Το επάγγελμα του εκπαιδευτικού βρίσκεται συχνά στο προσκήνιο της επικαιρότητας. Άλλοτε με αφορμή τα κενά στα σχολεία και την ανάγκη συνεχών προσλήψεων αναπληρωτών, άλλοτε μέσα από τη συζήτηση για αποσπάσεις, άδειες, παραιτήσεις και άλλοτε στις αναλύσεις για την επαγγελματική εξουθένωση. Κάποιες φορές οι προσεγγίσεις αυτές περιγράφουν με υπερβολικές κραυγές αγωνίας ένα ζοφερό τοπίο κατάρρευσης. Πίσω από ορισμένες καταστροφολογικές αναλύσεις [1] υπάρχει συχνά και μια συνδικαλιστική υπερβολή, που συνδέει διεκδικήσεις με τη ρητορική της κατάρρευσης.
Η εικόνα αυτή αφήνει έξω μεγάλο μέρος της πραγματικότητας: τη δυναμική που υπάρχει σήμερα στα σχολεία, στους νέους εκπαιδευτικούς και στην ίδια την αγορά της εκπαίδευσης. Το εκπαιδευτικό επάγγελμα δεν καταρρέει, το ουσιαστικό ερώτημα είναι πώς θα γίνει καλύτερο, πιο ανοιχτό και πιο ελκυστικό για ανθρώπους με γνώση, χαρακτήρα και διάθεση να μπουν στην τάξη. Η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στα μισθολογικά κίνητρα, η ελκυστικότητα του επαγγέλματος δεν εξαντλείται εκεί. Η πραγματική μεταρρύθμιση είναι μια αναθεώρηση στη δομή του επαγγέλματος: ποιοι μπορούν να γίνουν εκπαιδευτικοί, με ποιες προϋποθέσεις, με ποια πιστοποίηση και με ποια στήριξη.
Το σχολείο του 21ου αιώνα χρειάζεται εκπαιδευτικούς με ισχυρή παιδαγωγική βάση, αλλά χρειάζεται και ανθρώπους που έχουν ζήσει επαγγελματικά την εξέλιξη στην τεχνολογία, τις απαιτήσεις της αγοράς, την επιχειρηματικότητα, την έρευνα, τις επιστήμες και τις τέχνες. Ανθρώπους που μπορούν να μεταφέρουν στα παιδιά εμπειρία, τεχνογνωσία, επαγγελματική κουλτούρα και πραγματική εικόνα του κόσμου. Η τυπική αρχική διαδρομή της απόκτησης καθηγητικού πτυχίου δεν μπορεί να είναι το μοναδικό κριτήριο επάρκειας σε όλη τη διάρκεια μιας επαγγελματικής ζωής. Η τάξη πρέπει να συνδέεται με τη γνώση όπως αυτή παράγεται και εφαρμόζεται στην κοινωνία.
Η συζήτηση αυτή έχει ήδη ανοίξει διεθνώς. Ο ΟΟΣΑ καταγράφει την ανάπτυξη εναλλακτικών διαδρομών εισόδου στη διδασκαλία ως απάντηση στις ελλείψεις εκπαιδευτικών, στις αλλαγές της αγοράς εργασίας και στην ανάγκη μεγαλύτερης ποικιλίας δεξιοτήτων μέσα στο σχολείο [2]. Αντίστοιχα, η ευρωπαϊκή πλατφόρμα School Education Gateway / Eurydice σημειώνει ότι τέτοιες διαδρομές είναι συχνά πιο ευέλικτες, συντομότερες ή συνδεδεμένες με την εργασία, και μπορούν να προσελκύσουν υψηλής ποιότητας αποφοίτους και έμπειρους επαγγελματίες από άλλα πεδία [3].
Στην Αγγλία, το πλαίσιο του Qualified Teacher Status δείχνει ότι η είσοδος στο επάγγελμα μπορεί να οργανώνεται μέσα από διαφορετικές διαδρομές πιστοποίησης, χωρίς να εγκαταλείπεται η απαίτηση για αναγνωρισμένη επάρκεια [4]. Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι η μία και μοναδική επαγγελματική διαδρομή, αλλά το αν ο υποψήφιος διαθέτει γνωστική επάρκεια, παιδαγωγική κατάρτιση και δυνατότητα να σταθεί υπεύθυνα μέσα στην τάξη. Μάλιστα σε academies, free schools και independent schools το QTS δεν αποτελεί νομική προϋπόθεση απασχόλησης.
