Ο Τραμπ «χρυσώνει» το χάπι στην Άγκυρα - Ο Ερντογάν στήνει παζάρι στη σύνοδο του ΝΑΤΟ

Ο Τραμπ «χρυσώνει» το χάπι στην Άγκυρα - Ο Ερντογάν στήνει παζάρι στη σύνοδο του ΝΑΤΟ

Από την πρώτη θητεία Τραμπ, οι πληγές στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις συνεχίζουν να μένουν ανοικτές, τη στιγμή που η επιστροφή του Ν. Τραμπ στον Λευκό Οίκο είχε δημιουργήσει μεγάλες προσδοκίες στην Άγκυρα.

Πράγματι, στη δεύτερη θητεία του ο Ν. Τραμπ έχει επανειλημμένα αναφερθεί με κολακευτικά σχόλια για τον «φίλο» Τ. Ερντογάν. Όμως, στην Άγκυρα ματαίως περίμεναν μια χειροπιαστή κίνηση, την ώρα που έβλεπαν τον Αμερικανό πρόεδρο να συντάσσεται πλήρως με τον μεγάλο περιφερειακό αντίπαλο, το Ισραήλ.

Όπως όλα δείχνουν, έφθασε η στιγμή ώστε ο Ν. Τραμπ να εκφράσει εμπράκτως τα συναισθήματα που τρέφει για την Τουρκία και τον ηγέτη της, και η καλύτερη συγκυρία είναι πριν από την άφιξή του στην Άγκυρα, όπου θα συμμετάσχει σε μια κομβική για το μέλλον του ΝΑΤΟ Σύνοδο Κορυφής.

Εκτός του οικοδεσπότη Τ. Ερντογάν, ο Ν. Τραμπ στη Σύνοδο αυτή δεν θα βρει ανοικτές αγκάλες, καθώς οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι αλλά και ο Καναδάς είναι σοβαρά προβληματισμένοι από τις επιλογές του, αλλά και από τις συχνές δηλώσεις του, με τις οποίες ουσιαστικά υπονομεύεται η αξιοπιστία του ΝΑΤΟ ως πυλώνα της ευρωατλαντικής ασφάλειας.

Ο Ν. Τραμπ ήθελε από καιρό να δώσει ένα «δώρο» στον Τ. Ερντογάν και, στο πλαίσιο της συναλλακτικής λογικής που διέπει όλες τις πολιτικές κινήσεις του, φαίνεται ότι προσανατολίζεται στην άρση των εμποδίων για την πώληση 80 κινητήρων F110 στην Τουρκία. Μια συμφωνία η οποία είναι επωφελής και για την αμερικανική πολεμική βιομηχανία, καθώς η κατασκευάστρια εταιρεία General Electric θα εισπράξει 700 εκατομμύρια δολάρια.

Παρά το γεγονός ότι η είδηση έγινε αποδεκτή με διθυραμβικά σχόλια από τον τουρκικό Τύπο, είναι προφανές ότι η απόφαση αυτή κάθε άλλο παρά ανταποκρίνεται στις προσδοκίες της Άγκυρας.

Για την Τουρκία και τον Τ. Ερντογάν, αυτό που θα ήταν επιθυμητό είναι η άρση των κυρώσεων της νομοθεσίας CAATSA, που θα επέτρεπε την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35.

Οι κινητήρες F110 είναι σημαντικοί για τη συνέχιση του προγράμματος κατασκευής του τουρκικού μαχητικού ΚΑΑΝ, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να καλύψουν το μεγάλο κενό που αντιμετωπίζει τώρα η τουρκική Πολεμική Αεροπορία. Όχι μόνο απέναντι στη συντριπτική υπεροπλία της Ισραηλινής Πολεμικής Αεροπορίας (IAF), αλλά και απέναντι στην Ελληνική Πολεμική Αεροπορία, με τα Rafale, τα αναβαθμισμένα F-16 Viper και ενόψει της απόκτησης και των F-35.

Σημαντική, όμως, είναι και η συμβολική διάσταση, καθώς η Τουρκία, είναι η χώρα με τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ, φιλοξενεί αμερικανικές βάσεις στο έδαφός της, με σημαντικότερη εκείνη του Ιντσιρλίκ, και θεωρεί ότι είναι ο πολυτιμότερος σύμμαχος των ΗΠΑ, με κρίσιμο γεωστρατηγικό ρόλο. Ωστόσο, βιώνει εδώ και σχεδόν επτά χρόνια έναν σκληρό αποκλεισμό από ένα πρόγραμμα στο οποίο είχε ήδη καταβάλει 2 δισ. δολάρια.

Συγχρόνως, κάθε προσπάθεια πώλησης αμυντικού υλικού από τις ΗΠΑ προσκρούει στις σθεναρές αντιδράσεις μελών του Κογκρέσου, τόσο για τη σχέση της Τουρκίας με τη Ρωσία και το Ιράν, όσο και για την επιθετικότητά της έναντι της Ελλάδας και της Κύπρου.

Η Τουρκία, πολύ απλά, βλέπει ότι με τέτοιες κινήσεις κλονίζεται σημαντικά η αξιοπιστία της ως περιφερειακής δύναμης, που πατά το ένα πόδι στη Δύση και το άλλο στην Ανατολή, και αυτό αφορά και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται από τις άλλες περιφερειακές δυνάμεις.

