το πλέον αποτελεσματικό εργαλείο για την προστασία του εθνικού τους πλούτου.  

Η έκθεση υποστηρίζει ότι, παρά το γεγονός ότι το κόστος αύξησης των αποθεμάτων έχει εκτοξευθεί καθώς ο χρυσός σκαρφάλωσε σε ιστορικά υψηλά, οι διαχειριστές των κεντρικών τραπεζικών αποθεματικών παραμένουν σταθερά προσηλωμένοι στις συνεχιζόμενες αγορές του μετάλλου. Και στον επίλογο της αναφέρει ότι «οι διαχειριστές αποθεμάτων των κεντρικών τραπεζών παραμένουν πολύ αισιόδοξοι για τον χρυσό. Παρότι η αξία του συνεχώς ανεβαίνει, εξακολουθούν να τον ζητούν».

Τα αριθμητικά στοιχεία της έκθεσης του OMFIF, η οποία κάλυψε 74 κεντρικές τράπεζες που διαχειρίζονται περιουσιακά στοιχεία αξίας άνω των $10 τρισ. είναι ενδεικτικά.

Έτσι καταγράφεται μια αύξηση του αριθμού των θεσμικών κατόχων χρυσού. Το 82% των ερωτηθέντων κατέχει πλέον φυσικό χρυσό, από 71% που ήταν το αντίστοιχο ποσοστό πριν από ένα χρόνο.

Καταγράφεται παράλληλα μια αύξηση της πρόθεσης αγοράς. Ένα 30% των τραπεζών σχεδιάζει να αυξήσει τις θέσεις του σε χρυσό κατά τους επόμενους 12 με 24 μήνες.

Η αύξηση κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες στον αριθμό των κεντρικών τραπεζών που κατέχουν φυσικό χρυσό θεωρείται από τους αναλυτές μια τεράστια μεταβολή, η οποία ενισχύεται κάθε χρόνο. Για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, ο χρυσός εξακολουθεί να αποτελεί το «ασφαλές καταφύγιο» που κανένα άλλο στοιχείο δεν μπορεί να αντικαταστήσει πλήρως σε περιόδους γεωπολιτικών κλυδωνισμών. Και αυτό παρ’ όλο που η μεταβλητότητα του κατά τη διάρκεια του πολέμου στον Περσικό κόλπο και οι έντονες διακυμάνσεις της τιμής του, «ξεφεύγουν» από τις αυστηρές προδιαγραφές ασφάλειας και σταθερότητας.

Με όλα τα γεωπολιτικά σοκ που βλέπουμε, την αβεβαιότητα και τις ανακατατάξεις γύρω από το παγκόσμιο νομισματικό σύστημα, ο χρυσός είναι το περιουσιακό στοιχείο που όλοι αντιλαμβάνονται ως ασφαλές. Αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει βραχυπρόθεσμα, με δεδομένο ότι η αισιοδοξία παραμένει ζωντανή, παρά τις ήδη ιστορικά υψηλές τιμές. Έτσι το 61% των ερωτηθέντων αναμένει ότι ο χρυσός θα διαπραγματεύεται μεταξύ $5.000/oz και $6.000/oz μέχρι τον Ιούνιο του 2027, ενώ μόλις το 28% δήλωσε ότι οι υψηλές τιμές αποθαρρύνουν περαιτέρω αγορές στην παρούσα φάση.

Η διαφοροποίηση των χαρτοφυλακίων παραμένει ο κύριος λόγος που οι κεντρικές τράπεζες θέλουν να κατέχουν χρυσό, όμως οι γεωπολιτικές ανησυχίες αποκτούν διαρκώς μεγαλύτερο βάρος. Το 51% των διαχειριστών αποθεματικών ανέφερε την προστασία από τον γεωπολιτικό κίνδυνο ως λόγο κατοχής χρυσού, καταγράφοντας άνοδο της τάξης των 11 ποσοστιαίων μονάδων από το 2024. Παράλληλα, η αβεβαιότητα γύρω από το μέλλον του διεθνούς νομισματικού συστήματος ενισχύει τον ρόλο του χρυσού ως μακροπρόθεσμου περιουσιακού στοιχείου αποθεματικών, και όχι απλώς ως εργαλείο τακτικής επένδυσης.

