Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου θα συναντηθεί σήμερα στον Λευκό Οίκο με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, σε μια περίοδο όπου οι δύο ηγέτες εμφανίζονται να διαφωνούν ως προς τη στρατηγική έναντι του Ιράν, αλλά εξακολουθούν να αναζητούν κοινό έδαφος σε κρίσιμα ζητήματα της Μέσης Ανατολής.
Σύμφωνα με τους Times of Israel, ο Νετανιάχου αναμένεται να παρουσιάσει νέα στοιχεία για την αποκατάσταση των στρατιωτικών και πυρηνικών δυνατοτήτων του Ιράν υπό τον νέο ανώτατο ηγέτη Μοτζταμπά Χαμενεΐ, επιδιώκοντας αυστηρότερη στάση από την Ουάσινγκτον. Ωστόσο, ο Τραμπ εξακολουθεί να δίνει προτεραιότητα στη διπλωματική οδό και στις έμμεσες διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη.
Το δημοσίευμα επισημαίνει ότι η επιρροή του Νετανιάχου στον Αμερικανό πρόεδρο έχει περιοριστεί τους τελευταίους μήνες, καθώς η Ουάσινγκτον προχώρησε σε αποφάσεις που δεν ευθυγραμμίζονταν με τις ισραηλινές επιδιώξεις, όπως η διακοπή της στρατιωτικής εκστρατείας κατά του Ιράν, η υπογραφή μνημονίου που προκαλεί ανησυχία στο Ισραήλ για τον Λίβανο, καθώς και η πρόθεση πώλησης μαχητικών F-35 στην Τουρκία.
Οι διαφορετικές προτεραιότητες των δύο ηγετών ενισχύονται και από τις επικείμενες εκλογικές αναμετρήσεις. Ο Νετανιάχου επιδιώκει μια πιο αποφασιστική αντιμετώπιση του Ιράν, ώστε να εμφανίσει απτά αποτελέσματα στους Ισραηλινούς ψηφοφόρους πριν από τις βουλευτικές εκλογές του Οκτωβρίου. Αντίθετα, ο Τραμπ επιδιώκει μια συμφωνία που θα περιορίσει την ένταση στην περιοχή και θα συμβάλει στη σταθεροποίηση των ενεργειακών τιμών ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ.
Παρά τις διαφωνίες για το Ιράν, οι δύο πλευρές εμφανίζονται περισσότερο ευθυγραμμισμένες ως προς τις εξελίξεις στη Γάζα και τον Λίβανο. Στο τραπέζι αναμένεται να βρεθούν τα αμερικανικά σχέδια για τη σταδιακή αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων, την ανάπτυξη διεθνών ή λιβανικών δυνάμεων ασφαλείας και τον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ και της Χαμάς, με το Ισραήλ να επιδιώκει σαφείς δεσμεύσεις ότι θα μπορεί να αναλάβει στρατιωτική δράση εάν οι συμφωνίες παραβιαστούν.
Σημαντικό μέρος των συνομιλιών αναμένεται να αφιερωθεί και στις προοπτικές διεύρυνσης των Συμφωνιών του Αβραάμ, με επίκεντρο την πιθανότητα εξομάλυνσης των σχέσεων μεταξύ Ισραήλ και Σαουδικής Αραβίας. Η Ουάσινγκτον θεωρεί ότι η περιφερειακή συνεργασία απέναντι στο Ιράν δημιουργεί νέες προϋποθέσεις για πρόοδο, ενώ το Ισραήλ βλέπει την εξομάλυνση με το Ριάντ ως στρατηγικό στόχο με σημαντικά γεωπολιτικά και οικονομικά οφέλη.
Παρότι παραμένει αβέβαιο αν η συνάντηση θα οδηγήσει σε ουσιαστική μεταβολή της αμερικανικής πολιτικής έναντι του Ιράν, εκτιμάται ότι θα αποτελέσει ευκαιρία για τον καθορισμό κοινών «κόκκινων γραμμών» και πλαισίου συντονισμού μεταξύ Ουάσινγκτον και Ιερουσαλήμ για τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.
