Σύμφωνα με δημοσίευμα του Guardian, οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης κατέρρευσαν όχι μόνο λόγω πολιτικών διαφορών, αλλά και εξαιτίας βαθιάς άγνοιας, παρερμηνειών και ανορθόδοξων χειρισμών από την αμερικανική πλευρά.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί μια ασυνήθιστη πρόταση του ειδικού απεσταλμένου του Ντόναλντ Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ, προς τον Ιρανό υπουργό Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί, να συναντηθούν –μαζί με τον Τζάρεντ Κούσνερ– πάνω σε αμερικανικό αεροπλανοφόρο. Η πρόταση θεωρήθηκε από πολλούς εξωπραγματική, καθώς ζητούσε ουσιαστικά από έναν Ιρανό αξιωματούχο να εγκαταλείψει κρίσιμες συνομιλίες για να μεταβεί σε στρατιωτικό μέσο που είχε αναπτυχθεί εναντίον της χώρας του.
Το περιστατικό αυτό αποτυπώνει τον ασυνήθιστο τρόπο με τον οποίο διεξάγονταν οι συνομιλίες επί δύο χρόνια. Ο ίδιος ο Γουίτκοφ παραδέχθηκε ότι δεν είχε εις βάθος γνώση ούτε της Μέσης Ανατολής ούτε των τεχνικών πτυχών του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, αν και υποστήριξε ότι είχε μελετήσει το θέμα επαρκώς.
Πηγές που συμμετείχαν στις διαπραγματεύσεις επισημαίνουν ότι κρίσιμες παρανοήσεις γύρω από τεχνικά ζητήματα –όπως η λειτουργία του Ερευνητικού Αντιδραστήρα της Τεχεράνης και οι ανάγκες εμπλουτισμού ουρανίου– υπονόμευσαν τη διαδικασία. Οι Ιρανοί αξιωματούχοι, μάλιστα, εκτιμούν πλέον ότι οι συνομιλίες λειτούργησαν ως κάλυψη για την ενίσχυση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή.
Παρά τα προβλήματα, στις διαπραγματεύσεις της Γενεύης είχε διαμορφωθεί μια βάση συμφωνίας, την οποία Ευρωπαίοι αξιωματούχοι χαρακτήριζαν βιώσιμη. Σε αντίθεση με τη συμφωνία του 2015, δεν προέβλεπε ρήτρες λήξης, ενώ περιλάμβανε την επιστροφή πλήρους εποπτείας από τον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας. Το Ιράν εμφανιζόταν διατεθειμένο να περιορίσει το απόθεμα εμπλουτισμένου ουρανίου μέσω διαδικασιών που θεωρούνται μη αναστρέψιμες.
Ωστόσο, το βασικό σημείο τριβής παρέμεινε η επιμονή της Τεχεράνης να διατηρήσει το δικαίωμα εμπλουτισμού ουρανίου για μελλοντική χρήση. Αν και πρότεινε μορατόριουμ τριών έως πέντε ετών, η αμερικανική πλευρά –μετά από παρέμβαση του Τραμπ– απαίτησε δεκαετή αναστολή, οδηγώντας σε αδιέξοδο.
Μέχρι το τέλος των συνομιλιών, οι δύο πλευρές είχαν σχεδόν συμφωνήσει ακόμη και σε σημαντική άρση κυρώσεων, φτάνοντας περίπου στο 80%. Παρ’ όλα αυτά, δεν υπεγράφη ουσιαστική συμφωνία, αλλά μόνο μια γενική δήλωση προόδου, γεγονός που ενίσχυσε την αίσθηση επικείμενης σύγκρουσης.
Μια ενδεχόμενη συμφωνία θα μπορούσε να επαναφέρει διεθνείς επιθεωρητές στο Ιράν και να επιλύσει πολλά ανοιχτά ζητήματα, εξέλιξη που τελικά δεν πραγματοποιήθηκε.
