7ος χρόνος, ημέρα 2230η
Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2021

Το παιχνίδι της Ρωσίας με τις τιμές στο φυσικό αέριο

Το παιχνίδι της Ρωσίας με τις τιμές στο φυσικό αέριο
Shutterstock

Οι ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου σπάνε το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, εκτοξεύοντας την αγωνία για την ενεργειακή επάρκεια της Γηραιάς Ηπείρου ενόψει του χειμώνα του 2021.

Η αγωνία αυτή ξεκίνησε ήδη από το καλοκαίρι, όταν ο περσινός χειμώνας είχε εξαντλήσει τα αποθέματα στους χώρους αποθήκευσης με αποτέλεσμα να καταγράψουν το χαμηλότερο επίπεδο της δεκαετίας.

Τα μειωμένα αποθέματα όμως «κούμπωσαν» με ένα σύνολο παραγόντων, οι οποίοι συνεπικούρησαν περαιτέρω στην αύξηση των τιμών. Η αυξημένη ζήτηση καθώς επανήλθαν οι οικονομίες από τα lockdowns αλλά και λόγω των υψηλών θερμοκρασιών που αναπτύχθηκαν φέτος το καλοκαίρι, η μειωμένη απόδοση των αιολικών λόγω άπνοιας, οι εργασίες συντήρησης αλλά και μία πυρκαγιά που εκδηλώθηκε τον Αύγουστο σε ρωσικές υποδομές, ήταν μερικοί μόνο από τους λόγους που φρέναραν την προσφορά.

Η Ευρώπη μπροστά στην ανησυχία ότι μπορεί να μην υπάρχουν επαρκείς προμήθειες φυσικού αερίου για τον επερχόμενο χειμώνα, ζήτησε από νωρίς αυξημένες προμήθειες από τον νούμερο ένα προμηθευτή της, την Gazprom. Όμως ο Ρώσος ηγέτης της αγοράς δεν ανταποκρίθηκε, εκτρέποντας μάλιστα φορτία υγροποιημένων καυσίμων στην Ασία. Το αποτέλεσμα ήταν η εκτίναξη των τιμών.

Πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η στήριξη από τις ΗΠΑ

Στο πλευρό της Ευρώπης στέκεται ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας -ΙΕΑ- ο οποίος πριν λίγες ημέρες κάλεσε τη Ρωσία να στείλει περισσότερο φυσικό αέριο στην Ευρώπη, αλλά και η Υπουργός Ενέργειας των ΗΠΑ, η οποία «κούνησε» το δάκτυλο στη Ρωσία δηλώνοντας: «Εμείς και οι σύμμαχοι μας είμαστε έτοιμοι να ορθώσουμε το ανάστημα μας όπου υπάρχουν παίκτες που μπορεί να χειραγωγούν την προσφορά για ιδίον όφελος...Παρακολουθούμε το θέμα πολύ σοβαρά και είμαστε στο πλευρό των Ευρωπαίων συμμάχων μας ώστε να διασφαλίσουμε αδιάλειπτη και επαρκή προμήθεια φυσικού αερίου ενόψει του χειμώνα».

Μπορούν όμως οι ΗΠΑ να βάλουν μια επαρκή ενεργειακή πλάτη στην Ευρώπη;

Πολλοί υποστηρίζουν αυτή την άποψη παραπέμποντας στην περίοδο του Οκτωβρίου του 2018 έως τον Ιανουάριο του 2019, όταν τα φορτία LNG- υγροποιημένο φυσικό αέριο -από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη διαμορφώθηκαν στα 3,23 εκατ. τόνους έναντι 700.000 τόνων την αντίστοιχη περυσινή περίοδο. Όσον αφορά λοιπόν το LNG εκείνη την περίοδο οι ΗΠΑ ήταν ο δεύτερος μεγαλύτερος προμηθευτής στην Ευρώπη μετά το Κατάρ, σύμφωνα με στοιχεία της Refinitiv Eikon.

