Ο διορισμός του νέου επικεφαλής της Μοσάντ δεν είναι μια τυπική αλλαγή προσώπου, αλλά ένα μήνυμα για το πώς το κράτος ασφαλείας ανασυντάσσεται μετά την 7η Οκτωβρίου.
Η επιλογή ως πολιτική δήλωση
Να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Δεν μιλάμε για μια «γραφειοκρατική» εναλλαγή. Το Reuters μετέδωσε ότι το Γραφείο του Πρωθυπουργού ανακοίνωσε την έγκριση του διορισμού του Γκόφμαν ως νέου επικεφαλής της Μοσάντ, μετά την επικύρωση από επιτροπή ανώτερων διορισμών· η ανάληψη καθηκόντων τοποθετείται χρονικά στον Ιούνιο, με τις ισραηλινές πηγές να δίνουν συγκεκριμένη ημερομηνία την 2η Ιουνίου, για πενταετή θητεία.
Η αφετηρία είναι επίσης σαφής: η επιλογή ανακοινώθηκε αρχικά τον Δεκέμβριο του 2025, με το Ynetnews να σημειώνει –επικαλούμενο ανακοίνωση του πρωθυπουργικού γραφείου– ότι ο πρωθυπουργός κατέληξε στη συγκεκριμένη υποψηφιότητα ύστερα από συνεντεύξεις με περισσότερους από έναν υποψήφιους και ότι η διαδικασία θα περνούσε από την προβλεπόμενη επιτροπή.
Το ουσιαστικό, όμως, είναι το πολιτικό πλαίσιο: ένα κράτος που υπέστη μια τραυματική αποτυχία ασφάλειας δεν στρέφεται συνήθως σε «ουδέτερες» ή τεχνοκρατικές επιλογές. Αναζητά πρόσωπα που εκπέμπουν βούληση, μάχη, πειθαρχία και –κυρίως– την υπόσχεση αποκατάστασης της αποτροπής. Το Ισραήλ, μετά την 7η Οκτωβρίου, μοιάζει να βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη φάση αναστοχασμού και σκλήρυνσης.
Ένα βιογραφικό που διαβάζεται ως αφήγηση
Ο πυρήνας του βιογραφικού του Γκόφμαν, όπως παρουσιάζεται στα ισραηλινά μέσα, έχει δύο λέξεις-κλειδιά: μετανάστης και μάχιμος. Γεννημένος στη Λευκορωσία, εγκαταστάθηκε στο Ισραήλ με την οικογένειά του το 1990, σε ηλικία 14 ετών, και η στρατιωτική του άνοδος έγινε μέσα από την «σχολή» των τεθωρακισμένων.
Δεν είναι μια λεπτομέρεια. Η προέλευση από τα τεθωρακισμένα –όπως τη σκιαγραφεί το Ynetnews– συνδέεται με μια επαγγελματική κουλτούρα που δίνει έμφαση στην πρωτοβουλία, στη διοίκηση υπό πίεση, στον συνδυασμό τακτικής και επιχειρησιακής σκέψης και, πάνω απ’ όλα, στο «να βγαίνουν οι αποστολές». Στο ίδιο ρεπορτάζ περιγράφονται διαδοχικές θέσεις διοίκησης και επιτελείου: από μάχιμος και διοικητής στα τεθωρακισμένα, μέχρι διοικητής μονάδων και σχηματισμών (μεταξύ άλλων, αναφέρεται διοίκηση τάγματος της 7ης Τεθωρακισμένης Ταξιαρχίας, επιτελικά καθήκοντα ως αξιωματικός επιχειρήσεων στη 36η Μεραρχία, διοίκηση ταξιαρχίας, διοίκηση της 7ης Τεθωρακισμένης, διοίκηση της 210ης Μεραρχίας και διοίκηση του Εθνικού Κέντρου Εκπαίδευσης Χερσαίων Δυνάμεων).
Η 7η Οκτωβρίου είναι το σημείο που κάνει το βιογραφικό του, στη δημόσια σφαίρα, να λειτουργεί ως σύμβολο. Κατά τις αναφορές του The Times of Israel, ο Γκόφμαν –τότε διοικητής του εκπαιδευτικού κέντρου στο Τσεελίμ– έσπευσε προς την περιοχή των επιθέσεων και τραυματίστηκε σοβαρά σε ανταλλαγή πυρών κοντά στη Σντερότ, σε κόμβο κοντά στα σύνορα με τη Γάζα.
