Την ανησυχία αλλά και τις αμφιβολίες του για την «επόμενη μέρα» στο Ιράν εξέφρασε ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, επισημαίνοντας ότι οι ΗΠΑ «δεν έχουν πραγματικά διατυπωμένη στρατηγική σχετικά με τη μελλοντική πολιτική ηγεσία» της χώρας.
Ο καγκελάριος απέκλεισε το ενδεχόμενο στρατιωτικής εμπλοκής της Γερμανίας στις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις, ενώ υπερασπίστηκε τόσο την Ισπανία όσο και τη Βρετανία μετά την κριτική που τους άσκησε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ. Ζήτησε επίσης ταχεία σύναψη εμπορικής συμφωνίας μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ.
«Αν το καθεστώς στο Ιράν πράγματι τελειώσει, αυτό θα είναι καλή είδηση για τους Ιρανούς αλλά και για όλον τον κόσμο», δήλωσε ο Φρίντριχ Μερτς μετά τη συνάντηση που είχε χθες Τρίτη το βράδυ (ώρα Ελλάδος) με τον Αμερικανό πρόεδρο στην Ουάσιγκτον.
«Το Ιράν, όπως όλοι οι γείτονές του, πρέπει να αναγνωρίσει το δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ και να τερματίσει τα πυρηνικά και πυραυλικά του προγράμματα. Η Γερμανία και η Ευρώπη θα ήταν έτοιμες να εμπλακούν στη χώρα και να τη βοηθήσουν να ανακάμψει οικονομικά», τόνισε ο καγκελάριος και ανέδειξε με έμφαση τη σημασία ενός σχεδίου για την «επόμενη μέρα» στη χώρα, εφόσον καταρρεύσει η σημερινή ηγεσία.
«Είναι απαραίτητο να σκεφτούμε πέρα από το άμεσο μέλλον και να αρχίσουμε να εργαζόμαστε τώρα σε μια ατζέντα για ένα μετασχηματισμένο Ιράν», τόνισε, παραδέχθηκε ωστόσο ότι κατά τις σημερινές του συνομιλίες σχημάτισε την εντύπωση ότι «οι ΗΠΑ δεν έχουν πραγματικά διατυπωμένη στρατηγική σχετικά με τη μελλοντική ηγεσία» του Ιράν και πρόσθεσε ότι επιστρέφοντας στη Γερμανία θα έχει τηλεφωνική συνομιλία με τον πρωθυπουργό του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου για το ίδιο θέμα.
Σε αντίθεση με την από κοινού με τον Ντόναλντ Τραμπ εμφάνιση στο Οβάλ Γραφείο του Λευκού Οίκου, στις συνεντεύξεις που έδωσε αργότερα ο κ. Μερτς στα ARD και ZDF και στους Γερμανούς δημοσιογράφους που τον συνοδεύουν στις ΗΠΑ υπερασπίστηκε τόσο την Ισπανία όσο και τη Βρετανία που είχαν λίγο νωρίτερα βρεθεί στο στόχαστρο του προέδρου Τραμπ.
«Του είπα: Πρώτον, η Ισπανία είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ως εκ τούτου θα διαπραγματευτούμε μια τελωνειακή συμφωνία με τις ΗΠΑ μόνο από κοινού ή καθόλου», δήλωσε ο κ. Μερτς και προειδοποίησε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα απαντήσει ενιαία σε τυχόν τιμωρητικά μέτρα κατά της Ισπανίας.
Χαρακτήρισε επίσης άδικη την κριτική του Ντόναλντ Τραμπ προς τον Βρετανό πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ: Η συνεισφορά της Βρετανίας είναι «πραγματικά μεγάλη, πραγματικά πολύτιμη» για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, τόνισε ο καγκελάριος, αναφερόμενος σε όσα είπε στον οικοδεσπότη του στην κατ'ιδίαν συνάντηση που ακολούθησε τις συνομιλίες στο Οβάλ Γραφείο.
Νωρίτερα, ενώπιον του Τύπου, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε δηλώσει ότι έχει δώσει εντολή να διακοπούν οι εμπορικές σχέσεις με την Ισπανία, λόγω της άρνησης της κυβέρνησης Σάντσεθ να επιτρέψει στις ΗΠΑ να χρησιμοποιήσουν τις βάσεις της για τις επιθέσεις τους στο Ιράν. Επιπλέον, η Ισπανία δεν είναι διατεθειμένη να αυξήσει τις αμυντικές της δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ της. Ο κ. Μερτς περιορίστηκε να δηλώσει ότι θα προσπαθήσει να πείσει την κυβέρνηση να συνταχθεί με τους υπόλοιπους συμμάχους, επισημαίνοντας ότι η Ισπανία «είναι η μόνη χώρα που δεν είναι διατεθειμένη να το αποδεχτεί και πρέπει να συμμορφωθεί».
Ο κ. Μερτς απέκλεισε εκ νέου το ενδεχόμενο γερμανικής στρατιωτικής υποστήριξης στις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις εναντίον του Ιράν και διαβεβαίωσε ότι δεν έχει καν διατυπωθεί ανάλογο αίτημα είτε από τις ΗΠΑ είτε από το Ισραήλ.
«Εξήγησα στον πρόεδρο Τραμπ ότι, σύμφωνα με το γερμανικό Σύνταγμα, η ανάπτυξη της Bundeswehr επιτρέπεται μόνο για την εθνική ή την συμμαχική άμυνα και μόνο εντός συλλογικού πλαισίου ασφάλειας, ενώ απαιτείται η έγκριση του Ομοσπονδιακού Κοινοβουλίου, κάτι που δεν τίθεται αυτή τη στιγμή ούτε καν υπό συζήτηση», διευκρίνισε ο καγκελάριος.
Αναφερόμενος στην εκκρεμότητα με τη σύναψη εμπορικής συμφωνίας της ΕΕ με τις ΗΠΑ, ο Φρίντριχ Μερτς επισήμανε ότι οι αβεβαιότητες που προκαλούνται από τη διαμάχη για τους δασμούς επιβαρύνουν τη βιομηχανία και στις πλευρές του Ατλαντικού, ενώ, όπως είπε, μια πειστική και σταθερή συμφωνία θα έδινε, αντιθέτως, ισχυρή ώθηση στις διατλαντικές σχέσεις.
