Η διαμόρφωση πολιτικής στις ΗΠΑ και τα διδάγματα για την Ελλάδα

Η διαμόρφωση πολιτικής στις ΗΠΑ και τα διδάγματα για την Ελλάδα

Του Ζαχαρία Μίχα*

Το «Φόρουμ Εθνικής Άμυνας Ρέιγκαν» που έχει πάρει το όνομά του από τον Αμερικανό πρόεδρο Ρόναλντ Ρέιγκαν, ελάχιστοι το γνωρίζουν, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς (Reagan National Defense Forum). Εντάσσεται στις δραστηριότητες των ιδρυμάτων ανάλυσης των θεμάτων εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής στις ΗΠΑ, πιο γνωστά ως «δεξαμενές σκέψεις» (think tank).

Το περασμένο Σαββατοκύριακο διοργανώθηκε εκδήλωση στην Προεδρική Βιβλιοθήκη Ρέιγκαν στην Καλιφόρνια, στην οποία ήταν καλεσμένος ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας, Άστον Κάρτερ, ένας κυβερνητικός αξιωματούχος που είχε τη φήμη εξαιρετικά αποτελεσματικού και αποφασιστικού ανθρώπου, με σημαντική θητεία στο Πεντάγωνο, 61 ετών, ο οποίος με επιστημονικό υπόβαθρο τον τομέα της φυσικής (από το Yale όπου σπούδασε και Μεσαιωνική Ιστορία!).

Ο Κάρτερ είχε συνδυάσει το ενδιαφέρον του για την τεχνολογία με τις διεθνείς υποθέσεις, διδάσκοντας μάλιστα στο φημισμένο πανεπιστήμιο Harvard το εν λόγω αντικείμενο, ενώ είχε προηγηθεί μεταδιδακτορική έρευνα στο πανεπιστήμιο Rockεfeller και ερευνητική δραστηριότητα στο κορυφαίο πανεπιστήμιο MIT στη Μασαχουσέτη, ενώ το διδακτορικό του στη Φυσική το έλαβε στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Έχει συγγράψει τριψήφιο αριθμό επιστημονικών άρθρων για θέματα ασφαλείας, με αποτέλεσμα να μην εκπλήσσει ότι από πολύ νωρίς κίνησε το ενδιαφέρον προέδρων...

Με αρχική θητεία στο Πεντάγωνο επί προεδρίας Κλίντον το διάστημα 1993-1996, επανήλθε και από το 2009 έχει ενεργό εμπλοκή στη διαμόρφωση της αμερικανικής πολιτικής. Η μακροσκελής αυτή εισαγωγή απαιτείται για να καταδειχθεί, ότι παρότι βρισκόταν την τελευταία πενταετία στη σκιά των υπουργών Άμυνας που αποσπούσαν τη μερίδα του λέοντος σε όρους δημοσιότητας, ήταν ένα κυβερνητικό στέλεχος με εκπληκτική υπόβαθρο και βαθιά γνώση εκμεταλλευόμενος την προνομιακή πληροφόρηση που του πρόσφεραν οι θέσεις που καταλάμβανε στο Πεντάγωνο.

Τούτων λεχθέντων, η τοποθέτησή του στο προαναφερθέν συνέδριο, εν μέσω αναφορών που καλούσαν τις ΗΠΑ να προετοιμαστούν για πολεμικές περιπέτειες με τη Ρωσία και την Κίνα, ο ίδιος εμφανίστηκε με μια αξιέπαινη νηφαλιότητα, η οποία είναι βέβαιο ότι έχει ήδη καταγραφεί τόσο στη Μόσχα όσο και στο Πεκίνο. Να σημειωθεί, ότι η βαρυσήμαντη τοποθέτηση του Κάρτερ, γινόταν μία μόλις ημέρα μετά την επιστροφή του από περιοδεία στην Ασία.