Λίγους μήνες αργότερα, το ίδιο μέσο καταγράφει ότι προήχθη στον βαθμό του υποστρατήγου και ανέλαβε καθήκοντα στρατιωτικού γραμματέα του Μπενιαμίν Νετανιάχου – ρόλο που τον καθιστά, πρακτικά, κόμβο διασύνδεσης ανάμεσα στο πολιτικό κέντρο βάρους και στον στρατιωτικό/ασφαλείας μηχανισμό.
Εδώ αξίζει να σταθεί κανείς και σε μια ακόμη πτυχή: πριν ακόμη φτάσει στο σημερινό ορόσημο, είχε ήδη μπει στο επίκεντρο πολιτικο-στρατηγικής συζήτησης. Τον Απρίλιο του 2024, το Times of Israel μετέδωσε ότι ο Γκόφμαν είχε συντάξει κείμενο που υποστήριζε τη διατήρηση ισραηλινού ελέγχου στη Λωρίδα της Γάζας μετά τον πόλεμο, ενώ ο IDF φέρεται να απάντησε πως επρόκειτο για προσωπική θέση και όχι για επίσημη γραμμή.
Γιατί η ισραηλινή Δεξιά τον στηρίζει
Η στήριξη που συγκεντρώνει ο Γκόφμαν από δεξιούς και συντηρητικούς κύκλους στο Ισραήλ δεν εξηγείται μόνο με «κομματικούς» όρους. Εξηγείται με όρους κοινωνικής ψυχολογίας και στρατηγικής αναζήτησης μετά από τραύμα. Όταν μια χώρα βιώνει στρατηγικό σοκ, η απαίτηση δεν είναι «καλύτερη διαχείριση». Είναι αποφασιστικότητα, σαφήνεια σκοπού, θεσμική αυστηρότητα και μια αποτρεπτική γλώσσα που να πείθει φίλους και εχθρούς ότι η επόμενη αποτυχία δεν θα συγχωρεθεί.
Σε αυτό, ο Γκόφμαν λειτουργεί ως σύμβολο: μετανάστης που ενσωματώθηκε μέσω της στρατιωτικής αριστείας, αξιωματικός των τεθωρακισμένων, άνθρωπος του πεδίου, που εμφανίζεται –σύμφωνα με τα ρεπορτάζ– όχι ως προϊόν «κλειστής» καριέρας μέσα σε υπηρεσία πληροφοριών, αλλά ως πρόσωπο που έρχεται απ’ έξω, από τις χερσαίες δομές και την επιχειρησιακή τριβή.
Υπάρχει και ένα δεύτερο επίπεδο: η ισραηλινή Δεξιά, ιδίως μετά το 2023, αντιμετωπίζει με δυσπιστία αυτό που περιγράφει ως «ελίτ» και «βαθύ κράτος». Το Ynetnews αποδίδει σε επικριτές του διορισμού την άποψη ότι ο Νετανιάχου επιλέγει «επιθετικούς» και ιδεολογικά συγγενείς «outsiders» ακριβώς για να συγκρουστεί με παγιωμένα δίκτυα επιρροής.
Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η δυσπιστία δεν είναι μονολιθική. Σύμφωνα με έρευνα του Institute for National Security Studies που αφορούσε ειδικά το αν η απόφαση για τον διορισμό Γκόφμαν ελήφθη πρωτίστως με κριτήριο την ασφάλεια και το εθνικό συμφέρον, μόνο το ένα τρίτο (33%) του κοινού απάντησε καταφατικά (τον Δεκέμβριο του 2025), ενώ καταγράφεται έντονη πολιτική απόκλιση: στη δεξιά παράταξη το ποσοστό έφτανε το 56%, έναντι μόλις 11% στο κέντρο-αριστερά.