Όμως ας μην ξεχνάμε ότι εκείνη την περίοδο είχαν υποχωρήσει οι ασιατικές τιμές λόγω της χαμηλότερης του αναμενομένου ζήτησης-υψηλά αποθέματα στην Κίνα συν την επιβολή δασμών 10% στις εισαγωγές, στο πλαίσιο του εμπορικού πολέμου με τις ΗΠΑ-με αποτέλεσμα οι αμερικανικές εταιρείες να στραφούν στην Ευρώπη όπου οι παραγγελίες φυσικού αερίου είχαν ξεπεράσει αυτές που συνήθως γίνονταν από τις αγορές του Μεξικού και της Νότιας Κορέας αυτήν την εποχή του χρόνου.

Οι τωρινές όμως συνθήκες είναι τελείως διαφορετικές με την ασιατική ζήτηση να είναι αυξημένη και τις τιμές απορρόφησης ιδιαίτερα υψηλές.

Θα έχει λοιπόν αυξημένο ενδιαφέρον να δούμε πώς θα διαχειριστούν εφεξής οι ΗΠΑ τις προμήθειες τους, προκειμένου να διατηρήσουν τις ισορροπίες μεταξύ των περιθωρίων κέρδους των αμερικανικών εταιρειών και της αποφασιστικότητας τους να αδράξουν την ευκαιρία και να μειώσουν την ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία.

Η Ρωσία παραμένει ο βασικός προμηθευτής


Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο μεγαλύτερος προμηθευτής φυσικού αερίου παραμένει η Gazprom, ο κρατικός ενεργειακός κολοσσός της Ρωσίας, ο οποίος προμηθεύει την Ευρώπη από 175 -205 δισ. κυβικά μέτρα ανά έτος μέσω αγωγών.

Για την ακρίβεια το 2018, περίπου το 40% των εισαγωγών φυσικού αερίου της ΕΕ προήλθε από τη Ρωσία καθώς προμηθευτήκαμε συνολικά 200,8 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου με το 81% να κατευθύνεται προς τη Δυτική Ευρώπη. Το 2019 προμηθευτήκαμε 198,97 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα, ενώ λόγω της πανδημίας οι ευρωπαϊκές εισαγωγές μειώθηκαν κατά 12,1% το 2020 σε ετήσια βάση, στα 174,97 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα.

Η θέση της Ρωσίας ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο όταν εισήλθε στην αγορά υγροποιημένου φυσικού αερίου, με την κατασκευή εργοστασίου παραγωγής LNG στη Αρκτική κάτω από την ομπρέλα του Yamal Project. Η παραγωγική ικανότητα μάλιστα της Gazprom είναι τετραπλάσια από όλους τους τερματικούς σταθμούς των ΗΠΑ που εξάγουν υγροποιημένο φυσικό αέριο.

Επιπλέον με την ολοκλήρωση της κατασκευής του Nord Stream 2 -αξίας 11 δισεκατομμυρίων δολαρίων-. η Gazprom θα μπορεί να εξάγει ακόμη περισσότερο φυσικό αέριο στη Γερμανία, τον μεγαλύτερο πελάτη της όπως βλέπουμε στο παρακάτω διάγραμμα, που αναφέρεται στον όγκο φυσικού αερίου που παρέχεται από τη Gazprom στη Δυτική Ευρώπη -συμπεριλαμβανομένης της Τουρκίας- το 2020.

Ωστόσο, η έναρξη λειτουργίας του αγωγού θα δοθεί από την γερμανική ρυθμιστική αρχή, η οποία με τη σειρά της θα πρέπει να ζητήσει την άποψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Η διαδικασία αυτή μπορεί να διαρκέσει έως και τέσσερις μήνες και η Γερμανία διαβεβαιώνει ότι έχει διαπραγματευθεί ήδη τις αναγκαίες ασφαλιστικές δικλείδες.