Ο Άστον Κάρτερ δεν θα μπορούσε να είναι σαφέστερος: «Δεν επιθυμούμε έναν Ψυχρό, πολλώ δε μάλλον έναν Θερμό πόλεμο με τη Ρωσία... δεν επιδιώκουμε να κάνουμε τη Ρωσία εχθρό», ανέφερε, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο, ότι οι ΗΠΑ θα προασπίσουν τα συμφέροντά τους και τους συμμάχους του, μια «διεθνή τάξη με αρχές» (principled international order), καθώς αυτό διασφαλίζει για όλους ένα θετικό μέλλον. Έγινε όμως ξαφνικά ο Κάρτερ «περιστερά», ή συνεχίζει να θεωρείται «γεράκι» στους διαδρόμους της Ουάσιγκτον;

Αναπτύσσοντας λοιπόν τον συλλογισμό του, ο Κάρτερ άσκησε κριτική στη Ρωσία για την κατοχή εδαφών στην Ουκρανία και τη Γεωργία (Κριμαία, Νότια Οσσετία, Αμπχαζία), αλλά και για την επέμβαση στη Συρία την οποία αποκάλεσε «καταστροφική». Στην πιο ενδιαφέρουσα ίσως αποστροφή του λόγου του, ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας ανέφερε, ότι το Πεντάγωνο  προβαίνει σε ενέργειες, φανερές και απόρρητες, με στόχο για να αποκρούσει αυτό που απεκάλεσε ως «ρωσική και κινεζική επιθετικότητα).

Πολλοί στις ΗΠΑ επισήμαναν μια αλλαγή στον τόνο του Κάρτερ, ο οποίος είχε συνηθίσει σε πιο σκληρές δηλώσεις για τα θέματα αυτά, ερχόμενος μάλιστα σε σύγκρουση με τον Λευκό Οίκο και το State Department, που επί προεδρίας Ομπάμα προκρίνουν γενικότερα μια πιο μετριοπαθή προσέγγιση. Δεν είχε μάλιστα διστάσει να ταχθεί υπέρ της αποστολής όπλων στην Ουκρανία, κατά την ακρόαση στη Γερουσία που θα κρινόταν ο διορισμός του για να αντικαταστήσει τον προκάτοχό του, Ρεπουμπλικάνο Τσακ Χέιγκελ.

Ο Άστον Κάρτερ, στην ομιλία του εκτόξευσε βολές εναντίον κατά του υπουργού Εξωτερικών, Τζον Κέρι, αλλά και του εκλεκτού του Λευκού Οίκου, Τόνι Μπλίνκεν, πρώην Συμβούλου επί θεμάτων Ασφαλείας του Ομπάμα και νυν αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών. Αμφότεροι οι επικεφαλής του State Department, έχουν εκφράσει την αισιοδοξία ότι το άνοιγμα που έχει πραγματοποιηθεί στη Ρωσία (μετά την επέμβαση της Μόσχας στη Συρία), μπορεί να φέρει αποτελέσματα.

Ο υπουργός Άμυνας δείχνει να διαφωνεί και όλες οι ενδείξεις όπως προκύπτουν από ανοιχτές πηγές πληροφοριών, υποδεικνύουν ότι είναι ανοιχτά υπέρμαχος μια πιο σκληρής στάσης των ΗΠΑ απέναντι τόσο στην Κίνα στο θέμα της κατασκευής τεχνητών νησίδων στο νησιωτικό σύμπλεγμα των Σπράτλις στη θάλασσα της Νοτίου Κίνας, όσο και της Ρωσίας στα ανοιχτά μέτωπα, φοβούμενος ότι οι υποχωρήσεις τροφοδοτούν μια πιο επιθετική στάση των δυο μεγάλων δυνάμεων.

Η διέλευση του αμερικανικού πλοίου εντός των 12 ναυτικών μιλίων όπως τα όριζε η Κίνα, πέρασε δια πυρός και σιδήρου από τους διαδρόμους της αμερικανικής γραφειοκρατίας και όταν τελικά δόθηκε το πράσινο φως, απαγορεύθηκε τόσο η χρήση του ελικοπτέρου που είχε το αντιτορπιλικό, όσο και πολλοί αισθητήρες του, ώστε να προσομοιάζει με «αβλαβή διέλευση» (innocent passage) και να μη δοθεί πρόσχημα στους Κινέζους να κινηθούν, εάν και εφόσον αποφάσιζαν να στείλουν μήνυμα στην Ουάσιγκτον με μια περιορισμένη εμπλοκή.