Αυτό μας οδηγεί σε μια λεπτή αλλά κρίσιμη διάκριση: η δεξιά στήριξη προς τον Γκόφμαν δεν είναι απλώς «υπέρ του πρωθυπουργού». Είναι, σε μεγάλο βαθμό, υπέρ μιας ανάγνωσης που λέει πως, σε εποχές υπαρξιακής απειλής, η χώρα χρειάζεται ανθρώπους που πιστεύουν στην ισχύ, σκέφτονται αποτρεπτικά και δεν φοβούνται το πολιτικό κόστος.
Η κριτική από το κέντρο και το κατεστημένο ασφαλείας
Η κριτική, ωστόσο, δεν πρέπει να υποτιμηθεί – ούτε να γελοιοποιηθεί. Έχει σοβαρές πτυχές, που αξίζουν να παρουσιαστούν καθαρά.
Πρώτη ένσταση: ο Γκόφμαν είναι υπερβολικά κοντά στον Νετανιάχου, αφού υπηρετεί ως στρατιωτικός του γραμματέας. Αυτό δημιουργεί –λένε οι επικριτές– τον κίνδυνο η Μοσάντ να εκληφθεί ως προέκταση του πρωθυπουργικού γραφείου.
Δεύτερη ένσταση: δεν προέρχεται από τον σκληρό πυρήνα των υπηρεσιών πληροφοριών. Το Times of Israel σημειώνει ότι η υποψηφιότητά του προσέλκυσε επικρίσεις (σε ισραηλινά μέσα) πως δεν διαθέτει το «παραδοσιακά απαιτούμενο» υπόβαθρο επιχειρησιακής και πληροφοριακής εμπειρίας για την ηγεσία μιας τέτοιας υπηρεσίας.
Τρίτη ένσταση: υπάρχει η υπόνοια «πολιτικοποίησης» και πιθανής εσωτερικής αναστάτωσης. Το Ynetnews μεταδίδει δυσαρέσκεια στο εσωτερικό της υπηρεσίας, αναφορές για παρακάμψη υποψηφίων που συνδέονταν με τη γραμμή της ηγεσίας της Μοσάντ, ακόμη και προβλέψεις για παραιτήσεις. Σημαντικότερο, ο ίδιος ο απερχόμενος διευθυντής της Μοσάντ Νταβίντ Μπαρνέα, που αρχικά δεν είχε ταχθεί δημόσια ενάντια στην υποψηφιότητα, εναντιώθηκε ρητά στον διορισμό όταν κλήθηκε να καταθέσει ενώπιον της επιτροπής αξιολόγησης - αμφισβητώντας εκεί την ακεραιότητά του και αποκαλώντας τον τελικά δημόσια «πρόσωπο που κάνει κατάχρηση εξουσίας».
Ο διορισμός εγκρίθηκε επίσημα στις 12 Απριλίου 2026, και ενώ η προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο έχει ήδη κατατεθεί, αναλυτές εκτιμούν ότι είναι εξαιρετικά απίθανο να ανατρέψει την απόφαση –στοιχείο που δείχνει πως οι θεσμικές αντιστάσεις δοκιμάστηκαν, αλλά δεν επικράτησαν.
Η δοκιμασία των επιχειρημάτων και το θεσμικό ζητούμενο
Εδώ είναι το δύσκολο σημείο για κάθε σοβαρή κεντροδεξιά ανάλυση: να ξεχωρίσεις την ουσία από το αντανακλαστικό, χωρίς να κλείσεις τα μάτια ούτε στη στρατηγική ανάγκη ούτε στη θεσμική τάξη.
Πρώτον, το επιχείρημα «είναι άνθρωπος του Νετανιάχου, άρα προβληματικός» ακούγεται εύηχο, αλλά είναι, από μόνο του, ανεπαρκές. Σε κάθε κράτος που βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση, ο πολιτικός προϊστάμενος της εθνικής ασφάλειας θέλει πρόσωπα εμπιστοσύνης στην κορυφή: όχι για να υποκαταστήσουν τους θεσμούς, αλλά για να εξασφαλίσουν στρατηγική συνοχή.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει σχέση εμπιστοσύνης, αλλά αν υπάρχει δικλείδα επαγγελματισμού: συνέπεια κανόνων, προστασία πηγών, ικανότητα συνεργασίας με συμμάχους, και πειθαρχία στην αποστολή. Και εδώ τα δεδομένα που επικαλείται το πρωθυπουργικό γραφείο –μέσω ισραηλινών ρεπορτάζ– δίνουν ένα πλαίσιο: παρουσιάζουν τον Γκόφμαν ως αξιωματικό που, στη θέση του στρατιωτικού γραμματέα, διατηρούσε διαρκή συντονισμό με τις υπηρεσίες πληροφοριών. Στο ίδιο πλαίσιο, ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ, αντιστράτηγος Eyal Zamir, στήριξε ρητά τον διορισμό μιλώντας για «διακεκριμένη στρατιωτική σταδιοδρομία».