Η απόφαση του προέδρου Τραμπ να παρακάμψει τις αντιρρήσεις που έχουν εγείρει, κατά την προβλεπόμενη κοινοβουλευτική διαδικασία, βουλευτές με επικεφαλής τον Δημοκρατικό Γκρέγκορι Μικς, κορυφαίο στέλεχος στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής, δείχνει την αποφασιστικότητά του για μια κίνηση καλής θέλησης προς την Τουρκία.

Όμως, αν και δημόσια αναφέρθηκε στο «δώρο» που θα φέρει στην Τουρκία και, παρά τις επίμονες ερωτήσεις του Τούρκου ανταποκριτή στο Οβάλ Γραφείο, απέφυγε δεσμεύσεις σε ό,τι αφορά στα F-35, ενώ παρέπεμψε στον επίσης παρόντα αντιπρόεδρο Βανς, ο οποίος με τη σειρά του παρέπεμψε στον υπουργό Άμυνας Π. Χέγκσεθ.

Πιθανότατα ένα σημαντικό μέρος του νέου κυβερνητικού κατεστημένου στην Ουάσιγκτον θα ήθελε άμεσα να προχωρήσει η πώληση των F-35 στην Τουρκία, μια εξαιρετικά επικερδής κίνηση για την αμερικανική πολεμική βιομηχανία, αλλά και συγχρόνως για να στείλουν ένα μήνυμα στο Ισραήλ και στον Μ. Νετανιάχου, καθώς μια μεγάλη μερίδα της κυβέρνησης αλλά και του κινήματος MAGA θέλουν να τιμωρήσουν τον Νετανιάχου επειδή θεωρούν ότι «παρέσυρε» τον Ν. Τραμπ στον πόλεμο εναντίον του Ιράν.

Όμως η υπόθεση των F-35 είναι εντελώς διαφορετική από αυτή των κινητήρων F110.

Η πώληση των κινητήρων έχει μπλοκαριστεί από μια άτυπη κοινοβουλευτική διαδικασία, η οποία μπορεί να παρακαμφθεί από τον Λευκό Οίκο, και ο μόνος τρόπος να διατηρηθεί το εμπάργκο αυτό είναι να υπάρξει ταυτόσημο ψήφισμα που θα εγκριθεί με πλειοψηφία 2/3 από το Κογκρέσο, κάτι που στην περίπτωση των κινητήρων θεωρείται ελάχιστα πιθανό. Οι κινητήρες θα χρησιμοποιηθούν για την ομαλή συνέχιση του προγράμματος κατασκευής του τουρκικού μαχητικού ΚΑΑΝ, για τα πρωτότυπα μοντέλα, τις δοκιμαστικές πτήσεις και για τις σειρές Block 10 και Block 20, ενώ για την παραγωγή του ΚΑΑΝ ως μαχητικού πέμπτης γενιάς θα πρέπει να αναμένουν τον τουρκικό κινητήρα, ο οποίος δεν προβλέπεται να έχει τελειοποιηθεί μέχρι τα μέσα της επόμενης δεκαετίας.

Ο αποκλεισμός της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35 το 2019, ενώ είχαν ήδη κατασκευαστεί τα πρώτα μαχητικά της παραγγελίας, ήρθε ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της νομοθεσίας CAATSA, λόγω της αγοράς από τον Τ. Ερντογάν των ρωσικών πυραυλικών συστημάτων S-400. Και κάθε κίνηση για την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα συνδέεται ρητά με την αποδέσμευσή της από το ρωσικό σύστημα. Ακόμη κι αν υπάρξει η πολιτική βούληση από τον Λευκό Οίκο, θα πρέπει, μέσω διαπιστωμένης διαδικασίας, να καταγραφεί ότι πλέον η Τουρκία έχει απαλλαγεί από τους S-400.

Παρά την ψυχρότητα και την αποστασιοποίηση που έχει προκαλέσει στις σχέσεις με το Ισραήλ η διαφορετική προσέγγιση για το τέλος του πολέμου, το Ισραήλ έχει ακόμη ισχυρή πρόσβαση στους «αρμούς» της εξουσίας στην αμερικανική πρωτεύουσα και είναι ξεκάθαρο ότι δεν θα επιτρέψει την παράδοση ενός όπλου όπως το F-35 στον μεγαλύτερο πλέον περιφερειακό αντίπαλό του, που θα του στερήσει το στρατηγικό πλεονέκτημα που του προσφέρει η απόλυτη κυριαρχία στους αιθέρες της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου.

Η απόφαση για την πώληση των κινητήρων στην Τουρκία, όμως, δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί μόνο σε επιχειρησιακό και εμπορικό επίπεδο.

Είναι σαφές ότι αποτελεί μια ένδειξη πως ο Ν. Τραμπ θέλει να κρατήσει κοντά και σε τροχιά σύμπλευσης με τις πολιτικές του την Τουρκία και, επίσης, ότι θα στηρίξει την Τουρκία και εντός του ΝΑΤΟ, όπου η Άγκυρα και ο Τ. Ερντογάν επιδιώκουν και σε αυτή τη Σύνοδο Κορυφής να αξιοποιήσουν όχι μόνο πλέον τη γεωστρατηγική θέση της χώρας, αλλά και την αμυντική της βιομηχανία, προκειμένου να αποσπάσουν «προίκα» για τις εταιρείες αυτές αλλά και πολιτικά ανταλλάγματα στη σχέση με την ΕΕ.