7ος χρόνος, ημέρα 2188η
Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2021

Ο μόνος αντίπαλος της κυβέρνησης είναι το κύμα της ακρίβειας

Έχουμε γράψει κατ' επανάληψη, ότι η χώρα στερείται μιας αξιόλογης και στιβαρής αντιπολίτευσης. Όχι μόνο μιας αξιωματικής αντιπολίτευσης με ενστάσεις, θέσεις και προτάσεις, αλλά μιας σοβαρής αντιπολίτευσης που να μπορεί να αρθρώσει αξιόπιστο λόγο, πέρα από ξύλινα συνθήματα. Έτσι τον μόνο που έχει απέναντι της η κυβέρνηση, είναι την πραγματικότητα.

Μια πραγματικότητα που άλλοτε είναι φιλική προς την κυβέρνηση και άλλοτε δυσκολεύει, μέχρι του σημείου να γίνεται εχθρική. Απέναντι της η κυβέρνηση, βρήκε δυσκολίες σχεδόν από την πρώτη στιγμή της θητείας της. Η απόπειρα εισβολής στον Έβρο ήταν το πρώτο crash test, το οποίο ξεπεράστηκε με πείσμα και με συσπείρωση των πολιτών «γύρω από τη σημαία» όπως συνηθίζουμε να λέμε. Η σταδιακή κλιμάκωση της υγειονομικής κρίσης, που ανέβαζε τον δείκτη της αναγκαίας αποτελεσματικότητας ολοένα και πιο ψηλά, αντιμετωπίστηκε με επιτυχία, καθώς η κυβέρνηση ανταποκρινόταν σε κάθε εξέλιξη. Η πραγματικότητα των πυρκαγιών, μπορεί να αντιμετωπίστηκε με μικρότερη επιτυχία -τουλάχιστον, έτσι το εισέπραξε η κοινή γνώμη- όμως κι αυτή πέρασε και τώρα οι πολίτες στις πληγείσες περιοχές, παρακολουθούν τις δράσεις αποκατάστασης.

Η νέα πραγματικότητα που αντιμετωπίζει σήμερα η κυβέρνηση είναι η αύξηση των τιμών σε όλο το φάσμα του λεγόμενου «καλαθιού της νοικοκυράς», συμπεριλαμβανομένης και της σημαντικής αύξησης στις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας. Βέβαια, αυτό είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο και για να έχουμε μια πλουσιότερη εικόνα, ας αναφέρουμε ότι στη Γερμανία η τιμή της μεγαβατώρας, έφτασε στα 160 ευρώ και στο Ηνωμένο Βασίλειο στις 385 λίρες, από τις 147, πριν από μόλις μερικές εβδομάδες.

Οι αναλύσεις για τις αιτίες που προκαλούν αυτό το τσουνάμι αυξήσεων στις παγκόσμιες αγορές είναι ενδιαφέρουσες. Διαβάζουμε για τις τιμές των εμποροκιβωτίων και των ναύλων, για τα πάσης φύσεως εμπόδια της εφοδιαστικής αλυσίδας, για την απουσία αποθηκευτικών χώρων στα κομβικά λιμάνια των θαλασσίων δρόμων, για τις φυσικές καταστροφές και τα καιρικά φαινόμενα που «κτύπησαν» τις αγροτικές καλλιέργειες και φυσικά για τις μεγάλες αυξήσεις στις τιμές του φυσικού αερίου αλλά και το ξύπνημα του πετρελαίου, μετά από ένα μακρύ διάστημα χειμέριας νάρκης.

Όμως αυτά λίγο αφορούν τους πολίτες, που ενδιαφέρονται περισσότερο για το αποτέλεσμα στις τσέπες τους, παρά για την αιτιολόγηση του φαινομένου. Η εκτίμηση των κεντρικών τραπεζιτών της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας περί παροδικού πληθωρισμού, οδηγεί μέχρι στιγμή τις κυβερνήσεις στο να μην προβαίνουν σε αυξήσεις των κατώτερων μισθών. Διότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε μια «μονιμότερη επαφή» με τον πληθωρισμό και θα επέφερε τα καταστροφικά αποτελέσματα που θυμούνται καλά οι παλιότεροι, από τις Αυτόματες Τιμαριθμικές Αναπροσαρμογές (ΑΤΑ) που είχε επιβάλει το ΠΑΣΟΚ.

Το γεγονός ότι η χώρα έχει μπει σε μια υπερθετική πορεία ανάπτυξης δεν αποτελεί απάντηση προς τους πολίτες, καθώς τα κοινωνικά κέρδη από την οικονομική ανάπτυξη θα φανούν σε βάθος χρόνου, ενώ η αύξηση του κόστους ζωής είναι άμεση και χειροπιαστή. Βέβαια, χειροπιαστό και ιδιαίτερα ουσιαστικό, ως αποτέλεσμα της οικονομικής ανάπτυξης, είναι σήμερα το γεγονός της αύξησης των θέσεων απασχόλησης, της καλπάζουσας ζήτησης από την πλευρά της αγοράς για εξειδικευμένους εργαζόμενους και η αύξηση των αμοιβών εργαζομένων με ιδιαίτερες γνώσεις και δεξιότητες σε σημαντικούς κλάδους αιχμής.