Δεύτερον, το επιχείρημα «δεν είναι άνθρωπος των μυστικών υπηρεσιών» είναι σοβαρότερο, αλλά όχι καταδικαστικό. Η ηγεσία μιας υπηρεσίας όπως η Μοσάντ δεν είναι μόνο τεχνική. Είναι στρατηγική, διοικητική και πολιτική – με την καλή έννοια: αξιολόγηση απειλών, επιλογή προτεραιοτήτων, συντονισμός, καθορισμός κουλτούρας και, τελικά, ανάληψη ευθύνης. Και επιπλέον, η επιλογή στρατιωτικού δεν είναι πρωτοφανής. Το Times of Israel θυμίζει περιπτώσεις όπως ο Meir Dagan και ο Danny Yatom, στρατηγοί που ανέλαβαν τη Μοσάντ σε άλλες εποχές -με διαφορετικό επιχειρησιακό υπόβαθρο ο καθένας- ενώ η Jerusalem Post αναλύει ιστορικά ότι άλλοι «outsiders» πέτυχαν και άλλοι απέτυχαν – άρα το κριτήριο είναι η ικανότητα προσαρμογής και η ομάδα διοίκησης που θα συγκροτηθεί.
Τρίτον, η κατηγορία «η Δεξιά θέλει να αλώσει τους θεσμούς ασφαλείας» συχνά λειτουργεί ως πολιτικός μεγεθυντικός φακός. Δεν είναι ανύπαρκτος κίνδυνος, αλλά δεν αποδεικνύεται από την επιλογή και μόνο. Αν κάτι δείχνει η ίδια η διαδικασία, είναι ακριβώς ότι ο διορισμός κρίθηκε, ελέγχθηκε και συνοδεύτηκε από εσωτερικές διαφωνίες.
Τι να περιμένουμε από τη διοίκηση Γκόφμαν
Εδώ χρειάζεται καθαρή διάκριση ανάμεσα σε γεγονός και εκτίμηση. Το γεγονός είναι ότι αναλαμβάνει σε στιγμή κατά την οποία, ακόμη και σε επίπεδο κοινωνικής αντίληψης, το Ιράν και πολλαπλά μέτωπα βρίσκονται ψηλά στην κλίμακα ανησυχίας, ενώ οι πολώσεις για το «πόσο πολιτικοποιημένοι» είναι οι θεσμοί συνυπάρχουν με τη γενική απαίτηση αποτελεσματικότητας. Η εκτίμηση είναι το πώς θα μεταφραστεί αυτό σε διοίκηση.
Είναι πιθανό να δούμε πιο επιχειρησιακό και λιγότερο «τεχνικό» ύφος ηγεσίας, με μεγαλύτερη πίεση για μετρήσιμα αποτελέσματα και λιγότερη ανοχή σε εσωτερική αυτάρκεια. Αυτή η προσδοκία δεν είναι αβάσιμη: από τον τρόπο που παρουσιάζεται η διαδρομή του, ο Γκόφμαν έρχεται από κουλτούρα διοίκησης σχηματισμών και όχι από κουλτούρα υπηρεσιακής ιεραρχίας με μακρά «εσωτερική» κοινωνικοποίηση.
Είναι επίσης πιθανό να δώσει ισχυρή έμφαση σε φακέλους υψηλής στρατηγικής πίεσης – και ειδικά στο ιρανικό σκέλος και στο πλέγμα των αντιπροσώπων του. Δεν είναι απλά πρόγνωση, είναι στοιχειώδης ανάγνωση προτεραιοτήτων που καταγράφονται και σε μετρήσεις ανησυχίας αλλά και στη δημόσια συζήτηση περί αποτροπής.