Επιπλέον θα πρέπει να προσμετρηθεί και η γνώμη της Κομισιόν, η οποία σε κάθε ευκαιρία τονίζει ότι ο στόχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι να διασφαλίσει ότι ο Nord Stream 2 θα λειτουργεί κατά τρόπο διαφανή, χωρίς καθεστώς διακρίσεων και σύμφωνα με το διεθνές και ευρωπαϊκό ενεργειακό δίκαιο.

Προφανώς η απόφαση της Gazprom να μην μεταφέρει περισσότερο φυσικό αέριο στην Ευρώπη μέσω Ουκρανίας τον Οκτώβριο -σύμφωνα με τα αποτελέσματα της δημοπρασίας της Δευτέρας- τη στιγμή μάλιστα που οι ρωσικές ροές μέσω του βασικού αγωγού Yamal-Europe θα παραμείνουν περιορισμένες, είναι μια έμμεση πολιτική πίεση της Ρωσίας προκειμένου να διασφαλίσει τη λειτουργία του αγωγού Nord Stream 2 και να αυξήσει της εξαγωγές της στην Ευρώπη από τις αρχές του 2022.

Στο σημείο αυτό να υπενθυμίσουμε ότι ο κύριος στόχος της ρώσικης ενεργειακής πολιτικής επικεντρώνεται στη διατήρηση των εσόδων από εξαγωγές ενέργειας στην ΕΕ, παρακάμπτοντας τις υφιστάμενες δομές μεταφοράς ενέργειας μέσω Ουκρανίας. Για το σκοπό αυτό, δύο βασικά κανάλια μεταφοράς έχουν σχεδιαστεί τα τελευταία χρόνια, ο αγωγός Nord Stream 2 και ο αγωγός Turk Stream, με στόχο να μεταφέρουν ρωσικό φυσικό αέριο στα βόρεια και νότια της ΕΕ.

Οι Ρώσοι φυσικά δεν παραδέχονται τον έμμεσο εκβιασμό τονίζοντας ότι εκπληρώνουν τα μακροπρόθεσμα συμβόλαια στους Ευρωπαίους πελάτες τους, κάτι που ισχύει βέβαια και το επιβεβαιώνει και ο ΙΕΑ.

Όμως αυτή τη στιγμή η Ευρώπη πρέπει να αυξήσει τις προμήθειες της προκειμένου να ζεστάνει τους πολίτες της τον χειμώνα και να διατηρήσει ανοικτές τις βιομηχανίες της.

Ποιά ήταν η απάντηση εκπρόσωπου του Κρεμλίνου στο ευρωπαϊκό αίτημα πριν λίγες ημέρες ;«Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η έναρξη λειτουργίας το συντομότερο δυνατόν του Nord Steam 2 θα εξισορροπήσει τις παραμέτρους που διαμορφώνουν τις τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη».

Τα συμπεράσματα είναι προφανή, δικαιώνοντας όσους θεωρούν ότι η Μόσχα χρησιμοποιεί την ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης για πολιτικούς σκοπούς.

Κάτω από αυτή την οπτική γωνία άλλωστε σαράντα ευρωβουλευτές προερχόμενοι κυρίως από την ανατολική Ευρώπη, ζήτησαν με επιστολή τους από την Κομισιόν έρευνα για την εκτόξευση των τιμών του φυσικού αερίου και κατήγγειλαν την άρνηση της Gazprom να ανταποκριθεί στα αιτήματα των Ευρωπαίων καταναλωτών, θεωρώντας ότι πρόκειται για χειραγώγηση της αγοράς.

Οι δικαιολογίες των Ρώσων

Η Gazprom διαβεβαιώνει ότι εκπληρώνει στο ακέραιο τις υποχρεώσεις της και προσπαθεί να ικανοποιήσει τα επιπλέον αιτήματα.

Όσον αφορά το πρώτο, αν κοιτάξουμε τα μακροπρόθεσμα συμβόλαια, έχει δίκιο. Το επιβεβαίωσε άλλωστε και ο ΙΕΑ.

