Πόσο μεγάλος είναι ο κίνδυνος να «μεταδοθεί» στην ελληνική οικονομία
Κορονοϊός

Πόσο μεγάλος είναι ο κίνδυνος να «μεταδοθεί» στην ελληνική οικονομία

Του Γιώργου Φιντικάκη

Πετρέλαιο σε ναδίρ τριών μηνών, χρηματιστήρια στο κόκκινο και σενάρια για ύφεση της παγκόσμιας οικονομίας, είναι οι πρώτες διεθνείς αντιδράσεις μετά το παγκόσμιο σοκ από την ταχύτατη εξάπλωση του κορονοϊού, τον οποίο χθες ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας χαρακτήρισε παγκόσμια απειλή, σημαίνοντας συναγερμό για την δημόσια υγεία.

Aν συνεχιστεί η έξαρση του κορονοϊού μέχρι και τον Μάρτιο, τότε η κινεζική ανάπτυξη θα υποχωρήσει έως και 1% στο πρώτο τρίμηνο και η παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη έως 0,3%, εκτιμά η Morgan Stanley. Αν πατήσει φρένο η ανάπτυξη της Κίνας, τότε η παγκόσμια παραγωγή πετρελαίου θα μειωθεί κατά 260.000 βαρέλια, άρα η τιμή του βαρελιού, που χθες μέσα σε μια ημέρα βρέθηκε από τα 59 ακόμη και στα 57 δολάρια, θα πέσει τουλάχιστον κατά 3 ακόμη δολάρια, προβλέπει η Goldman Sachs.

Στην πραγματικότητα είναι ακόμη νωρίς για να εκτιμήσει κανείς τον οικονομικό αντίκτυπο της επιδημίας. Στο καλό σενάριο που η έξαρση συγκρατηθεί μέσα στις επόμενες εβδομάδες, το φρένο για την διεθνή οικονομία θα είναι αναιπαίσθητο. Στην περίπτωση της Ελλάδας το μοναδικό κόστος θα είναι το πολύ μερικές χιλιάδες λιγότεροι Κινέζοι τουρίστες.

Αλλού είναι ο κίνδυνος. Εδώ και καιρό, η παγκόσμια οικονομία ψάχνει μια αφορμή για να αρχίσει να «ξεφουσκώνει». Βρίσκεται σε συνθήκες αργής ασφυξίας υπό το βάρος της αναταραχής στις εμπορικές συναλλαγές, της ψηφιοποίησης, της κλιματικής αλλαγής, του δύσκολου μετασχηματισμού των παραδοσιακών βιομηχανιών. Έπειτα από χρόνια απλοχεριάς των μεγάλων κεντρικών τραπεζών και πλεονάζουσας ρευστότητας λόγω ποσοτικής χαλάρωσης, το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι διαταραγμένο. Θα του δώσει την αφορμή για να «διορθώσει» μια τυχόν εξάπλωση της επιδημίας; 

Στο πολύ κακό αυτό σενάριο, που συνεχιστούν οι φόβοι ότι η παγκόσμια οικονομία πατάει φρένο και ότι η ανάπτυξη δεν θα είναι 3,3% όπως εκτίμησε πρόσφατα το ΔΝΤ αλλά χαμηλότερη, η ανησυχία θα μεταδοθεί στους επενδυτές και εκείνοι με την σειρά τους θα αναζητήσουν ασφαλή καταφύγια, γυρνώντας την πλάτη σε χώρες με ρίσκο, όπως η Ελλάδα. Θα είναι ό,τι χειρότερο μπορούσε να συμβεί στην ελληνική οικονομία. 

Τα διεθνή μέσα ενημέρωσης και οι αναλυτές, σε μια προσπάθεια να εκτιμήσουν το στίγμα που θα αφήσει ο νέος ιός στο παγκόσμιο ΑΕΠ, επικαλούνται την εμπειρία του SARS. Της πνευμονίας που σάρωσε την Ασία το 2002-2003, προκαλώντας περισσότερα από 8.000 κρούσματα παγκοσμίως και σχεδόν 800 θανάτους.