Σε διοικητικό επίπεδο, το μεγάλο στοίχημα θα είναι η ισορροπία ανάμεσα σε στενότερη σύνδεση πολιτικής ηγεσίας – στρατηγικής πληροφόρησης και στη διατήρηση της επαγγελματικής αυτονομίας που χρειάζεται μια υπηρεσία πληροφοριών για να μην μετατραπεί σε μηχανισμό «επιβεβαίωσης» πολιτικών προτιμήσεων. Η ίδια η κριτική που καταγράφει το Ynetnews –περί «ανθρώπου του ναι», πιθανών παραιτήσεων και δυσαρέσκειας από την παράκαμψη εσωτερικών υποψηφίων– δείχνει το πεδίο τριβής που έχει μπροστά του.
Και βέβαια, υπάρχει ένα επιπλέον στρώμα: η επιλογή του, ως συμβόλου, δημιουργεί προσδοκίες «αποκατάστασης». Αυτό μπορεί να είναι προτέρημα – αλλά και παγίδα. Προτέρημα, γιατί σε περιόδους πολέμου η κοινωνία συσπειρώνεται γύρω από πρόσωπα που ενσαρκώνουν αποστολή. Παγίδα, γιατί η συμβολική φόρτιση μπορεί να οδηγήσει είτε σε υπεραντίδραση είτε σε σκληρότητα χωρίς ακρίβεια.
Ο Ρόμαν Γκόφμαν μπορεί να αποδειχθεί είτε ο άνθρωπος που θα θέσει ως σύμβολο την ανασυγκρότηση της ισραηλινής αποτροπής είτε μια αμφιλεγόμενη επιλογή που θα δοκιμαστεί από την πραγματικότητα και τις εσωτερικές αντιστάσεις. Τα δεδομένα του διορισμού –έγκριση από επιτροπή, υπογραφή διορισμού, σαφής ημερομηνία ανάληψης και πενταετής θητεία– είναι πλέον καταγεγραμμένα.
Αλλά το βαθύτερο νόημα δεν βρίσκεται στα διοικητικά. Βρίσκεται στο τι λέει το Ισραήλ για τον εαυτό του μετά την 7η Οκτωβρίου: ότι δεν ψάχνει απλώς «καλούς διαχειριστές», αλλά πρόσωπα που εκπέμπουν βούληση, πίστη στην κρατική αποστολή και ετοιμότητα για σύγκρουση σε ένα περιβάλλον όπου η απειλή δεν είναι θεωρητική. Και εδώ η επιλογή Γκόφμαν –με όλα τα υπέρ και τα ρίσκα της– μοιάζει να λειτουργεί ως πολιτική και στρατηγική δήλωση.
* Ο Γιαακώβ Χαλιώτης είναι ιδρυτής της συμβουλευτικής εταιρείας Group of Verified Intelligence και τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια ζει και εργάζεται στο Λονδίνο, στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στη διάρκεια της επαγγελματικής του πορείας έχει δραστηριοποιηθεί σε μια σειρά από μεγάλους οργανισμούς, όπου ηγήθηκε ομάδων ψηφιακής επικοινωνίας, αξιοποιώντας digital analytics και insights, ώστε Διευθύνοντες Σύμβουλοι, Γενικοί Διευθυντές και ακόμα Υπουργοί της βρετανικής κυβέρνησης να μπορούν να λαμβάνουν τεκμηριωμένες και αποτελεσματικές αποφάσεις. Έχει διατελέσει Digital Strategy Manager στο National Lottery του Ηνωμένου Βασιλείου κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του Ρίο το 2016, εργάστηκε στο Υπουργείο Παιδείας της Αγγλίας την περίοδο της πανδημίας και, στη συνέχεια, ανέλαβε τον ρόλο του Global Brand Analytics Lead στη Shell, την πετρελαϊκή εταιρεία. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κύπρο, με καταγωγή από την Κεφαλονιά. Είναι ενεργό μέλος του Jewish Diplomatic Corps του Παγκόσμιου Εβραϊκού Συνεδρίου, όπου συμβάλλει στην παγκόσμια εβραϊκή διπλωματική δράση, με έμφαση στην αντιμετώπιση του αντισημιτισμού και του αντισιωνισμού.