Ακόμη πιο κοντά στο ευρωπαϊκό παράδειγμα, στη Σουηδία λειτουργεί η συμπληρωματική παιδαγωγική εκπαίδευση KPU για πτυχιούχους άλλων πεδίων. Πρόσφατα η σουηδική κυβέρνηση διεύρυνε τα επιστημονικά πεδία που μπορούν να οδηγήσουν σε σύντομη παιδαγωγική διαδρομή, ώστε περισσότεροι άνθρωποι να μπορούν να αλλάξουν επαγγελματική πορεία και να μπουν στο σχολείο ως καταρτισμένοι εκπαιδευτικοί [5]. Το μήνυμα είναι σαφές: το σύστημα αναζητά ανθρώπους με επιστημονικό υπόβαθρο και τους προσφέρει οργανωμένη γέφυρα προς τη διδασκαλία.
Στη Δανία, η διαδρομή του meritlærer απευθύνεται σε ανθρώπους που έχουν ήδη ολοκληρώσει άλλη εκπαίδευση και τους δίνει τη δυνατότητα, με ευέλικτη οργάνωση, παιδαγωγικά μαθήματα, διδακτικά αντικείμενα και πρακτική άσκηση, να αποκτήσουν επάρκεια για τη διδασκαλία [6]. Στη Νορβηγία, το PPU αποτελεί πρακτικο-παιδαγωγική εκπαίδευση για αποφοίτους με σχετικές πανεπιστημιακές σπουδές, οι οποίοι μπορούν να αποκτήσουν παιδαγωγική και διδακτική επάρκεια για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση [7].
Στη Φινλανδία, όπου η εκπαίδευση των εκπαιδευτικών παραμένει υψηλών απαιτήσεων, υπάρχουν επίσης παιδαγωγικές σπουδές 60 ECTS για υποψήφιους εκπαιδευτικούς με ήδη διαμορφωμένο ακαδημαϊκό υπόβαθρο, οι οποίες παρέχουν ευρεία παιδαγωγική επάρκεια για διαφορετικά πεδία διδασκαλίας [8]. Η Φινλανδία είναι χρήσιμο παράδειγμα ακριβώς επειδή δεν αντιμετωπίζει τη διδασκαλία ως πρόχειρη απασχόληση. Διατηρεί υψηλό πήχη, αλλά αναγνωρίζει ότι η παιδαγωγική επάρκεια μπορεί να αποκτηθεί και μέσα από διακριτή, οργανωμένη διαδρομή.
Το κοινό στοιχείο αυτών των πρακτικών είναι η δημιουργία ελεγχόμενων γεφυρών ανάμεσα στο πανεπιστήμιο, την εργασία και την τάξη. Η διεθνής εμπειρία λέει ότι ένας άνθρωπος με ισχυρό γνωστικό υπόβαθρο και πραγματική εμπειρία μπορεί να αποκτήσει την παιδαγωγική επάρκεια και να αξιοποιηθεί στο σχολείο.
Εμείς στην Ελλάδα βρισκόμαστε στον αντίποδα των παραπάνω: το παράδοξο των αναθέσεων. Οι «αναθέσεις» ορίζουν ποιες ειδικότητες εκπαιδευτικών μπορούν να διδάξουν ποιο αντικείμενο. Έχουμε φτιάξει ένα σύστημα τόσο κλειστό και κατακερματισμένο, ώστε συχνά δίνει μεγαλύτερη σημασία σε αυτόν τον τυπικό κώδικα αντιστοίχισης παρά στις πραγματικές γνώσεις και δεξιότητες ενός ανθρώπου. Πρακτικά, ένας μαθηματικός με γνώσεις προγραμματισμού δεν αντιμετωπίζεται ως εν δυνάμει εκπαιδευτικός πληροφορικής – δεν μπορεί να διοριστεί σε σχολείο ακόμα και αν διδάσκει πολύ επιτυχημένα το αντίστοιχο μάθημα σε φροντιστήριο. Ένας φυσικός με τεχνολογική εμπειρία δεν μπορεί αυτονόητα να αξιοποιηθεί σε μαθήματα τεχνολογίας. Ένας καλός φιλόλογος δεν μπορεί να επιλεχθεί να διδάξει νεοελληνική γλώσσα ή λογοτεχνία σε παιδιά Στ’ Δημοτικού. Ένας επαγγελματίας της αγοράς με πραγματική τεχνογνωσία αποκλείεται από την τάξη επειδή δεν χωρά σε κατηγορίες ειδικοτήτων που θυμίζουν κλειστές συντεχνίες βγαλμένες από τον περασμένο αιώνα. Αυτό το σύστημα δημιουργεί στεγανά εκεί όπου θα έπρεπε να υπάρχουν ανοιχτές διαδρομές.
