Πώς ο πόλεμος στο Ιράν μεταμορφώνει το παγκόσμιο στρατηγικό περιβάλλον
AP Photo/Vahid Salemi
AP Photo/Vahid Salemi

Πώς ο πόλεμος στο Ιράν μεταμορφώνει το παγκόσμιο στρατηγικό περιβάλλον

O πραγματικός τελικός στόχος των ΗΠΑ δεν είναι το Ιράν, ούτε η Βενεζουέλα και σίγουρα δεν είναι ο Παναμάς αλλά ο αληθινός τελικός στόχος είναι η Κίνα. Την τελευταία δεκαετία η Κίνα έχτισε σιωπηρά παγκόσμιες συμμαχίες επεκτείνοντας την επιρροή της στην Αφρική, επένδυσε έντονα στη Λατινική Αμερική και άρχισε να συζητάει εναλλακτικές στο δολάριο για το διεθνές εμπόριο, καθόσον, αν υπονομεύσεις το δολάριο, υπονομεύεις και την αμερικανική ισχύ.

Η τρέχουσα σύγκρουση ΗΠΑ/Ισραήλ με το Ιράν είναι ένα κρίσιμο επεισόδιο ενός ευρύτερου και μακροπρόθεσμου στρατηγικού ανταγωνισμού ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα, στον οποίο πυλώνες είναι: (α) η νομισματική/ χρηματοπιστωτική υπεροχή (του δολαρίου), (β) ο έλεγχος ενεργειακών ροών (πετρέλαιο) και (γ) ο ναυτικός έλεγχος των κρίσιμων θαλάσσιων στενών (π.χ. Ορμούζ). Η αναμέτρηση συνδυάζει στρατηγική, οικονομία και θεσμική διάλυση, που δοκιμάζει την ανθεκτικότητα ολόκληρου του διεθνούς συστήματος εφοδιασμού ενέργειας.

Το βασικό δίλημμα που τίθεται σήμερα δεν είναι μόνο «ποιος θα κερδίσει στο πεδίο της μάχης», αλλά «ποιο πολιτικό σχήμα θα προκύψει μετά τη μάχη», ποιος θα ελέγξει τις ένοπλες δυνάμεις του Ιράν και, κυρίως, αν το κρίσιμο πέρασμα του στενού του Ορμούζ θα μείνει ανοιχτό ή αν θα γίνει το πιο ισχυρό γεωοικονομικό όπλο της Τεχεράνης. 

Η συρροή αεροπορικών επιθέσεων από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ στόχευσε, τον «σκληρό πυρήνα» της ιρανικής ισχύος, τη Φρουρά της Ισλαμικής Επανάστασης (ΦΙΕ) που αποτελεί το θεσμικά και οργανωτικά ισχυρότερο σώμα στην ιρανική πολιτική μηχανή. Η πρώτη φάση δεν εξάλειψε πλήρως τον στόχο, αλλά η συνέχεια όμως προσανατολίστηκε στην αποδυνάμωση της ΦΙΕ, ώστε να μην μπορεί να λειτουργεί ως αυτόνομος οργανισμός στρατιωτικής και πολιτικής επιρροής. Αυτή η στρατηγική αποσκοπεί είτε στη διευκόλυνση μιας μελλοντικής «αλλαγής καθεστώτος» είτε στην αποδυνάμωση του Ιράν σε λιγότερο αποσταθεροποιητικό παράγοντα, αλλά η ίδια η κλιμάκωση ρισκάρει να προκαλέσει «αποσύνθεση» αντί για ελεγχόμενη μεταβολή. 

Το θεμελιώδες ερώτημα είναι ποιος θα ασκήσει την εξουσία μέσα στην Τεχεράνη όταν οι επίπονες συνέπειες από τις επιθέσεις και τη φθορά του κρατικού μηχανισμού καταγραφούν: α) ένας νέος ισχυρός ανώτατος ηγέτης με έλεγχο στην ΦΙΕ, β) μια κυβέρνηση αδυναμίας που θα βλέπει την ΦΙΕ ως de-facto εταίρο/αντίπαλο, ή γ) μία ομάδα διαχειριστών κρίσεων που θα επιχειρήσει να περιορίσει την ζημία; Η απάντηση καθορίζει και την επιλογή για το κλείσιμο του στενού, συνέχιση επιθέσεων σε υποδομές ή επίτευξη συμφωνίας ειρήνευσης. 

