Ο πόλεμος στην Ουκρανία θα συνεχιστεί - Μακρινό το ενδεχόμενο βιώσιμης ειρήνης
The Associated Press. All rights reserved
The Associated Press. All rights reserved
ΕΥ Geostrategic Analysis

Ο πόλεμος στην Ουκρανία θα συνεχιστεί - Μακρινό το ενδεχόμενο βιώσιμης ειρήνης

Η συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία, με διακυμάνσεις ανάμεσα σε περιόδους χαμηλότερης έντασης και σε παρατεταμένες επιχειρήσεις υψηλής έντασης, αποτελεί το βασικό σενάριο που καταγράφει η EY-Parthenon στη γεωστρατηγική ανάλυσή της για τον Ιούλιο του 2026.

Στην έκθεση «Geostrategic Analysis, July 2026», η EY αναφέρει ότι οι γραμμές του μετώπου εξακολουθούν να μεταβάλλονται, ενώ το Κίεβο έχει πετύχει το τελευταίο διάστημα περιορισμένα εδαφικά κέρδη. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στην αύξηση των επιθέσεων με μη επανδρωμένα αεροσκάφη κατά των ρωσικών γραμμών ανεφοδιασμού και στην ταχεία επέκταση της ουκρανικής αμυντικής παραγωγής.

Κατά την EY, η ενίσχυση των ουκρανικών δυνατοτήτων στα drones και στην εγχώρια παραγωγή οπλικών συστημάτων επηρεάζει ήδη τη λειτουργία του ρωσικού στρατιωτικού μηχανισμού. Οι επιθέσεις κατά των γραμμών εφοδιασμού συνδέονται με την προσπάθεια του Κιέβου να δυσχεράνει τη μεταφορά προσωπικού, πυρομαχικών και εξοπλισμού προς τις ρωσικές δυνάμεις στο μέτωπο. Η έκθεση προβλέπει ότι η Ουκρανία θα συνεχίσει να πραγματοποιεί επιθέσεις μεγάλου βεληνεκούς με drones εναντίον κρίσιμων υποδομών βαθύτερα μέσα στη ρωσική επικράτεια. Η τάση αυτή, σύμφωνα με την EY, σηματοδοτεί διεύρυνση του επιχειρησιακού θεάτρου του πολέμου.

Η σύγκρουση, υπό αυτή την έννοια, δεν περιορίζεται πλέον στις γραμμές αντιπαράθεσης στην ανατολική και νότια Ουκρανία. Τα ουκρανικά πλήγματα μεταφέρουν μέρος της στρατιωτικής πίεσης σε υποδομές και εγκαταστάσεις στο εσωτερικό της Ρωσίας, αυξάνοντας την αβεβαιότητα γύρω από την επόμενη φάση των επιχειρήσεων.

Τα δύο βασικά σενάρια

Για το άμεσο μέλλον, η EY εκτιμά ότι οι εξελίξεις θα κινούνται ανάμεσα σε δύο κύρια σενάρια. Το πρώτο αφορά μια ελεγχόμενη σύγκρουση χαμηλότερης έντασης. Το δεύτερο αφορά τη διατήρηση ενός πολέμου υψηλής έντασης και μεγάλης διάρκειας.

Η έκθεση δεν θεωρεί πιθανή μια γρήγορη λήξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Αντίθετα, παρουσιάζει τον πόλεμο ως μια σύγκρουση που θα συνεχίσει να μεταβάλλεται ως προς την ένταση, χωρίς να οδηγείται άμεσα σε σταθερή πολιτική διευθέτηση.

Παράλληλα, η EY διαπιστώνει ότι το ενδεχόμενο κλιμάκωσης, αν και παραμένει περιορισμένο, γίνεται περισσότερο πιθανό. Η Ρωσία, σύμφωνα με την έκθεση, θα μπορούσε να επιδιώξει να επιδείξει στρατιωτική ισχύ ως απάντηση στην αυξανόμενη εξωτερική πίεση και στις εσωτερικές οικονομικές δυσκολίες. Η ανάλυση δεν προσδιορίζει τη μορφή μιας πιθανής ρωσικής κλιμάκωσης. Καταγράφει, ωστόσο, ότι η πίεση στο στρατιωτικό και οικονομικό επίπεδο θα μπορούσε να οδηγήσει τη Μόσχα σε κινήσεις που θα είχαν ως στόχο την επίδειξη αποφασιστικότητας και ισχύος.

Απομακρυσμένη η βιώσιμη ειρήνη

Ακόμη λιγότερο πιθανό θεωρεί η EY το σενάριο μιας βιώσιμης ειρηνευτικής συμφωνίας. Η έκθεση αναφέρει ότι ενδέχεται να εμφανιστούν ανοίγματα για συνομιλίες ή διερευνητικές διαπραγματεύσεις. Εκτιμά, όμως, ότι τέτοιες διαδικασίες δύσκολα θα οδηγήσουν σε αποτελέσματα με διάρκεια.

