Το Οικουμενικό Πατριαρχείο με βαθύτατη θλίψη και απογοήτευση πληροφορήθηκε την απαράδεκτη και βέβηλη πυραυλική επίθεση της Ρωσικής Ομοσπονδίας εναντίον της ιστορικής Λαύρας του Κιέβου (Pecerska), την οποία και καταδικάζει, όπως και κάθε άλλη παρόμοια επίθεση εναντίον ιερών και εμβληματικών μνημείων της κοινής θρησκευτικής και πολιτισμικής κληρονομιάς του Χριστιανισμού.
Σύμφωνα με ανακοίνωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, κανείς λογικός άνθρωπος και κανένα επιχείρημα δεν μπορεί να δικαιολογήσει αυτή τη βάρβαρη καταστροφική επίθεση σε βάρος ιερού προσκυνηματικού χώρου, όπως είναι η περιώνυμος Λαύρα του Κιέβου με τη μακρά ιστορία και παράδοση που αποτελεί μνημείο εθνικής κληρονομιάς της UNESCO.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Μητροπολίτη Κιέβου και πάσης Ουκρανίας κ. Επιφάνιο, στον οποίο εξέφρασε τον αποτροπιασμό του για τη ρωσική επίθεση και την ολόθυμη συμπαράσταση της Μητρός Εκκλησίας και του ιδίου προσωπικώς προς τον πολύπαθο Ουκρανικό λαό. Επίσης, εξέφρασε τη συμπάθειά του προς τους συγγενείς των θυμάτων και τους τραυματίες της επιθέσεως.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος επικοινώνησε επίσης τηλεφωνικώς το απόγευμα της Δευτέρας, 15 Ιουνίου 2026 και με τον πρόεδρο της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι, καταδικάζοντας τη ρωσική πυραυλική επίθεση εναντίον της ιστορικής Λαύρας του Κιέβου.
Ο Παναγιώτατος έκανε λόγο για πράξη βαρβαρότητας και ασέβειας, και ζήτησε από τον πρόεδρο της Ουκρανίας να μεταφέρει τη συμπαράστασή του προς τον δοκιμαζόμενο από τον πόλεμο Ουκρανικό λαό.
Επίθεση στο μοναστήρι της Λαύρας στο Κίεβο
Υπενθυμίζεται ότι, στις φλόγες τυλίχθηκε τα ξημερώματα της Δευτέρας ο κεντρικός καθεδρικός ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου στη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου, ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της Ορθοδοξίας και της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, μετά από νυχτερινές επιθέσεις με βαλλιστικούς πυραύλους που εξαπολύθηκαν από ρωσικές δυνάμεις κατά του Κιέβου και του Χαρκόβου.
Η Λαύρα των Σπηλαίων, ένα εκτεταμένο και λαβυρινθώδες μοναστηριακό συγκρότημα που φιλοξενεί μερικά από τα πιο σεβαστά ιερά και λείψανα της Ουκρανίας, βρέθηκε για δεύτερη φορά στο στόχαστρο από την έναρξη του πολέμου το 2022 και για τρίτη φορά συνολικά από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ο καθεδρικός ναός, που ανεγέρθηκε τον 11ο αιώνα ως μέρος του μοναστηριακού συνόλου, υπέστη σοβαρές ζημιές, με τον Μητροπολίτη Επιφάνιο, επικεφαλής της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας, να αναφέρει μέσω της πλατφόρμας Χ ότι «η στέγη ενός από τα ιερότερα μέρη του χριστιανικού κόσμου - του Καθεδρικού Ναού της Κοιμήσεως της Λαύρας - καίγεται».
Το μοναστήρι, που ιδρύθηκε το 1051, θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα θρησκευτικά και πολιτιστικά μνημεία της Ουκρανίας. Ανήκει στο ουκρανικό κράτος ως εθνικό πολιτιστικό απόθεμα και αποτελεί Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, με μεγάλο μέρος του να είναι επισκέψιμο από το κοινό.
Από το 2013, η Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία – Πατριαρχείο Μόσχας διατηρεί συμφωνία μίσθωσης για τη χρήση τμήματος του χώρου ως μοναστηριού και κατοικίας ανώτερων κληρικών, ενώ στο παρελθόν φιλοξενούσε έως και 100 μοναχούς.
Το συγκρότημα είναι χτισμένο σε λόφο στις όχθες του ποταμού Δνείπερου και έδωσε το όνομά του στην περιοχή Πετσέρσκι του Κιέβου. Από την ίδρυσή του, το 1051, αποτελεί κεντρικό σημείο αναφοράς της Ορθοδοξίας στην ανατολική Ευρώπη, ενώ μαζί με τον καθεδρικό ναό της Αγίας Σοφίας του Κιέβου έχει ενταχθεί στον κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO από το 1990.
Το μοναστηριακό συγκρότημα έχει χαρακτηριστεί εθνικό ιστορικό και πολιτιστικό μνημείο από το 1996, ενώ το 2007 ανακηρύχθηκε ένα από τα Επτά Θαύματα της Ουκρανίας μέσω ψηφοφορίας ειδικών και του κοινού.