Η κατάσταση αυτή στο εσωτερικό της αμερικανικής γραφειοκρατίας, αποδεικνύει την ερμηνευτική ανεπάρκεια αντιμετώπισης μιας συγκεκριμένης κατάστασης που εμπλέκει τα συμφέροντα των ΗΠΑ, με αυτά είτε των Ρώσων είτε των Κινέζων, μονολιθικά, δηλαδή θεωρώντας ότι αποτελεί μια δεδομένη στάση που δεν επιδέχεται τροποποιήσεων και προσαρμογών συν τω χρόνω.

Στην πραγματικότητα, η στάση που τηρούν οι Ηνωμένες Πολιτείες σε κάθε θέμα, αποτελεί τη συνισταμένη των απόψεων που εκφράζονται στο εσωτερικό της γραφειοκρατίας, αφού κάθε επιμέρους πυλώνας εξουσίας στην Ουάσιγκτον έχει τη δική του φωνή, τη δική του συμβατική σοφία – φιλοσοφία και το δικό του σκεπτικό. Η δε βαρύτητα του καθένα απέναντι στον τελικό «διαιτητή» που είναι ο Λευκός Οίκος και ο εκάστοτε πρόεδρος που έχει την τελική ευθύνη της απόφασης, καθορίζεται από πολλούς παράγοντες, από το ιδεολογικό υπόβαθρό του και τις προδιαθέσεις του, έως το ειδικό βάρος κάθε οργανισμού – υπουργείου ή άλλου (π.χ. Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλίας – NSC) σε μια δεδομένη χρονική περίοδο, το οποίο με τη σειρά του σχετίζεται με το «ειδικό βάρος» των προσώπων που τα στελεχώνουν.

Αυτό δεν ισχύει -με τον ίδιο τουλάχιστον τρόπο- σε χώρες όπως η Ρωσία και η Κίνα, καθώς η καθεστωτική δομή είναι εντελώς διαφορετική, παρότι κι εκεί υπάρχει εσωτερικός γραφειοκρατικός ανταγωνισμός, θεσμικός αλλά και μεταξύ προσώπων. Πρόσωπα που έχουν ενδεχομένως και διαφορετικά κίνητρα από τα συνδεόμενα αμιγώς με την εξυπηρέτηση του θεωρούμενου – προσδιοριζόμενου από την ελίτ ως εθνικού συμφέροντος, κίνητρα κατά περίσταση ακόμα και ιδιοτελή. Ωστόσο, η τελική άρθρωση «εθνικής φωνής» στο διεθνές περιβάλλον είναι πολύ πιο πειστική και σίγουρη, υπό την έννοια ότι δεν αναμένεται να αμφισβητηθεί εύκολα η επιλογή του ηγέτη, ή του σκληρού ηγετικού πυρήνα.

Όλα αυτά, θα μπορούσε να ασκηθεί κριτική, ισχύουν στο τακτικό και όχι στο στρατηγικό επίπεδο, αφού σε επίπεδο υψηλής τουλάχιστον στρατηγικής (grand strategy), οι χώρες που εξετάζουμε έχουν έναν «μπούσουλα», κάποιες γενικές κατευθύνσεις, κάποιους τελικούς στόχους, δεδομένα από τα οποία δεν αποκλίνουν. Αυτό μπορεί να είναι αληθές, όσο όμως και το ότι εάν η προσέγγιση κυριαρχηθεί από ντετερμινισμό, η πιθανότητα σύγκρουσης θα αυξηθεί κατακόρυφα, αφού πολλά συμφέροντα των επιμέρους χωρών είναι ευθέως ανταγωνιστικά και αν απομονωθούν από τη μεγάλη εικόνα, θα μοιάζουν με «παίγνιο μηδενικού αθροίσματος» (zero-sum game), όπου το κέρδος του ενός θα είναι απώλεια του άλλου.

