Η αμερικανική κοινότητα πληροφοριών παραδέχεται πλέον ανεπίσημα μια σκληρή πραγματικότητα: οι αρχικές εκτιμήσεις για την καταστροφή των ιρανικών υπόγειων πυραυλικών εγκαταστάσεων ήταν υπερβολικά αισιόδοξες, υποτιμώντας την αντοχή τους κατά τουλάχιστον 50%.
Παρά τις θριαμβολογίες περί «ολοκληρωτικού ελέγχου» του εναέριου χώρου, η αμερικανική αεροπορία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα πρόβλημα που δεν λύνεται μόνο με την τεχνολογία και δεν είναι άλλο από τη γεωλογία.
Η φυσική οχύρωση του γρανίτη
Το στρατηγικό πλεονέκτημα του Ιράν έγκειται στο γεγονός ότι οι «πόλεις των πυραύλων» του δεν είναι απλώς θαμμένες στο χώμα, αλλά σκαμμένες βαθιά κάτω από στρώματα συμπαγούς γρανίτη και άλλων σκληρών πετρωμάτων και αυτή η φυσική θωράκιση καθιστά τις εγκαταστάσεις σχεδόν άτρωτες σε συμβατικές αεροπορικές επιθέσεις.
Ακόμη και η πανίσχυρη βόμβα GBU-57 (Massive Ordnance Penetrator) των 30.000 λιβρών, που μπορεί να διαπεράσει 60 πόδια ενισχυμένου σκυροδέματος, δυσκολεύεται να φτάσει στο απαιτούμενο βάθος όταν έρχεται αντιμέτωπη με τη μάζα ενός βουνού από γρανίτη και οι ΗΠΑ διαθέτουν εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό τέτοιων όπλων (ίσως λιγότερα από 20 πλέον), ενώ η αναπλήρωσή τους απαιτεί χρόνια λόγω της δυσλειτουργίας της αμυντικής βιομηχανίας.
Επιφανειακά πλήγματα και επιχειρησιακή επιβίωση
Λόγω της έλλειψης εξειδικευμένων πυρομαχικών, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ αναγκάζονται να χρησιμοποιούν μικρότερες βόμβες 2.000 λιβρών, αλλά τα αποτελέσματα είναι, στην καλύτερη περίπτωση, επιφανειακά.
«Οι επιθέσεις αυτές το μόνο που καταφέρνουν είναι να προκαλούν μικρές καταρρεύσεις στις εισόδους των τούνελ», σημειώνουν αναλυτές.
Το Ιράν, έχοντας προβλέψει αυτή την εξέλιξη, διατηρεί εκσκαφικό εξοπλισμό εντός των βάσεων, αποκαθιστώντας τις ζημιές σε ελάχιστο χρόνο. Το δίκτυο παραμένει λειτουργικό, επιτρέποντας τη συνεχή παραγωγή και εκτόξευση πυραύλων, ενώ η Ουάσιγκτον συνειδητοποιεί ότι χωρίς τη χρήση πυρηνικών όπλων, η πλήρης εξουδετέρωση αυτών των «πέτρινων φρουρίων» είναι πρακτικά αδύνατη.
Το Ιράν δεν είναι απλώς μια χώρα με στρατό, είναι ένα φυσικό οχυρό, όπου η αμερικανική αεροπορική ισχύς προσκρούει στη σκληρότητα του ίδιου του εδάφους, καταλήγει η ανάλυση του Brandon Weichert στο 1945com.