Η σημασία του Στενού είναι τεράστια καθώς, περίπου το ένα τέταρτο του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου διέρχεται από εκεί, και οι επιλογές παράκαμψης είναι περιορισμένες. Μια παρατεταμένη ή και κρατική, άμεση ή εμμέσου τύπου,  προσπάθεια διακοπής των ροών έχει άμεσα αποτελέσματα στις διεθνείς τιμές, στην ασφάλιση και στη λειτουργία των εφοδιαστικών αλυσίδων ενέργειας. 

Πρακτικά, ακόμη και η απειλή κλείσιμου του στενού από την Τεχεράνη λειτουργεί ως μοχλός πίεσης: αυξάνει τα ασφάλιστρα νηογνώμων και πλοιοκτητών, ωθεί σε αλλαγές διαδρομών που κοστίζουν χρόνο και χρήμα, και πυροδοτεί κερδοσκοπικές κινήσεις στις αγορές. Οι πρόσφατες εκτιμήσεις μεγάλων επενδυτικών οίκων δείχνουν αναπροσαρμογές στην τιμή του Brent και της WTI εξαιτίας της παρατεταμένης αβεβαιότητας γύρω από το Ορμούζ. 

Οικονομικές επιπτώσεις: Όταν ένα στενό ή άλλη κρίσιμη θαλάσσια δίοδος τεθεί υπό πίεση, η πρώτη αντίδραση της αγοράς είναι οικονομική. Οι ασφαλιστικές εταιρείες επανεκτιμούν τον κίνδυνο και ανεβάζουν τα ασφάλιστρα, ενώ οι ναυτιλιακοί πράκτορες αναπροσαρμόζουν τις διαδρομές τους για να αποφύγουν επικίνδυνες ζώνες. Το αποτέλεσμα είναι ένα συστηματικό κόστος το οποίο μεταβιβάζεται κατά μήκος της εφοδιαστικής αλυσίδας όπου αρχικά επιβαρύνονται οι πλοιοκτήτες και οι φορτωτές, στη συνέχεια οι προμηθευτές και, τελικώς, οι καταναλωτές μέσω υψηλότερων τιμών.

Αυτός ο αλυσιδωτός μηχανισμός εξηγεί πώς ένα τοπικό στρατιωτικό επεισόδιο αποκτά άμεσες μακροοικονομικές προεκτάσεις: η αύξηση στις διεθνείς τιμές ενέργειας αυξάνει το κόστος μεταφοράς, το οποίο με τη σειρά του ωθεί ανοδικά τα γενικά επίπεδα τιμών και αναμορφώνει τις μεσοπρόθεσμες προσδοκίες για τον πληθωρισμό. Οι προσδοκίες αυτές παίζουν κρίσιμο ρόλο καθώς καθοδηγούν τη νομισματική πολιτική και επηρεάζουν τη διαμόρφωση αποδόσεων στις αγορές ομολόγων.

Όταν η προσφορά πετρελαίου πιέζεται, οι αγορές αρχίζουν να τιμολογούν υψηλότερο μελλοντικό πληθωρισμό και  αυτό προκαλεί άνοδο στις αποδόσεις των ομολόγων. Η αύξηση των αποδόσεων αυξάνει το κόστος δανεισμού, μειώνοντας τις αποτιμήσεις μετοχών και όταν οι μετοχικές αποτιμήσεις διολισθαίνουν, πλήττονται ιδίως συνταξιοδοτικά ταμεία, κρατικά επενδυτικά κεφάλαια και η περιουσιακή θέση των νοικοκυριών. Με άλλα λόγια, ακόμη και ένα μεμονωμένο περιστατικό βίας σε έναν στενό μπορεί, μέσω αυτών των μηχανισμών, να αλλάξει τα επιτόκια στεγαστικών δανείων και να επηρεάσει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.

Η ευαισθησία της παγκόσμιας οικονομίας σε αυτά τα εξωτερικά σοκ ενισχύεται από το επίπεδο μόχλευσης καθώς το συνολικό χρέος παγκοσμίως προσεγγίζει περίπου το 300% του ΑΕΠ, τα δημόσια χρέη παραμένουν σε ιστορικά υψηλά γύρω στο 100% του ΑΕΠ, η εταιρική μόχλευση είναι αυξημένη και τα νοικοκυριά έχουν σημαντική έκθεση σε στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια. Σε αυτό το περιβάλλον, οι μεταβολές σε τιμές ενέργειας και επιτόκια μεταφράζονται πολύ γρήγορα σε πραγματικό οικονομικό πόνο και χρηματοπιστωτική αβεβαιότητα. Οι αδύναμες οικονομίες ήδη δέχονται πιέσεις υποτίμησης του νομίσματος τους, π.χ. η Τουρκία πρόσφατα ξόδεψε πάνω από $12 δισ. για να στηρίξει το νόμισμά της. Τράπεζες