Επιστρέφουμε στο θέμα της ακρίβειας. Η κυβέρνηση διαμηνύει προς κάθε κατεύθυνση ότι θα παρέμβει σε μια προσπάθεια ανακούφισης των οικονομικά ευάλωτων συμπολιτών μας. Ας μην γελιόμαστε, όμως. Μετά από μια μακρά περίοδο ισχυρής στήριξης της οικονομίας, της επιχειρηματικής δραστηριότητας και των πληγέντων νοικοκυριών λόγω της πανδημίας, είναι εξαιρετικά δύσκολο, η παρέμβαση αυτή να διευρυνθεί χρονικά. Επίσης, δεν μπορεί να καλύψει, παρά μόνο πολύ συγκεκριμένες «πλευρές» του οικογενειακού προϋπολογισμού.

Τι μπορεί να κάνει άμεσα η κυβέρνηση;

Κατά τη γνώμη μας έχει να πράξει δυο απλά πράγματα. Το πρώτο στον τομέα της επικοινωνίας και το δεύτερο στον τομέα της πραγματικής και ουσιαστικής οικονομικής παρέμβασης.

Στον τομέα της επικοινωνίας πρέπει να αλλάξει την ατζέντα. Οι απαντήσεις που έδωσε ο Άδωνις Γεωργιάδης προχθές στη Βουλή στην επερώτηση των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ για τις αυξήσεις των τιμών, πρέπει να αποτελέσουν και την ταφόπλακα απέναντι στη χαμηλού επιπέδου προπαγάνδα της αντιπολίτευσης. Η κυβέρνηση θα πρέπει να εστιάσει στο αύριο, ή μάλλον στις θετικές αλλαγές του σήμερα. Να εξηγήσει ότι για την ακρίβεια δεν μπορούν να γίνουν πολλά. Αλλά για να αλλάξουμε το επίπεδο ζωής μας προς τα πάνω, μπορούν και γίνονται πολλά, και μπορούν να γίνουν πολύ περισσότερα. Για παράδειγμα, οι ρυθμοί ανάπτυξης, το άνοιγμα νέων επιχειρήσεων, η αύξηση των θέσεων απασχόλησης, η δημιουργία καλύτερων συνθηκών σπουδών και η διάχυση του παραγόμενου πλούτου, αφορά όλους μας.

Στον τομέα της πραγματικής και ουσιαστικής οικονομικής παρέμβασης, η κυβέρνηση θα πρέπει να αναλάβει πρωτοβουλίες και να κτυπήσει τις στρεβλώσεις τις αγοράς, να απελευθερώσει τον ανταγωνισμό, να αποτρέψει τη δημιουργία καρτέλ και να τιμωρήσει παραδειγματικά καταχρηστικές πολιτικές. Υπάρχουν ολόκληροι κλάδοι στους οποίους απουσιάζει παντελώς ο ανταγωνισμός, με παραδείγματα όπως οι εταιρείες τηλεφωνίας που διατηρούν σε υπερβολικά επίπεδα τα τιμολόγια των υπηρεσιών τους, όπως είναι οι τράπεζες που επιβάλουν υπερβολικές προμήθειες ακόμα και στις ηλεκτρονικές μεταφορές κεφαλαίων και πληρωμών, όπως είναι και τα supermarkets, που έχουν αν όχι ίδιες, παραπλήσιες τιμές στα ράφια τους.

Γνωρίζουμε ότι οι επιχειρηματίες και οι επιχειρήσεις έχουν ισχυρά κίνητρα να περιορίζουν τον ανταγωνισμό. Ο περιορισμός του ανταγωνισμού έχει με τη σειρά του σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στους καταναλωτές, αφού αυξάνει τις τιμές. Οπότε για τη διαφύλαξη του ελεύθερου ανταγωνισμού, βασική προϋπόθεση είναι η ύπαρξη και αποτελεσματική λειτουργία θεσμών, που να προστατεύσουν τις ελεύθερες αγορές.

Μπορεί το κύμα ανατιμήσεων, να είναι σε μεγάλο βαθμό εισαγόμενο. Όμως το κομμάτι που εξαρτάται από τη δομή και τις στρεβλώσεις της εγχώριας αγοράς πρέπει να καθαρίσει. Η προστασία του καταναλωτή απέναντι στην ακρίβεια, περνάει μέσα από την πάταξη των άτυπων καρτέλ που κυριαρχούν στην αγορά. Και εκεί πρέπει να εστιάσει η κυβέρνηση.