Κάτι τέτοιο θα ήταν όμως πολύ επικίνδυνο για τη διεθνή ασφάλεια, καθώς θα παρήγαγε τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που επισήμως φέρονται όλοι να επιδιώκουν, δηλαδή την προάσπιση των συμφερόντων κατά τρόπον που θα απέτρεπε μια καταστροφική σύγκρουση, αφού ασχέτως της ισχύος σε απόλυτες τιμές ενός εκάστου, η παρουσία πυρηνικών οπλοστασίων λειτουργεί ώστε να διασφαλίζεται ότι μια ολοκληρωτική ήττα δεν μπορεί να συμβεί σε κανέναν. Κατά συνέπεια, μοναδική εναλλακτική είναι η συνεχής διαπραγμάτευση, έμμεση ή άμεση, με αντικείμενο την εξεύρεση μιας λειτουργικής διεθνούς ισορροπίας.

Ένα πρόχειρο συμπέρασμα που θα μπορούσε να εξαχθεί σε μια προσπάθεια να συνδέσουμε τις σκέψεις που εκφράστηκαν στο παρόν σημείωμα με την ελληνική εθνική ασφάλεια, θα μπορούσε να είναι ότι όπως είναι γνωστό, το αμερικανικό σύστημα «αρέσκεται να επηρεάζεται», τουλάχιστον στους τομείς αμυντικής και εξωτερικής πολιτικής. Αυτό σημαίνει ότι περιθώρια προαγωγής της ελληνικής οπτικής επί των θεμάτων εθνικού ενδιαφέροντος πάντα υπάρχουν.

Για να επιτύχει όμως μια τέτοια προσπάθεια, χρειάζεται συνέπεια και συνέχεια, κυρίως δε σοβαρότητα και να μην ξεχνούν ποτέ οι εκάστοτε Έλληνες αρμόδιοι, ότι κανείς δεν πρόκειται να υποστηρίξει τα ελληνικά συμφέροντα για λόγους συναισθηματικούς, αλλά μόνον όταν αυτά ευθυγραμμίζονται και εξυπηρετούνται -σε τακτικό επίπεδο- με τα δικά τους συμφέροντα, αλλά και το ποιον ρόλο είναι διατεθειμένη μια χώρα να αναλάβει και πόσο επιτυχώς να τον εκτελεί. Μια συμμαχική σχέση δεν είναι ένα θεωρητικό κατασκεύασμα, αλλά έχει ως προϋπόθεση η κάθε πλευρά να μπορεί να δώσει κάτι ως επιθυμητό αντάλλαγμα για ό,τι λαμβάνει από τον σύμμαχο – εταίρο. Μια ιστορική μελέτη της τουρκικής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής προσφέρεται για χρήσιμα συμπεράσματα.

«Μαζί με τον βασιλικό ποτίζεται και η γλάστρα», αναφέρει η γνωστή παροιμία, κάτι που δείχνει να ισχύει σε μεγάλο βαθμό και στον τομέα της εθνικής ασφάλειας, τουλάχιστον για χώρες με τα χαρακτηριστικά της Ελλάδας. Προϋπόθεση εξασφάλισης νερού όμως, είναι η συναίσθηση του περιφερειακού και διεθνούς περιβάλλοντος στο οποίο καλείται μια χώρα να επιβιώσει, αλλά και γνώση, όσο είναι αυτό δυνατό με μεγαλύτερη ακρίβεια, των στοχεύσεων των ισχυρών διεθνών δρώντων στην περιοχή ενδιαφέροντος.

Και όλα αυτά βέβαια έχουν ως προϋπόθεση τη συνέπεια και τη συνέχεια, αλλά και να μην πέφτει η χώρα θύμα των προκαταλήψεων, των ιδεοληψιών και των στερεοτυπικών αντιλήψεων του κάθε προσώπου που αναλαμβάνει ένα χαρτοφυλάκιο. Άρα και στον τομέα αυτό, σημασία έχει να φτιάξουμε επιτέλους κράτος με ισχυρούς θεσμούς, θεσμική μνήμη, συνέπεια και συνέχεια.

 

*Ο Ζαχαρίας Μίχας είναι Διευθυντής Μελετών στο Ινστιτούτο Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας (ΙΑΑΑ – ISDA)