Τα πρακτικά αποτελέσματα είναι ήδη ορατά από τις έκτακτες μειώσεις παραγωγής σε επιτιθέμενα κράτη, προσωρινές διακοπές εξαγωγών LNG και πετρελαίου, και άνοδος spot τιμών που μεταφράζεται σε πληθωριστική πίεση για οικονομίες-εισαγωγείς. Ορισμένες εγκαταστάσεις χρειάζονται εβδομάδες ή μήνες για να επανέλθουν σε πλήρη λειτουργία, ενώ σε ακραίες περιπτώσεις η αποκατάσταση μπορεί να απαιτήσει πολύ περισσότερο χρόνο μία παράμετρος που πολλαπλασιάζει το σοκ προσφοράς.

Επιπλέον, οι ασφαλιστικές εταιρείες και οι τράπεζες επανατιμολογούν ρίσκο, έτσι οι όροι χρηματοδότησης ναυτιλιακών επιχειρήσεων σφίγγουν, οι ναυλώσεις καθίστανται ακριβότερες και οι τελικοί καταναλωτές αντιμετωπίζουν υψηλότερο ενεργειακό κόστος, ένα μείγμα που μπορεί να προκαλέσει στασιμοπληθωρισμό σε ευαίσθητες οικονομίες. Την ίδια ώρα, χώρες-παραγωγοί που βρίσκονται εκτός κρίσης (και ιδιαίτερα η Ρωσία) επωφελούνται σχετικώς από την άνοδο των διεθνών τιμών πετρελαίου. 

Η ΦΙΕ είναι οργανωτικά περίπλοκη καθώς περιλαμβάνει επίλεκτες χερσαίες δυνάμεις, ρουκέτες και πυραυλικά συστήματα, αλλά και ισχυρή υποδομή για χρήση drones. Η στρατηγική αντίδραση των ΗΠΑ και του Ισραήλ έχει ως λογική να στόχευσει όχι απλώς τα όπλα, αλλά τα δίκτυα εφοδιασμού και τα σημεία αποθήκευσης. Αυτές οι υποδομές φαίνεται ότι είναι εντοπίσιμες με δορυφορική παρατήρηση και βρίσκονται συνήθως μακριά από πυκνοκατοικημένες ζώνες. Αυτό καθορίζει και τον χαρακτήρα της σύγκρουσης, παρατηρώντας πολλή μάχη «εκτός πόλεων», με στόχο τη συστηματική αποσύνδεση του οργανωμένου εφοδιασμού της ΦΙΕ. 

Ωστόσο, η επιχείρηση αυτή έχει παρενέργειες καθώς όταν χτυπάς την υποδομή ενός φορέα που λειτουργεί εσωτερικά και εξωτερικά (ασφάλεια, επιχειρήσεις, οικονομικές ροές), τα αποτελέσματα μπορεί να περιλαμβάνουν απόπειρες εκδίκησης σε υποδομές τρίτων  π.χ. πετρελαϊκές εγκαταστάσεις στην περιοχή, ενισχύοντας τον κύκλο της αστάθειας. 

Η σύγκρουση επανασχεδιάζει τις περιφερειακές ισορροπίες: χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Αζερμπαϊτζάν βλέπουν πιθανότητες να επεκτείνουν την επιρροή τους, αλλά φοβούνται και το κόστος μιας «ανεξέλεγκτης κατάρρευσης» στο Ιράν, τις ροές προσφύγων, εξάρσεις εθνοθρησκευτικής βίας, και διατάραξη εμπορικών συνδέσεων.

Η Ουάσινγκτον επιχειρεί ταυτόχρονα να συγκροτήσει ένα πλαίσιο «διαμοιρασμού βάρους» στην περιοχή, αλλά η εμπλοκή του Ισραήλ και οι διαφορετικοί στοχευμένοι στόχοι προκαλούν ασυνέχεια στη στρατηγική αυτή και ανησυχία στους περιφερειακούς εταίρους. Όμως αυξάνεται η σημασία του διαδρόμου India–Middle East–Europe Economic Corridor (IMEC) ο οποίος θα παρακάμπτει το στενό του Ορμούζ.  

Ο διάδρομος IMEC έχει στόχο να συνδέσει την Ινδία με την Ευρώπη, διαμέσου των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, της Σαουδικής Αραβίας, της Ιορδανίας, του Ισραήλ και της Ελλάδας, γεφυρώνοντας θαλάσσιες και σιδηροδρομικές υποδομές σε μια ενιαία, πολυτροπική εφοδιαστική αλυσίδα. Ο IMEC μπορεί να γίνει ο «Ινδικός Δρόμος του Μεταξιού» που θα αλλάξει την ευρωπαϊκή θέση στο διεθνές εμπόριο καθώς η Ευρώπη αποκτά μια εναλλακτική λύση ώστε να απεξαρτηθεί από την Τουρκία, τη Ρωσία και την Κίνα.

