Γιατί οι BRICS δεν βοηθούν το Ιράν; 
AP Photo
AP Photo
Γ. Ατσαλάκης

Γιατί οι BRICS δεν βοηθούν το Ιράν; 

Η αίσθηση ότι το μπλοκ των ανερχόμενων δυνάμεων των BRICS θα μπορούσε να σπάσει την αμερικανική ηγεμονία επανέρχεται περιοδικά στη διεθνή συζήτηση. Ωστόσο, η πρόσφατη εμπειρία της διεύρυνσης και των κορυφαίων συναντήσεων, αποδεικνύει ότι το μέγεθος δεν αντιστοιχεί αυτόματα στη συνοχή και αυτός είναι ο βασικός λόγος που, παρά τις υψηλές προσδοκίες, οι BRICS δεν μετασχηματίζουν το διεθνές σύστημα. 

Η ομάδα των «BRICS» των πέντε ιδρυτικών μελών, πέρασε σε μια ευρύτερη συμμαχία με πρόσθετα κράτη (μεταξύ των οποίων η Ιράν, η Αίγυπτος, η Αιθιοπία, τα ΗΑΕ και πρόσφατα η Ινδονησία) σε μια προσπάθεια να διευρύνει την επιρροή του Παγκόσμιου Νότου και να προωθήσει εναλλακτικές θεσμικές λύσεις. Στα χαρτιά, μια εντατικοποιημένη BRICS φαίνεται σαν βασικό υλικό για την «αναδιανομή» της παγκόσμιας τάξης. Αλλά στην πράξη όμως προκύπτουν τρεις θεμελιώδεις παράγοντες που ακυρώνουν ή τουλάχιστον φρενάρουν αυτό το σενάριο.

1. Η διαφοροποίηση συμφερόντων είναι δομική και όχι συγκυριακή: Τα μέλη των BRICS ενώνονται από την απογοήτευση απέναντι σε συγκεκριμένες πτυχές της υπάρχουσας τάξης (περιλαμβανομένης της διαχείρισης θεμάτων όπως το χρέος, η ενεργειακή πολιτική ή ο ρόλος του δολαρίου). Ωστόσο, αυτό το κοινό αίσθημα δεν μεταφράζεται σε ομοιογενή συμφέροντα γεωστρατηγικής και οικονομικής πολιτικής. Η Κίνα και η Ρωσία προωθούν λύσεις που, στην ουσία, αμφισβητούν την ηγεμονία των ΗΠΑ (π.χ. εναλλακτικά συστήματα πληρωμών και ενίσχυση συναλλαγματικής χρήσης μη-δολαρίου). Αντίθετα, χώρες όπως η Ινδία, η Βραζιλία ή η Νότια Αφρική αναζητούν κυρίως «αυτονομία» και ισορροπία, όχι την αντικατάσταση της αμερικανικής τάξης με κινεζική/ρωσική ηγεμονία. Η σύνθετη, και συχνά ανταγωνιστική, γεωπολιτική σύνθεση καθιστά δύσκολη την κοινή δράση σε θέματα που απαιτούν υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης και υλοποίησης.

2. Οικονομικές αλληλεξαρτήσεις και το «δολάριο» ως κανόνας: Παρά τη ρητορική για απο-δολαριοποίηση, πολλές οικονομίες των BRICS εξακολουθούν να εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από την πρόσβαση στις αγορές και το χρηματοπιστωτικό σύστημα των ΗΠΑ, είτε μέσω εξαγωγών, είτε μέσω επενδύσεων, είτε μέσω διεθνών κεφαλαίων. Ο ρόλος του δολαρίου ως μέσου συναλλαγής και αποθεματικού είναι ακόμη κυρίαρχος σε πολλές διαστάσεις του διεθνούς εμπορίου, και η αλλαγή αυτού του καθεστώτος απαιτεί δεκαετίες θεσμικής εμπιστοσύνης και τεχνοοικονομικής υποδομής (π.χ. εναλλακτικά διασυστημικά συστήματα πληρωμών). Αυτό το δομικό στοιχείο περιορίζει την πρόθεση πολλών κυβερνήσεων να ρισκάρουν άμεσα την οικονομική πρόσβαση στην αγορά των ΗΠΑ. Είναι ένα ισχυρό όπλο «εμπλοκής» που εξηγεί γιατί, ακόμη κι όταν επιδοκιμάζουν ρητορικά τις ΗΠΑ, στην πράξη δεν ακολουθούν ριζικά μέτρα.

