Ο κλειδαράς κι ο Γράμμος

Πρώτα ρίξαμε έναν καυγά για το αν η αριστερά έχει ευθύνη για τη δολοφονία της Βάγιας Νέστορα στη Θεσσαλονίκη, για εμάς τους παλιούς αυτά είναι ψωμοτύρι. Μέχρι τον Γράμμο φτάσαμε και άκρη δεν βγάλαμε. Ύστερα πιάσαμε τα νέα για τις οικογένειές μας, αυτά τουλάχιστον μπορούμε να τα συζητάμε, κι εκεί πάνω ο παλιός αριστερός φίλος μου έβγαλε όλο του το άγχος. «Δεν φτάνει που τρώμε στη μάπα τον Κούλη, έχω και τον γιο μου που δεν θέλει να σπουδάσει. Θα τρελαθώ».

Απόρησα κι εγώ, ήξερα ότι το παιδί είναι καλός μαθητής. «Και τι θέλει δηλαδή;», ρώτησα. «Θέλει λέει, να γίνει τεχνικός smart locks ή keyless entry», ξεφύσησε αγανακτισμένος ο πατέρας. «Δηλαδή;» ξαναρώτησα χαζά. «Τι δηλαδή; Κλειδαράς θέλει να γίνει το κωλόπαιδο. Μαθητής του 17 και του 18. Και δεν σηκώνει κουβέντα».

Ώπα! Πάει ο Γράμμος, πάει το Βίτσι, πάει ο Παπάγος, ο Πλαστήρας και ο Ζαχαριάδης, πάνε ακόμα κι ο γέρο Καραμανλής με τον Ανδρέα, εδώ έχουμε καινούρια φρούτα σε καινούρια καφάσια. Μπροστά σ’ αυτές τις keyless entries studies, ακόμα και ο Κυριάκος, ο Τσίπρας και ο Πιερακάκης μοιάζουν παμπάλαιοι. Μέσα στις ιδεολογικές μας αντιπαραθέσεις, κάτι χάσαμε εμείς οι (κατά Γκράμσι) οργανικοί διανοούμενοι των δυο παρατάξεων.

Η «λογική» του παιδιού - όπως μου την εξήγησε ο πατέρας του - είναι απλή. «Να φάω τέσσερα ή πέντε χρόνια για να βγάλω ένα πανεπιστήμιο κι ύστερα να πιάσω δουλειά για 1000 και 1200 ευρώ; Δεν μ’ ενδιαφέρει. Ενώ αν μπω στον τομέα των keys, σε δυο χρόνια θα βάζω τριπλάσια και δεν θα χω κανέναν πάνω απ’ το κεφάλι μου. Κι όταν η Τεχνητή Νοημοσύνη στείλει στην ανεργία όλους αυτούς που σήμερα δουλεύουν σε γραφείο, εμένα δεν θα με ακουμπήσει. Άνθρωποι που κλειδώνονται έξω απ’ τα σπίτια τους θα υπάρχουν πάντα, τα κτίρια που βάζουν συναγερμούς θα αυξάνονται, τα αυτοκίνητα πάντα θα ‘χουν immobilizer. Αυτά, η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν μπορεί να τα πειράξει. Χρειάζονται χέρια».

Τα επιχειρήματα του μικρού για τις αμοιβές, ο φίλος μου τα ακούει βερεσέ. Δημόσιος υπάλληλος ο ίδιος έχει ζήσει με το «κάλλιο πέντε και στο χέρι». Προτιμά έναν σίγουρο μισθό πίσω από ένα ξεκούραστο γραφείο, το οκτάωρο του, τις άδειες του, τις πλασματικές του υπερωρίες και τα απογεύματα του που κανένας δεν τον ενοχλεί από τη δουλειά, παρά ένα ελεύθερο επάγγελμα που σε κυνηγά όλο το 24ωρο, που δουλεύεις μέσα στον ανταγωνισμό, που σήμερα βγάζεις 5.000 κι αύριο πεινάς ανάλογα με την οικονομική συγκυρία.