Όσον αφορά όμως το δεύτερο, οι γνώμες διίστανται. Μιας και περιγράψαμε ήδη πού εδράζεται η άποψη ότι οι Ρώσοι παίζουν πόκερ στις πλάτες της Ευρώπης, ας δούμε και την άποψη του αντίπαλου στρατοπέδου.

Η Ρωσία είναι ο μεγαλύτερος προμηθευτής της Ευρώπης, αλλά ταυτόχρονα είναι και ένας μεγάλος καταναλωτής φυσικού αερίου.

Οι ενεργειακές της ανάγκες απαιτούν να αποθηκεύει περίπου 280 εκατομμύρια κυβικά μέτρα την ημέρα, ή περίπου το 80% των ημερήσιων εξαγωγών στη Δυτική Ευρώπη.

Έτσι παρά το γεγονός ότι η παραγωγή της Gazprom είναι κοντά στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων 10 ετών, εντούτοις οι εσωτερικές ανάγκες της για ενέργεια αυξήθηκαν υπέρμετρα εξαιτίας των χαμηλών θερμοκρασιών κατά τη διάρκεια του περασμένου χειμώνα αλλά και τα κύματα καύσωνα αυτό το καλοκαίρι. Εκ των πραγμάτων λοιπόν πρέπει να γεμίσει πάλι τις αποθήκες της προκειμένου να ανταπεξέλθει στον φετινό χειμώνα.

Επιπλέον η αύξηση της ζήτησης από Κίνα και Τουρκία είχε σαν αποτέλεσμα οι εξαγωγές προς αυτές τις οικονομίες να αυξηθούν κατά 19% τους πρώτους οκτώ μήνες του 2021.

Ποιες επιλογές θα μας δώσει η Ρωσία



Η Gazprom τονίζει με κάθε ευκαιρία ότι δεν έχει κλείσει καμία πρόσθετη διέλευση φυσικού αερίου στην Ευρώπη μέσω της Ουκρανίας και εκπληρώνει τις συμβατικές της υποχρεώσεις, ενώ οι μειωμένες παραδόσεις ρωσικού φυσικού αερίου μέσα στο καλοκαίρι οφείλονται στην προγραμματισμένη συντήρηση των δύο διαδρομών μεταφοράς προς τη Γερμανία. (σ.σ: O αγωγός Yamal στη Λευκορωσία και την Πολωνία έκλεισε τον Ιούλιο όπως και ο Nord Stream).

Βέβαια από την άλλη, σαφέστατα δεν φαίνεται διατεθειμένη να αυξήσει τις παραδόσεις φυσικού αερίου μέσω Ουκρανίας.

Το πιο πιθανό είναι η κρατική εταιρεία της Ρωσίας να μας προσφέρει δύο εναλλακτικές: Είτε να χορηγήσουμε άδεια λειτουργίας για το Nord Stream 2, είτε να περάσουμε έναν δύσκολο χειμώνα.

Εαν πράγματι η Gazprom συνεχίσει τον έμμεσο εκβιασμό της, προφανώς και η Ευρώπη θα πρέπει να ξανασχεδιάσει την κοινή Ευρωπαϊκή Στρατηγική για την Ενέργεια, τόσο σε βραχυπρόθεσμο, όσο και σε μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα.

Μπορεί άραγε το φυσικό αέριο να παραμείνει η γέφυρα μεταξύ της λιγνιτικής εποχής και της εποχής της καθαρής ενέργειας; Και αν όχι, ποιές οι εναλλακτικές; Aυτά είναι τα δύο βασικά ερωτήματα της επόμενης ημέρας.

Αποποίηση Ευθύνης

Το υλικό αυτό παρέχεται για πληροφοριακούς και μόνο σκοπούς. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να εκληφθεί ως προσφορά, συμβουλή ή προτροπή για την αγορά ή πώληση των αναφερόμενων προϊόντων. Παρόλο που οι πληροφορίες που περιέχονται βασίζονται σε πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες, ουδεμία διασφάλιση δίνεται ότι είναι πλήρεις ή ακριβείς και δεν θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.