3. Ηγετικά κενά, τεχνοκρατικά όρια και περιφερειακές αντιφατικότητες: Η επέκταση των χωρών των BRICS έφερε στο τραπέζι κράτη με διαφορετικά καθεστώτα, οικονομικές δομές και περιφερειακές προτεραιότητες. Η είσοδος κρατών-παραγωγών ενέργειας (π.χ. χώρες του Κόλπου) ενισχύει το «οικονομικό βάρος» του μπλοκ, αλλά ταυτόχρονα εισάγει και λογικές που συγκρούονται με την ανάγκη για πολιτική συνοχή απέναντι στη Δύση. Σε πρόσφατες κρίσιμες συναντήσεις, η τελική ανακοίνωση συχνά «αποδυναμώνεται» από επιφυλάξεις ή απουσίες, και οι διακηρύξεις παραμένουν γενικές. Το αποτέλεσμα είναι ένα μπλοκ πιο ευρύ, υποκειμενικά ισχυρότερο στο μέγεθος, αλλά διοικητικά και πολιτικά πιο αδύναμο ως συλλογική οντότητα. 

Δεν πρέπει να υποτιμάται η στρατηγική αξία που προκύπτει από την διεύρυνση. Σε επίπεδο φυσικών πόρων και πλούτου σε ενέργεια, το μπλοκ πλέον συγκεντρώνει σημαντικά αποθέματα και δυνατότητες διαπραγμάτευσης, στοιχείο που, αν χρησιμοποιηθεί συγκροτημένα, μπορεί να μεταβάλει τμήματα της αγοράς ενέργειας και εμπορίου. Aναλύσεις αγορών επισημαίνουν την πιθανή αναδιανομή επιρροής στην ενέργεια και τις πρώτες ύλες που προσφέρει η συμμετοχή χωρών παραγωγής πετρελαίου. 

Επιπλέον, η διεύρυνση δημιουργεί δικτύα συνεργασίας (εμπορικά, χρηματοοικονομικά, πολιτιστικά) που μπορούν να λειτουργήσουν ως «πλατφόρμες» αντίδρασης στις πολιτικές απομονωτισμού ή μονομέρειας, δηλαδή, υποκατάστατα και διαδρομές συνεργασίας που δεν υπήρχαν πριν.

Στην πράξη όμως αυτά δεν είναι αρκετά διότι  στην παγκόσμια πολιτική, η συνοχή και η ικανότητα ταχείας, αποτελεσματικής και αμοιβαία δεσμευτικής δράσης υπερτερούν του μεγέθους. Μια ομάδα με 10 μέλη που διχάζεται δεν παρουσιάζει πάντοτε μεγαλύτερη ισχύ από μια μικρότερη αλλά ενιαία συμμαχία. Η εμπειρία των τελευταίων συνεδρίων των BRICS δείχνει ότι, όταν έρχονται κρίσιμες αποφάσεις (νομίσματα, χρηματοπιστωτικές υποδομές, στρατιωτικές εγγυήσεις), οι διαφορετικές προτεραιότητες και οι αμοιβαίες επιφυλάξεις μεγεθύνονται και το αποτέλεσμα είναι στασιμότητα, και όχι ανατροπή.