Η ζήτηση των κεντρικών τραπεζών δεν προέρχεται πια μόνο από μια χούφτα αγοραστών αναδυόμενων αγορών, αλλά αποτελεί πλέον ένα παγκόσμιο φαινόμενο. Ενώ η Ευρώπη δηλώνει πως δεν μπορεί να αυξήσει πολύ περισσότερο τα αποθέματά της, καθώς ήδη κατέχει μεγάλες ποσότητες, περιοχές όπως η Αφρική δείχνουν μεγαλύτερη προθυμία να αυξήσουν τα φυσικά τους αποθέματα χρυσού.

Η έκθεση αναδεικνύει επίσης πόσο δραστικά έχει αλλάξει το γεωπολιτικό τοπίο τον τελευταίο χρόνο. Αντί να εστιάζουν κυρίως σε εμπορικές εντάσεις, οι διαχειριστές αποθεματικών προσδιορίζουν πλέον ως μεγαλύτερους μακροοικονομικούς κινδύνους τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, την αβεβαιότητα γύρω από την αμερικανική εξωτερική πολιτική και την ενεργειακή ασφάλεια. Με το 85% να αναφέρει τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή ως κορυφαία ανησυχία και το 81% να επισημαίνει την αβεβαιότητα γύρω από την αμερικανική πολιτική. 

Σχεδόν το 80% των διαχειριστών αποθεματικών πιστεύει ότι το παγκόσμιο νομισματικό σύστημα εξελίσσεται σταδιακά προς μια πιο «πολυπολική» δομή, παρότι το δολάριο παραμένει το κυρίαρχο αποθεματικό νόμισμα, λόγω της ασύγκριτης ρευστότητάς του. Ωστόσο, οι κεντρικές τράπεζες αναμένουν να μειώσουν την έκθεσή τους σε αυτό μέσα στην επόμενη δεκαετία, διαφοροποιούμενες σε εναλλακτικά περιουσιακά στοιχεία αποθεματικών.

Όσον αφορά τον μακροπρόθεσμο ορίζοντα άνω των δέκα ετών, ο χρυσός παραμένει το δεύτερο περιουσιακό στοιχείο που αναφέρουν οι διαχειριστές  των κεντρικών τραπεζών. Δεν δηλώνουν πλέον ότι θέλουν να αυξήσουν την έκθεση τους σε κρατικά ομόλογα. Αντιθέτως, στρέφονται πρώτα προς τα εταιρικά ομόλογα, έπειτα στον χρυσό, και τέλος στις μετοχές. Η διατήρηση του κεφαλαίου παραμένει ο κυρίαρχος στόχος σήμερα. Όμως οι διαχειριστές αναγνωρίζουν ότι η πλοήγηση σε ένα πιο ασταθές γεωπολιτικό τοπίο θα απαιτήσει τελικά ευρύτερη διαφοροποίηση και διασπορά πέρα από το παραδοσιακό κρατικό χρέος.

Πάντως, οι κεντρικές τράπεζες αξιοποίησαν την πτώση της τιμής του χρυσού για να ενισχύσουν τακτικά τα επίσημα αποθέματά τους, με την Κεντρική Τράπεζα της Κίνας να συνεχίζει να κυριαρχεί στην αγορά. Η PBOC αγόρασε 15 τόνους χρυσού τον προηγούμενο μήνα. Τη μεγαλύτερη μηνιαία αγορά της φέτος και τον 20ό συνεχόμενο μήνα αύξησης των επίσημων αποθεμάτων της. Τα συνολικά της αποθέματα έχουν αυξηθεί κατά λίγο πάνω από 40 τόνους φέτος, φτάνοντας τους 2.346 τόνους. 