Η θέση αυτή στηρίζεται στη διαπίστωση της EY ότι και οι δύο πλευρές εμφανίζονται διατεθειμένες να συνεχίσουν τον πόλεμο, παρά τις αυξανόμενες πιέσεις στο εσωτερικό τους. Οι πιθανές διπλωματικές επαφές δεν παρουσιάζονται ως προάγγελος συνολικής συμφωνίας. Η EY τις αντιμετωπίζει περισσότερο ως περιορισμένες προσπάθειες αποκλιμάκωσης ή διερεύνησης των προθέσεων των δύο πλευρών, χωρίς να προβλέπει οριστική διευθέτηση της σύγκρουσης.

Η Ευρώπη παραμένει ο βασικός υποστηρικτής της Ουκρανίας

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στον ρόλο της Ευρώπης. Σύμφωνα με την EY, οι ευρωπαϊκές χώρες αναμένεται να παραμείνουν η κύρια πηγή εξωτερικής βοήθειας προς την Ουκρανία. Η έκθεση συνδέει τη συνέχιση της δυτικής υποστήριξης με τις αποφάσεις του ΝΑΤΟ και με την προσπάθεια ενίσχυσης των ευρωπαϊκών αμυντικών δυνατοτήτων. Η στήριξη προς το Κίεβο συνδυάζεται με την ενίσχυση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας και με την αύξηση της ευρωπαϊκής στρατιωτικής ετοιμότητας.

Κατά την EY, η πιθανή συνέχιση του πολέμου θα διατηρήσει υψηλή τη ζήτηση για αμυντικά προϊόντα, συστήματα και τεχνολογίες. Παράλληλα, θα συνεχίσει να στηρίζει κρατικές πολιτικές υπέρ της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας. Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να επιταχύνει τις επενδύσεις και τις συνεργασίες σε τομείς που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με την άμυνα. Η EY αναφέρεται ειδικά στην προηγμένη μεταποίηση, στις μεταφορές, στην τεχνολογία, στην ενέργεια, στις κρίσιμες υποδομές και στις τεχνολογίες διττής χρήσης.

Στενότερη σύνδεση ευρωπαϊκής και ουκρανικής αμυντικής βιομηχανίας

Η EY προβλέπει επίσης βαθύτερη ενσωμάτωση της ουκρανικής αμυντικής βιομηχανίας στις ευρωπαϊκές παραγωγικές και τεχνολογικές δομές.

Η διαδικασία αυτή θα στηριχθεί σε κοινές επιχειρήσεις, συμπαραγωγές και μεταφορά τεχνολογίας. Ως παραδείγματα η έκθεση αναφέρει τις πρωτοβουλίες συνεργασίας της Ουκρανίας με τη Γαλλία και τη Γερμανία.

Η EY εκτιμά ότι οι συνεργασίες αυτές θα επιτρέψουν τη μεταφορά ουκρανικής τεχνογνωσίας προς ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Η εμπειρία που έχει αποκτήσει η Ουκρανία στην ανάπτυξη και χρήση νέων αμυντικών τεχνολογιών αναμένεται να ενσωματωθεί σταδιακά στην ευρωπαϊκή παραγωγή.

Παράλληλα, η σύνδεση των δύο αμυντικών βιομηχανιών αναμένεται να μεταβάλει τις ευρωπαϊκές εφοδιαστικές αλυσίδες. Η παραγωγή, η συντήρηση, η έρευνα και η προμήθεια κρίσιμων εξαρτημάτων θα οργανώνονται όλο και περισσότερο μέσα από κοινά ευρωπαϊκά και ουκρανικά δίκτυα.

Κίνδυνοι από ρωσικές υβριδικές ενέργειες

Η έκθεση αναφέρεται και στις ρωσικές υβριδικές ενέργειες στις χώρες του ΝΑΤΟ. Σύμφωνα με την EY, οι ενέργειες αυτές θα συνεχίσουν να δημιουργούν κινδύνους για επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Μεγαλύτερη έκθεση εντοπίζεται στις επιχειρήσεις που βρίσκονται σε χώρες κοντά στα ουκρανικά σύνορα. Η EY δεν εξειδικεύει τις μορφές των υβριδικών ενεργειών, τις εντάσσει όμως στους παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον επιχειρηματικό σχεδιασμό. Για τον λόγο αυτό, η έκθεση προτείνει στις επιχειρήσεις να αναπτύξουν διαφορετικά σενάρια για την εξέλιξη του πολέμου. Ο σχεδιασμός αυτός πρέπει να περιλαμβάνει τις συνέπειες στις επενδύσεις, στις υποδομές, στις αλυσίδες εφοδιασμού και στη λειτουργία των εταιρειών.

Η συνολική εικόνα που παρουσιάζει η EY είναι εκείνη ενός πολέμου με διάρκεια, μεταβαλλόμενη ένταση και ευρύτερες οικονομικές και βιομηχανικές επιπτώσεις. Η συνέχισή του αναμένεται να ενισχύσει την ευρωπαϊκή αμυντική παραγωγή, να εμβαθύνει τη συνεργασία της Ευρώπης με την ουκρανική αμυντική βιομηχανία και να διατηρήσει υψηλό το επίπεδο γεωπολιτικού και επιχειρηματικού κινδύνου.