Το δεύτερο όμως με την Τεχνητή Νοημοσύνη τον έσφαξε. Καταλαβαίνει ότι σ’ αυτό ο μικρός κάπου έχει δίκιο, κι ας μην μπορεί να το σταθμίσει επ’ ακριβώς. Φοβάται την Τεχνητή Νοημοσύνη, δίχως όμως να την πολυκαταλαβαίνει. Στο μεταξύ, τα παιδιά σήμερα δεν είναι όπως παλιότερα που τα παίρναμε απ’ το αυτί και τα πηγαίναμε εκεί που θεωρούσαμε εμείς σωστό. Τώρα κάνουν τις επιλογές τους και τις επιβάλουν στους γονείς. Οπότε εκεί που ο φίλος μου ονειρευόταν τον γιο του δικηγόρο ή οικονομολόγο-χρηματιστή, βρέθηκε σήμερα να ψάχνει αν υπάρχει σχολή κλειδαράδων. Μέσα στην κατάθλιψη είναι, αλλά ψάχνει. Στο μεταξύ το ‘χει ρίξει και στη συνωμοσιολογία. «Κάποιον βρήκε που είναι κλειδαράς και του φούσκωσε το μυαλό με φούμαρα».   

Εγώ τι κατάλαβα απ’ αυτό. Ότι τα δικά μας στερεότυπα και αυτά που σ’ όλη μας τη ζωή θεωρούσαμε κοινωνικά standards, σήμερα δεν υπάρχουν στα νέα παιδιά. Στις δικές μας παλιές εποχές, υδραυλικός, ηλεκτρολόγος ή κλειδαράς γινόταν εκείνος που «δεν έπαιρνε τα γράμματα», με όλα όσα αυτό σήμαινε στην κοινωνική κλίμακα. Σήμερα, αυτόν που φιλοδοξεί να βγάλει τη φιλοσοφική και να γίνει καθηγητής, οι φίλιοι του τον θεωρούν ηλίθιο. Το «πόσα βγάζω» έχει αντικαταστήσει πλήρως αυτό που παλιότερα ονομάζαμε «κοινωνικό κύρος», ενώ η έννοια της ευρύτερης μόρφωσης και καλλιέργειας έχει εξαφανιστεί τελείως. Δυστυχώς θα πω εγώ, αλλά διαπιστώσεις της πραγματικότητας κάνω.  

Συζητώντας με παιδιά κοντά στα είκοσι έχω βεβαιωθεί ότι σήμερα κανένας ντελιβεράς δεν νιώθει υποδεέστερος από έναν φοιτητή Φυσικομαθηματικής, κανένας υδραυλικός κατώτερος από έναν πτυχιούχο Νομικής και καμιά κοπέλα που δουλεύει σε καφετέρια δεν αισθάνεται μειονεκτικά έναντι μιας φοιτήτριας Φιλολογίας. Σημασία για τα νέα παιδιά σήμερα έχει μόνο το πόσα βγάζουν, και κυρίως πόσα θα βγάζουν στο μέλλον. Επίσης, πόσο γρήγορα θ’ αρχίσουν να έχουν απολαβές.

Άλλαξαν πολύ οι εποχές, τα δικά μας στερεότυπα είναι πια εκτός τόπου και χρόνου. Στο μυαλό όσων παιδιών ασχολούνται με το μέλλον τους (διότι υπάρχουν κι αυτά που μήτε ασχολούνται, μήτε θέλουν να δουλέψουν), τα επαγγέλματα των χεριών έχουν πλέον τόση πέραση, ώστε να χλευάζονται οι φίλοι τους που σκέφτονται «παραδοσιακά». Εκτός κι αν έχουν στρωμένη δουλειά από τους γονείς τους, οπότε οι συνήλικοι τους το κατανοούν. (Οι απολαβές που λέγαμε). Και μάλιστα, τα νέα παιδιά έχουν επίγνωση ότι δεν πρέπει να μάθουν την τέχνη πρακτικά δίπλα σ’ έναν μπάρμπα που την ξέρει, αλλά ότι κατά κάποιο τρόπο πρέπει να τη σπουδάσουν. Όχι όμως τέσσερα χρόνια και σε πανεπιστήμιο. Σε κάποια τεχνική σχολή, το πολύ δυο χρόνια.

Οπότε ο φίλος μου, φουρκισμένος με τα καινούρια ήθη, έχει βαλθεί να ψάχνει αν υπάρχει κάποια τεχνική «σχολή κλειθροποιών» ή «ηλεκτρονικών συστημάτων ασφαλείας» για τον γιο του. Κι ενώ ψάχνει, τον κατατρώει και το θέμα του Γράμμου. Ο Στάλιν έφταιγε, οι παγίδες που έστησαν οι μοναρχοφασίστες ή τα λάθη του Ζαχαριάδη; Διότι ανάλογα με το ποιος έφταιξε τότε για την ήττα, πρέπει να οργανωθεί η απάντηση του λαϊκού κινήματος σήμερα. Ε ρε κούνια που μας κούναγε…