Με βάση τα παραπάνω, οι επιλογές που έχουν οι ΗΠΑ (και οι σύμμαχοι τους) συνοψίζονται πρακτικά σε τρεις κατηγορίες – κάθε μία με σοβαρές προκλήσεις:

  1. Γρήγορη εξουδετέρωση των πυραύλων/drones της ΦΙΕ. Το πλεονέκτημα είναι ότι περιορίζει την ικανότητα άμεσης απειλής σε γειτονικές υποδομές και στο ναυτικό. Ο κίνδυνος είναι η κλιμάκωση που οδηγεί σε μεγαλύτερη καταστροφή και σε ασταθή μετακαθεστωτική φάση.
  2. Πολιτική προσπάθεια διαμορφωμένης αλλαγής καθεστώτος/συνεργασίας. Το πλεονέκτημα είναι η μακροπρόθεσμη λύση εάν επιτύχει. Ο κίνδυνος είναι ένας απρόβλεπτος μετασχηματισμός, κενό εξουσίας, εμφάνιση ανταγωνιστικών δυνάμεων.
  3. Εστίαση στην αποτροπή στο θαλάσσιο πέρασμα με ναυτικές συνοδείες, διεθνής εγγύηση διαδρομών και αποθέματα. Το πλεονέκτημα είναι ότι περιορίζει άμεσα το οικονομικό σοκ. Ο κίνδυνος είναι ότι απαιτείται διεθνή συνεννόηση και ευθεία αντιπαράθεση με τις προειδοποιήσεις/ενέργειες της Τεχεράνης. 
  4. Συνδυασμός των παραπάνω. Στην πράξη, το πιθανότερο σενάριο είναι ένας συνδυασμός αυτών, αλλά η επιλογή της αναλογίας μεταξύ στρατιωτικής πίεσης και διπλωματικής διαχείρισης καθορίζει αν η περιοχή θα οδηγηθεί σε μακροχρόνια αποσταθεροποίηση ή σε συγκρατημένη αναδιάταξη ισχύος.

Ο πόλεμος στο Ιράν δεν είναι απλώς σύγκρουση όπλων, είναι ανταγωνισμός για την αρχιτεκτονική εξουσίας στο πλαίσιο ενός ευρύτερου σχεδίου ελέγχου των διαύλων της ενέργειας και των εμπορευμάτων. Εάν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ καταφέρουν να συρρικνώσουν λειτουργικά της ΦΙΕ χωρίς να προκαλέσουν κενό κρατικής εξουσίας, θα ανοίξει ένας χώρος για περιφερειακή αναδιάταξη που ενδεχομένως θα στηρίξει μια νέα ισορροπία. Αν αντίθετα η σύγκρουση οδηγήσει σε συνεχή πλήγματα σε πετρελαϊκές υποδομές και σε παρατεταμένη αβεβαιότητα γύρω από το στενό του Ορμούζ, οι οικονομικές και πολιτικές συνέπειες θα είναι βαθιές και μακροπρόθεσμες, με άμεσο κόστος για νοικοκυριά, επιχειρήσεις και κυβερνήσεις παγκοσμίως. 

Το κρίσιμο στοίχημα για τη διεθνή κοινότητα είναι να βρει τρόπους να απομονώσει στρατηγικά το πεδίο μάχης από τις ευρύτερες ροές ενέργειας, είτε μέσω διεθνικών ναυτικών πρωτοβουλιών, στρατηγικών αποθεμάτων και διπλωματικής πίεσης, είτε μέσω πολιτικής που μειώνει την εξάρτηση από ευάλωτες διόδους. Με άλλα λόγια, δεν αρκεί να «νικηθεί» μια απειλή αλλά θα  πρέπει να ανασχεδιαστεί το οικοσύστημα του κινδύνου. Μια κατεύθυνση θα ήταν τα στενά του Ορμούζ, τα στενά του Ελλήσποντου και του Βοσπόρου, αλλά και άλλα κρίσιμα στενά να περάσουν σε διεθνή έλεγχο έτσι ώστε να μη μπορούν φιλόδοξες ηγεσίες να διαταράσσουν την παγκόσμια οικονομία.


* Ο Ατσαλάκης Γιώργος είναι Οικονομολόγος, Αναπληρωτής Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης Εργαστήριο Επιστημονικών Δεδομένων