Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να βρίσκονται στα πρώτα στάδια της προσπάθειας ανάπτυξης μιας ισχυρής εγχώριας βιομηχανίας στρατιωτικών drones και απέχουν σημαντικά από την παραγωγική δυναμικότητα που έχει αποκτήσει η Ουκρανία κατά τη διάρκεια του πολέμου, σύμφωνα με δηλώσεις στελέχους του Πενταγώνου.
Ο αναπληρωτής διευθυντής και επιχειρησιακός επικεφαλής της Defense Innovation Unit, Τράβις Μετς, ο οποίος ηγείται του προγράμματος Drone Dominance, δήλωσε ότι η Ουκρανία αναμένεται να κατασκευάσει φέτος 6 έως 7 εκατομμύρια μικρά επιθετικά drones πρώτου προσώπου (FPV), δηλαδή περίπου 500.000 τον μήνα.
Αντίθετα, το αμερικανικό πρόγραμμα ύψους 1,1 δισ. δολαρίων θα έχει παραγγείλει συνολικά λίγο λιγότερα από 200.000 drones έως τον Φεβρουάριο του επόμενου έτους. Όπως σημείωσε ο Μετς, το δυσκολότερο στάδιο είναι η δημιουργία της αρχικής παραγωγικής βάσης, εκτιμώντας ότι η περαιτέρω αύξηση της παραγωγής θα είναι ευκολότερη όταν αναπτυχθεί επαρκής βιομηχανική υποδομή.
Παράλληλα, το Πεντάγωνο αυστηροποίησε το πλαίσιο προμηθειών, απαιτώντας τα στρατιωτικά drones να κατασκευάζονται με εξαρτήματα αμερικανικής προέλευσης. Το αναθεωρημένο πλαίσιο της εφοδιαστικής αλυσίδας, που δημοσιεύθηκε στις 23 Ιουλίου, προβλέπει ως τελικό στόχο τη δημιουργία μιας πλήρως εγχώριας αλυσίδας παραγωγής μικρών μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Ο Μετς αναγνώρισε ότι η εξασφάλιση κρίσιμων εξαρτημάτων, όπως οι ημιαγωγοί, εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πρόκληση, ενώ αποκάλυψε ότι η πλειονότητα των drones που είχαν αποκτηθεί στην πρώτη φάση του προγράμματος πιθανότατα χρησιμοποιούσε κινεζικούς ηλεκτροκινητήρες.
Στη νέα δοκιμαστική διαδικασία Gauntlet II, που θα πραγματοποιηθεί τον επόμενο μήνα στο Φορτ Κάρσον του Κολοράντο, καμία από τις συμμετέχουσες εταιρείες δεν θα επιτρέπεται να χρησιμοποιεί απαγορευμένα εξαρτήματα, όπως κινεζικούς κινητήρες ή μπαταρίες.
Παρά τις δυσκολίες, ο αξιωματούχος εμφανίστηκε αισιόδοξος ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορέσουν τελικά να ανταγωνιστούν την ουκρανική βιομηχανία drones. Στο πλαίσιο αυτό, και οι έξι ουκρανικές εταιρείες που θα συμμετάσχουν στο Gauntlet II έχουν ήδη προχωρήσει ή βρίσκονται σε διαδικασία δημιουργίας κοινοπραξιών με αμερικανικές εταιρείες, καθώς η τοπική παραγωγή στις ΗΠΑ αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ανάθεση μελλοντικών συμβολαίων.