Η ομάδα BRICS έχει μεταβληθεί καθώς έγινε ευρύτερη και πιο σημαντική σε συγκεκριμένους τομείς (ενέργεια, πρώτες ύλες, δικτύωση χωρών του Παγκόσμιου Νότου) αλλά δεν αποτελεί σήμερα το στιβαρό «αντίβαρο» προς την Δύση, που μερικοί προέβλεπαν. Η πραγματική πρόκληση για το μπλοκ είναι η μετάβαση από συλλογικές δηλώσεις και συμβολικές πράξεις σε δεσμευτικές, λειτουργικές δομές συνεργασίας που θα αποδείξουν εμπιστοσύνη μεταξύ των μελών για λειτουργική και τεχνοκρατική συνοχή. Μέχρι να τα αποκτήσουν, το διεθνές σύστημα θα παραμείνει, παρά τις αναταράξεις, δομημένο γύρω από δυνάμεις που συνεχίζουν να επιδεικνύουν υψηλότερο βαθμό ενότητας και θεσμικής ανθεκτικότητας.

Για αρκετά χρόνια ο λόγος των αναλυτών συγκέντρωνε τη σκέψη γύρω από την ύπαρξη ενός νέου άξονα που θα αμφισβητούσε την ηγεμονία των ΗΠΑ, με κύριους υποστηρικτές τη Ρωσία, την Κίνα και το Ιράν. Η τρέχουσα εξέλιξη όμως αποκαλύπτει μια διαφορετική πραγματικότητα: το Ιράν, που συχνά παρουσιάζεται ως κεντρικός παίκτης αυτού του άξονα, υφίσταται έντονη στρατιωτική πίεση, ενώ οι φερόμενοι σύμμαχοί του επιλέγουν στον μεγαλύτερο βαθμό να μην παρέμβουν ενεργά. Η μη άμεση εμπλοκή της Ρωσίας και της Κίνας και η συγκρατημένη σιωπή χωρών όπως η Ινδία, η Βραζιλία και η Νότια Αφρική υποδηλώνουν ότι η «συμμαχία» των BRICS δεν διαθέτει την ομοιογένεια ή την ικανότητα συλλογικής δράσης που κάποιοι προβλέπουν.

Η ισχύς δεν μετριέται αποκλειστικά με τα οπλικά μέσα, αλλά κεντρικό ρόλο παίζει ο έλεγχος κρίσιμων διεθνών διαύλων εμπορίου και ενέργειας. Τώρα, το αμερικανικό ναυτικό διατηρεί καθοριστική παρουσία στο Στενό του Ορμούζ, απ’ όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας ροής πετρελαίου, και διατηρεί επίσης στρατηγική ισχύ κοντά σε άλλα κομβικά σημεία (Στενό της Μαλάκκα, Διώρυγα του Σουέζ, Στενό του Γιβραλτάρ, Διώρυγα του Παναμά). Όποιος ελέγχει αυτές τις «αρτηρίες» του παγκόσμιου εμπορίου αποκτά αποφασιστικό πλεονέκτημα στη διαμόρφωση της διεθνούς τάξης. Αυτή την ικανότητα, επί του παρόντος, φαίνεται να την κατέχουν οι ΗΠΑ όπου εκτός ότι διαθέτουν την πρώτη αεροπορία στον κόσμο, η επόμενη δεύτερη μεγαλύτερη αεροπορία του κόσμου είναι η αεροπορία του ναυτικού της με τα 11 αεροπλανοφόρα.

Το Ιράν στέλνει το 87% του πετρελαίου του στην Κίνα, ενώ η Βενεζουέλα αποστέλλει, από την άλλη πλευρά, πάνω από 50% προς την Κίνα. Οι ΗΠΑ ασκούν επιρροή στην Κίνα μέσω τόσο της Βενεζουέλας όσο και του Ιράν η οποία θα εκδηλωθεί κατά την συνάντηση των δυο ηγετών στα τέλη Μαρτίου.


* Ο Γιώργος Ατσαλάκης είναι Οικονομολόγος, Αναπληρωτής Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης, Εργαστήριο Επιστημονικών. Δεδομένων