Πλοίο μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων προσεγγίστηκε και δέχθηκε πυρά από μικρό σκάφος, 14 ναυτικά μίλια νότια των ακτών της Υεμένης, ενώ σημειώθηκε και απόπειρα επιβίβασης, αναφέρει σε ανάρτησή της στην πλατφόρμα Χ η υπηρεσία ασφάλειας της ναυσιπλοΐας United Kingdom Maritime Trade Operations (UKTMO).
Η UKTMO αναφέρει ότι οι αρχές διερευνούν το περιστατικό, ενώ τα πλοία καλούνται να διέρχονται με προσοχή και να αναφέρουν οποιαδήποτε ύποπτη δραστηριότητα, σύμφωνα με την υπηρεσία.
⚠️ UKMTO: Another tanker was struck by a projectile while transiting the Strait of Hormuz, according to a report issued Saturday.
— Drop Site (@DropSiteNews) June 27, 2026
The vessel sustained damage to its bridge, but all crew members are reported safe, with no environmental damage reported so far.
UKMTO said… https://t.co/PaGrBNpggR
Παράλληλα, το Joint Maritime Information Center (JMIC) αναβάθμισε το επίπεδο απειλής για τα πλοία που δραστηριοποιούνται στην περιοχή σε «ουσιαστικό» (substantial), μετά και τα αμερικανικά πλήγματα κατά του Ιράν, τα οποία πραγματοποιήθηκαν ως αντίποινα για επίθεση εναντίον φορτηγού πλοίου νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα.
Η νέα στρατιωτική κλιμάκωση δοκιμάζει την εκεχειρία – Βανς: Η βία θα αντιμετωπιστεί με βία
Οι ιρανικές αρχές είχαν επαναλάβει τις προειδοποιήσεις ότι δεν επιτρέπεται η διέλευση πλοίων εκτός της καθορισμένης διαδρομής που έχει ορίσει η Τεχεράνη. Νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα, ορισμένα πλοία φέρεται να άλλαξαν πορεία, έπειτα από ραδιοφωνικά μηνύματα που τα καλούσαν να μην προχωρήσουν στη διέλευση.
Το περιστατικό της Πέμπτης προκάλεσε την αντίδραση των Ηνωμένων Πολιτειών, με την Κεντρική Διοίκηση των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων (CENTCOM) να ανακοινώνει ότι αμερικανικά αεροσκάφη έπληξαν την Παρασκευή εγκαταστάσεις αποθήκευσης πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών του Ιράν, καθώς και παράκτια συστήματα ραντάρ.
Αμέσως μετά το νέο πλήγμα στο δεξαμενόπλοιο το Σάββατο, η βρετανική υπηρεσία θαλάσσιας ασφάλειας του Πολεμικού Ναυτικού αύξησε το επίπεδο ασφαλείας στα Στενά του Ορμούζ σε «ουσιαστικό».
Η Τεχεράνη επιβεβαίωσε πλήγμα κοντά στο λιμάνι του Σιρίκ, ενώ οι Φρουροί της Επανάστασης ανακοίνωσαν ότι εξαπέλυσαν επιθέσεις κατά αμερικανικών στρατιωτικών στόχων στην περιοχή, προειδοποιώντας ότι οποιαδήποτε νέα αμερικανική ενέργεια θα προκαλέσει ακόμη ισχυρότερη απάντηση. Παράλληλα, ιρανικά κρατικά μέσα υποστήριξαν ότι το λιμάνι συνεχίζει να λειτουργεί κανονικά, χωρίς σοβαρές ζημιές.
Σε υψηλούς τόνους κινήθηκε και ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος υποστήριξε ότι η Ουάσιγκτον έχει τηρήσει πλήρως τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός και κάλεσε την Τεχεράνη να επιλύσει τις διαφωνίες μέσω της διπλωματίας. «Το Ιράν υπέγραψε συμφωνία κατάπαυσης του πυρός. Οι Ηνωμένες Πολιτείες την έχουν τηρήσει. Αν υπάρχουν διαφωνίες για την εφαρμογή της, υπάρχουν διπλωματικοί δίαυλοι επικοινωνίας», ανέφερε, καταλήγοντας με την προειδοποίηση ότι «η βία θα αντιμετωπιστεί με βία».
Παράλληλα, οι Φρουροί της Επανάστασης επιμένουν ότι η συμφωνία τους αναγνωρίζει δικαίωμα ελέγχου της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, ενώ οι ΗΠΑ απορρίπτουν κάθε τέτοιο ισχυρισμό, επιμένοντας στην ελεύθερη διέλευση των εμπορικών πλοίων.
Την ίδια ώρα, στον Λίβανο καταγράφονται κινήσεις αποκλιμάκωσης μεταξύ Ισραήλ και Χεζμπολάχ, αν και η εφαρμογή της συμφωνίας παραμένει αβέβαιη, καθώς η φιλοϊρανική οργάνωση δεν εμφανίζεται διατεθειμένη να αποδεχθεί όρους αφοπλισμού.
Παρά τη νέα στρατιωτική ένταση, οι διεθνείς αγορές πετρελαίου παρέμειναν σχετικά σταθερές. Ωστόσο, αναλυτές προειδοποιούν ότι τυχόν νέα διατάραξη της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ θα μπορούσε να προκαλέσει σημαντικές αναταράξεις στις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές.
Συνεχίζεται η ναυσιπλοΐα με αυξημένους κινδύνους
Οι ροές πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ είχαν αυξηθεί μετά την υπογραφή της ενδιάμεσης ειρηνευτικής συμφωνίας από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, και το Ιράν την περασμένη εβδομάδα, εξέλιξη που οδήγησε σε σημαντική αποκλιμάκωση των τιμών του αργού πετρελαίου.
Παρότι η ναυτιλιακή κίνηση συνεχίζεται μετά την επίθεση της Πέμπτης, παραμένει αισθητά χαμηλότερη από τα επίπεδα που επικρατούσαν πριν από τη σύγκρουση, ενώ οι κίνδυνοι για τα εμπορικά πλοία εξακολουθούν να είναι ιδιαίτερα αυξημένοι.