Η αυξημένη κινεζική δραστηριότητα συνέπεσε με τη σημαντική τεχνική κατάρρευση της αγοράς χρυσού. Με τις τιμές να πέφτουν κάτω από τον κινητό μέσο όρο 200 ημερών, γύρω στα $4.500/oz, και τελικά κάτω από τα $4.000/oz. Παρά τη δυσκολία να προσελκύσει σταθερή ανοδική δυναμική, οι αναλυτές εκτιμούν ότι η αγορά χτίζει ένα στέρεο «πάτωμα» γύρω στα $4.000/oz, με τη συνεχιζόμενη ζήτηση από κεντρικές τράπεζες να προσφέρει κρίσιμη στήριξη.

Η Κεντρική Τράπεζα του Ουζμπεκιστάν πρόσθεσε 9 ακόμη τόνους στα επίσημα αποθέματά της τον Ιούνιο, ανεβάζοντας τις καθαρές αγορές της φέτος στους 41 τόνους. Καθιστώντας την, την δεύτερη μεγαλύτερη αγοράστρια χρυσού.

Πρωταθλήτρια όμως παραμένει η Εθνική Τράπεζα της Πολωνίας. Mε την τράπεζα να έχει αγοράσει 82 τόνους χρυσού φέτος, εκμεταλλευόμενη τις πρόσφατες πτώσεις τιμών. Η Πολωνία στοχεύει συνολικά σε 700 τόνους χρυσού, έχοντας ήδη φτάσει τους 632,4 τόνους. Στην Πολωνία υπάρχει βαθιά αντίληψη του ρόλου του κράτους στη διασφάλιση της ασφάλειας  της χώρας και των Πολωνών υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, συμπεριλαμβανομένων και των καιρών πολέμου.

Η πτώση της τιμής του χρυσού κατά σχεδόν 30% από τα ιστορικά υψηλά τέλη Ιανουαρίου, με τη μεγαλύτερη μηνιαία πτώση από το 2008, συνδέθηκε πέραν των τεχνικών χαρακτηριστικών της, με τη σφιχτότερη νομισματική πολιτική της Federal Reserve υπό τον νέο πρόεδρο Kevin Warsh, καθώς και με τις πληθωριστικές πιέσεις από την ενεργειακή κρίση λόγω του πολέμου με το Ιράν. 

Ωστόσο, οι κεντρικές τράπεζες συνεχίζουν να αγοράζουν, και πιθανότατα θα αγοράζουν περισσότερο τώρα που η τιμή του χρυσού έχει υποχωρήσει. Πρόσφατη έρευνα του World Gold Council δείχνει ότι το 45% των κεντρικών τραπεζών σχεδιάζει να αυξήσει τα αποθέματά της σε χρυσό τους επόμενους 12 μήνες, ενώ σχεδόν το 90% αναμένει τα παγκόσμια επίσημα αποθέματα χρυσού να συνεχίσουν να αυξάνονται. Οπότε όταν υπάρχει αγοραστής τέτοιου μεγέθους που να παρεμβαίνει σε κάθε υποχώρηση τιμών, αναπόφευκτα δημιουργείται ένα «πάτωμα» στην αγορά. Ένα επίπεδο στήριξης, που οριοθετείται σήμερα στα $4.000/oz.  

Ωστόσο η Bank of America στη πιο πρόσφατη έκθεση της για τα εμπορεύματα ανέφερε ότι με τεχνικούς όρους η τιμή του χρυσού μέσα στο 2026 μπορεί να προσεγγίσει τα $3.700/oz και σε ένα ακραίο σενάριο μαζικών ρευστοποιήσεων από την πλευρά των μικροεπενδυτών ακόμα και τα $3.450/oz. Διατηρώντας όμως παράλληλα τον στόχο των $6.000/oz μέσα στο δεύτερο εξάμηνο του 2027.

Το συμπέρασμα είναι ότι οι βραχυπρόθεσμοι επενδυτές παραμένουν εστιασμένοι στο «κόστος ευκαιρίας». Εφόσον τα μετρητά και τα κρατικά ομόλογα εξακολουθούν να προσφέρουν ελκυστικές πραγματικές αποδόσεις, δεν νοιώθουν ιδιαίτερη πίεση για την απόκτηση χρυσού. Ωστόσο, οι μακροπρόθεσμοι επενδυτές, δηλαδή οι κεντρικοί τραπεζίτες αξιολογούν τον χρυσό μέσα από ένα εντελώς διαφορετικό πρίσμα.