Η λύση είναι ένα σοβαρό σύστημα πιστοποίησης δεξιοτήτων και παιδαγωγικής επάρκειας. Αν κάποιος έχει το επιστημονικό υπόβαθρο, την αποδεδειγμένη γνώση αντικειμένου, την αναγκαία παιδαγωγική κατάρτιση και αξιολογείται στην πράξη, πρέπει να μπορεί να αξιοποιηθεί. Η ευελιξία σημαίνει καλύτερη χρήση του ανθρώπινου δυναμικού που ήδη υπάρχει στη χώρα. Ένας μηχανικός μπορεί να διδάξει τεχνολογία και φυσικές επιστήμες με βιωματικό τρόπο. Ένας οικονομολόγος μπορεί να μιλήσει ουσιαστικά στα παιδιά για χρηματοοικονομικό γραμματισμό. Ένας επαγγελματίας της πληροφορικής ξέρει τι σημαίνουν κώδικας, δεδομένα και τεχνητή νοημοσύνη στην πράξη. Ένας άνθρωπος από τον χώρο της έρευνας μπορεί να μεταφέρει στα παιδιά την αξία της μεθόδου, της αμφιβολίας, του πειράματος και της τεκμηρίωσης. Όλα αυτά έχουν θέση στο σύγχρονο σχολείο - αλλά εμείς επιλέγουμε να τα αφήσουμε εκτός.
Η χώρα χρειάζεται ένα σύστημα που θα συνδυάζει τρία στοιχεία. Πρώτον, σαφή αναγνώριση γνωστικών προσόντων και επαγγελματικής εμπειρίας. Δεύτερον, ευέλικτη παιδαγωγική επιμόρφωση με πρακτική άσκηση στην τάξη. Τρίτον, αξιολόγηση της πραγματικής διδακτικής ικανότητας πριν από την πλήρη ένταξη στο σχολείο
Το εκπαιδευτικό επάγγελμα θα γίνει πιο ελκυστικό όταν πάψει να παρουσιάζεται μόνο ως πεδίο μόνιμης δυσκολίας και απαξίωσης και αρχίσει να αντιμετωπίζεται ως πεδίο σοβαρής επαγγελματικής εξέλιξης. Τα παιδιά χρειάζονται δασκάλους με γνώση, εμπειρία, χαρακτήρα, παιδαγωγική επάρκεια και επαφή με τον πραγματικό κόσμο. Το σύγχρονο σχολείο έχει ανάγκη από ανθρώπους που μπορούν να εμπνεύσουν, να εξηγήσουν, να καθοδηγήσουν και να συνδέσουν τη μάθηση με τη ζωή. Αυτός πρέπει να είναι ο στόχος της επόμενης μεταρρύθμισης: ένα εκπαιδευτικό επάγγελμα ανοιχτό, απαιτητικό και ποιοτικό.
*Ο Παναγιώτης Καράμαλης είναι Δρ Ηλεκτρολόγος Μηχανικός και Μηχανικός Υπολογιστών ΕΜΠ, Στέλεχος Ιδιωτικής Εκπαίδευσης.
Αναφορές
[1] ΟΙΕΛΕ, «Επιστολή-πρόσκληση της ΟΙΕΛΕ στον Πρωθυπουργό, στους αρχηγούς των κομμάτων, στην Υπουργό Παιδείας και σε φορείς για την έναρξη επείγοντος Εθνικού Διαλόγου για τον κίνδυνο κατάρρευσης του εκπαιδευτικού επαγγέλματος».
[2] OECD, “Alternative pathways into teaching”.
[3] European School Education Platform / Eurydice, “Alternative pathways to becoming a teacher”.
[4] GOV.UK, “Qualified teacher status (QTS): qualify to teach in England”.
[5] Government Offices of Sweden, “Fler ska kunna läsa kompletterande pedagogisk utbildning”.
[6] Københavns Professionshøjskole, “Meritlærer”.
[7] University of South-Eastern Norway, “Praktisk-pedagogisk utdanning (PPU)”.
[8] Studyinfo / Opintopolku, “Pedagogical Studies for Teachers (60 ECTS)”.