Γιατί το 2020 δεν είναι το ίδιο με το 2002

Επισημαίνουν ότι οι τότε εκτιμήσεις που αρχικά μιλούσαν για καταποντισμό του κινεζικού ρυθμού ανάπτυξης, τελικά διαψεύστηκαν παταγωδώς και ότι ο οικονομικός αντίκτυπος παγκοσμίως δεν υπερέβη τα 40-50 δισ .δολάρια. Σημειώνουν ωστόσο με νόημα ότι πριν από δύο δεκαετίες η οικονομία του πλανήτη ήταν πολύ λιγότερο παγκοσμιοποιημένη σε σχέση με την σημερινή. Επίσης είχε μέγεθος στα δύο τρίτα της σημερινής. 

Δεκαεπτά χρόνια μετά τίποτα δεν θυμίζει το 2002. Η κινεζική οικονομία είναι ήδη αποδυναμωμένη από την εμπορική αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ και πέρυσι αναπτύχθηκε με ρυθμό 6,1%, τον ασθενέστερο εδώ και 29 χρόνια. Κυριότερο όμως είναι ότι η Κίνα έχει πολύ μεγαλύτερο βάρος στην παγκόσμια οικονομία συγκριτικά με εκείνο του 2002. 

Στα 17 χρόνια που μεσολάβησαν το μερίδιό της έχει σχεδόν διπλασιασθεί, η εξαγωγική της δύναμη έχει πολλαπλασιασθεί με σχεδόν 2,5 τρισ. δολάρια το 2018, (Παγκόσμια Τράπεζα), ενώ αποτελεί βάση για χιλιάδες ευρωπαϊκά εργοστάσια. Ταυτόχρονα είναι η δεύτερη μεγαλύτερη χώρα εισαγωγής αγαθών στον πλανήτη, με εισαγωγές 2,2 τρισ. δολαρίων (στοιχεία 2018). Δηλαδή είναι βασική κινητήριος δύναμη για την παγκόσμια ανάπτυξη και αυτή των ισχυρών χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εύλογα ανησυχούν, καθώς ένα γερό φρένο στην Κίνα, θα συμπαρασύρει αυτόματα την δική τους επιβράδυνση.

Το πόσο μεγάλο βάρος έχει η Κίνα αποτυπώνεται στη βίαια αντίδραση της αγοράς πετρελαίου. Στις 20 Ιανουαρίου όταν ο Κινέζος πρωθυπουργός Λι Κετσιάνγκ ανακοίνωσε δημόσια ότι ξεκινούν αποφασιστικές προσπάθειες για την πρόληψη και τον έλεγχο της επιδημίας πνευμονίας που προκαλείται από έναν νέο κορωνοϊό, η τιμή του μπρεντ βρισκόταν στα 65,20 δολάρια. Χθες αυτό πλησίασε κάποια στιγμή τα 57 δολάρια το βαρέλι. 

Κοιτάζοντας την ετήσια κατανάλωση πετρελαίου της κινεζικής οικονομίας στα 13,5 εκατομμύρια βαρέλια (στοιχεία 2018), κάποιος μπορεί να πει ότι αυτή είναι κάτω από τα επίπεδα των ΗΠΑ (20,5 εκατ. βαρέλια). Αλλά το στοιχείο που ανεβοκατεβάζει τις τιμές του πετρελαίου είναι η αύξηση της ζήτησης και αυτή στην περίπτωση της Κίνας, όπως και της Ινδίας, είναι μακράν μεγαλύτερη απ’ ότι στις ΗΠΑ. Η ετήσια κατανάλωση πετρελαίου στην Κίνα αυξάνεται με ένα ρυθμό 5,5%, όταν στις ΗΠΑ κινείται με μόλις 0,5%.